Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κατάλοιπο κα-τά-λοι-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -οίπου, συνήθ. στον πληθ.} 1. ό,τι απομένει κατόπιν φυσικής, χημικής ή άλλης διεργασίας· υπόλειμμα: βιομηχανικά (βλ. απόβλητα)/οργανικά/πυρηνικά/τοξικά/τροφικά/υγρά (βλ. λύματα)/φυτικά ~α. ~α απόσταξης/ελαιόλαδου (πβ. μούργα· βλ. κατακάθι)/σαπουνιού/φυτοφαρμάκων. ~α καύσης. Απόρριψη (βλ. ρύπανση)/διαχείριση/συσσώρευση ~οίπων. Στερεό σώμα που (παρα)μένει ως ~ (βλ. ίζημα). Προϊόν που αφαιρεί τα ~α από λίπη. 2. (μτφ.) για κάτι που συνεχίζει να υπάρχει μετά το τέλος συνήθ. αρνητικών καταστάσεων ή γεγονότων: αποικιοκρατικά/ειδωλολατρικά/ιστορικά/κοινωνικά/φασιστικά ~α. ~α του παρελθόντος (βλ. φαντάσματα). Έθιμο που αποτελεί/θεωρείται (γνήσιο/θλιβερό) ~ άλλων εποχών (= απομεινάρι). Βρέθηκαν/σώζονται ~α αρχαίου ναού (= ίχνη, λείψανα).|| Κλινικό ~ εγκεφαλικής βλάβης/παλιάς ασθένειας.|| (στον πληθ.) Τα ~α του ποιητή/συγγραφέα (: έργα που άφησε μετά τον θάνατό του, συνήθ. αδημοσίευτα). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα βλ. ραδιενεργός [< αρχ. κατάλοιπος 1: γαλλ. résidu, αγγλ. residue 2: γαλλ. relique, αγγλ. relic]

ραδιενεργός

ραδιενεργός, ή/ός, ό ρα-δι-ε-νερ-γός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που εκπέμπει, περιέχει ραδιενέργεια ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή/ός: δράση/μόλυνση. ~ό: ισότοπο (= ραδιοϊσότοπο)/ορυκτό/υλικό. ~ές: πηγές. ~ά: μόρια (βλ. αυτοραδιογραφία). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα: ρυπογόνες ουσίες που προκύπτουν από πυρηνική έκρηξη. [< αγγλ. radioactive fallout, 1952] , ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα: πολύ επικίνδυνα αναλωθέντα καύσιμα ή υλικά που προέρχονται κυρ. από σταθμούς πυρηνικής ενέργειας. [< αγγλ. radioactive waste, 1947] , ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο: του οποίου όλα τα ισότοπα είναι ραδιενεργά: τεχνητά/φυσικά ~ά ~α. Βλ. θόριο, μεντελέβιο, ουράνιο, πολώνιο, προμήθειο, ράδιο. ΣΥΝ. ραδιοστοιχείο [< γαλλ. élément radioactif] , ραδιενεργός ρύπανση: μόλυνση του περιβάλλοντος από ραδιενεργά απόβλητα. [< αγγλ. radioactive pollution, 1977] , ραδιενεργό μέταλλο βλ. μέταλλο, ραδιενεργό νέφος βλ. νέφος, ραδιενεργός ακτινοβολία βλ. ακτινοβολία [< γαλλ. radioactif, 1896, αγγλ. radioactive, 1898]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.