Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 10 εγγραφές  [0-10]


  • κατάνα κα-τά-να ουσ. (θηλ.): μακρύ ατσάλινο σπαθί των σαμουράι. Βλ. ξίφος. [< ιαπων. katana]
  • καταναγκάζω κα-τα-να-γκά-ζω ρ. (μτβ.) {κατανάγκα-σε, καταναγκά-στηκε, -στεί, -σμένος, καταναγκάζ-οντας} (επιτατ.): υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι με χρήση σωματικής ή ψυχολογικής βίας: ~στηκε να δεχτεί/σε παραίτηση. Πβ. εξ-, πειθ-αναγκάζω, καταπιέζω. [< αρχ. καταναγκάζω, γαλλ. contraindre]
  • καταναγκασμός κα-τα-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επιτατ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταναγκάζω: εξωτερικός/εσωτερικός/σεξουαλικός/ψυχολογικός ~. Μέτρα ~ού. Απαλλαγή από κάθε ~ό. Ασκείται ~. Πράξεις που γίνονται με ~ό (= καταναγκαστικές). Υπόκειμαι σε/υφίσταμαι ~ούς. Πβ. εξ-, πειθ-αναγκασμός, καταπίεση. Βλ. βία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχαναγκασμός. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοληψία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Βλ. μανία, νεύρωση. [< 1: γαλλ. contrainte]
  • καταναγκαστικός , ή, ό κα-τα-να-γκα-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται με καταναγκασμό ή που τον ασκεί: ~ός: (σωματικός) έλεγχος. ~ή: αποδοχή/δουλειά/επιβολή. ~ές: πράξεις. ~ά: μέσα/μέτρα. Πβ. εξαναγκαστ-, υποχρεωτ-ικός. Βλ. εκούσιος.|| ~ό: καθεστώς. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από καταναγκασμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ά: άτομα.|| ~ή: κατανάλωση/νεύρωση/συμπεριφορά/χρήση (ουσιών). Πβ. ιδεοληπτ-, ψυχαναγκαστ-ικός. ● επίρρ.: καταναγκαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταναγκαστικά έργα & καταναγκαστική εργασία: εξαντλητική σωματική εργασία σε διάφορα δημόσια έργα, που επιβαλλόταν παλαιότ. ως ποινή σε αιχμαλώτους πολέμου, κατάδικους, αντιφρονούντες· κατ' επέκτ. κάθε επίπονη και εξαναγκαστική ασχολία: Καταδικάστηκε σε ~ ~ (π.χ. σε λατομείο). Πβ. κάτεργα. Βλ. γκουλάγκ, στρατόπεδο εργασίας.|| (μτφ.) Αντιμετωπίζει το μάθημα σαν ~ό ~ο. Πβ. αγγαρεία. [< γαλλ. travaux forcés] [< μτγν. καταναγκαστικός, γαλλ. coercitif, forcé]
  • καταναλώνω κα-τα-να-λώ-νω ρ. (μτβ.) {κατανάλω-σα, καταναλώ-θηκε, -θεί, καταναλών-οντας, καταναλω-μένος} & (λόγ.) καταναλίσκω {μόνο στο ενεστ. θ.} 1. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ: ~ει άκριτα/άσκοπα/αφειδώς το εισόδημά του σε προσωπικές αγορές. ~θηκαν τόνοι χαρτιού. Το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων ~θηκε για την εκπαίδευση. Πβ. αναλώνω. Βλ. υπερ~. 2. τρώω ή πίνω: ~ κρέας/λαχανικά/τρόφιμα πλούσια σε .../φρούτα. Τα αναψυκτικά πρέπει να ~θούν πριν την ηµεροµηνία λήξης τους.|| Πόσα γεύματα/λίτρα νερό ~εις την ημέρα;|| ~ει χάπια αλόγιστα. 3. διαθέτω ενέργεια ή χρόνο σε κάτι: ~ κόπο/όλες μου τις δυνάμεις/πολλή προσπάθεια (πβ. καταβάλλω). ~ει πολλές ώρες βλέποντας τηλεόραση.καταναλώνει: χρησιμοποιεί κάτι ως μορφή ενέργειας για να λειτουργήσει: Ο οργανισμός ~ θερμίδες/οξυγόνο.|| Τα καύσιμα που ~ ένα όχημα. Η συσκευή ~ (ισχύ) ... βατ (σε μια ώρα)/πολύ ρεύμα (= καίει). (ΠΛΗΡΟΦ.) Πόση μνήμη/πόσους πόρους ~ το πρόγραμμα; [< αρχ. καταναλίσκω, μεσν. καταναλώνω, γαλλ. consommer, αγγλ. consume]
  • κατανάλωση κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αγορά και χρήση αγαθών ή υπηρεσιών, με σκοπό την κάλυψη προσωπικών αναγκών· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα που καταναλώνεται: αλόγιστη/μαζική/συνετή ~. ~ απορρυπαντικών/λιπασμάτων. Οικιακή και βιομηχανική ~ νερού. Βλ. καταναλωτισμός, αυτο~, υπερ~, υπο~.|| Μέγιστη ~ ρεύματος. (σε κέντρο διασκέδασης:) Ελάχιστη ~ (: το μικρότερο ποσό που πρέπει να ξοδέψει κάποιος). ~ώσεις φυσικού αερίου. 2. (επίσ.) λήψη συνήθ. φαγητού ή ποτού: ~ γαλακτοκομικών/γλυκών. Άφθονη ~ υγρών. Αυξήθηκε η εγχώρια/ετήσια/παγκόσμια ~ αλκοόλ. Πβ. βρώση, πόση.|| Υπερβολική ~ φαρμάκων. Πβ. κατάχρηση, πολυφαρμακία. 3. χρησιμοποίηση ή διάθεση ενέργειας· δαπάνη, ξόδεμα: ~ θερμίδων (= κάψιμο).|| Μηχάνημα με χαμηλή ηλεκτρική ~ (βλ. βατ). Αυτοκίνητο με μειωμένη ~ καυσίμου/μέση ~ πετρελαίου ... λίτρα ανά εκατό χιλιόμετρα.|| ~ δυνάμεων/χρόνου (πβ. αφιέρωση, καταβολή).|| Δημόσια/ιδιωτική ~. ~ χρημάτων (πβ. σπατάλη). ΑΝΤ. εξοικονόμηση ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος κατανάλωσης: ΟΙΚΟΝ. πρόσθετος φόρος στην τιμή πώλησης ενός προϊόντος: ειδικός ~ ~ (ακρ. ΕΦΚ)., προϊόντα ευρείας κατανάλωσης βλ. προϊόν ● ΦΡ.: για εσωτερική κατανάλωση: για καθετί που απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη ομάδας, κοινότητας· (ειδικότ.-ειρων.) για δηλώσεις που στοχεύουν στη δημιουργία εντυπώσεων στο εσωτερικό μιας χώρας, ενώ στην πραγματικότητα είναι αβάσιμες και παραπλανητικές: κριτική ~ ~. [< αγγλ. for internal consumption] , από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή [< μτγν. κατανάλωσις, γαλλ. consommation, αγγλ. consumption]
  • καταναλώσιμος , η, ο κα-τα-να-λώ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να καταναλωθεί: ~η: ενέργεια. ~ο: προϊόν. Πβ. αναλώσιμος.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: κουλτούρα. Πβ. εύπεπτος. [< γαλλ. consommable]
  • καταναλωτής κα-τα-να-λω-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού | σπανιότ. θηλ. καταναλώτρια} 1. (επίσ.) πρόσωπο που αγοράζει και χρησιμοποιεί αγαθά ή υπηρεσίες: απαιτητικός/ενημερωμένος ~. Ο μέσος/σύγχρονος/τελικός ~. Βιομηχανικοί/εμπορικοί ~ές. Αγωγή του ~ή. ~ές ηλεκτρικής ενέργειας. Τα αιτήματα/οι ανάγκες/τα δικαιώματα/οι προτιμήσεις/η συμπεριφορά των ~ών. Γραμμή (εξυπηρέτησης)/ενημέρωση ~ών. Επιχείρηση οργάνωσης δικτύων ~ών (πβ. αεροπλανάκι, πυραμίδα). Οδηγίες/πληροφορίες προς ~ές. Καταγγελίες/παράπονα από ~ές. Προσφορές προς τους ~ές. Προϊόν που κέρδισε την εμπιστοσύνη των ~ών. || (ΟΙΚΟΝ.) Δείκτης τιμώνΠβ. αγοραστής, πελάτης. Βλ. βιοκαταναλωτές, παραγωγός, υπερ~, ΓΓΚ, ΕΕΚ, ΙΝ.ΚΑ.|| (ως επίθ.) Καταναλώτρια: χώρα (πετρελαίου). 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα. 3. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. ζωικός οργανισμός που παίρνει τις απαραίτητες για την επιβίωσή του ουσίες καταναλώνοντας άλλους ζωντανούς οργανισμούς, ζώο: πρωτογενείς (= φυτοφάγα)/δευτερογενείς (: σαρκοφάγα που τρέφονται με φυτοφάγα)/τριτογενείς (: σαρκοφάγα που τρέφονται με μικρά σαρκοφάγα) ~ές: ● ΣΥΜΠΛ.: προστασία (του) καταναλωτή/(των) καταναλωτών: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. σύνολο νόμων, μέτρων ή οργανισμών που έχουν ως σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων των αγοραστών: ~ ~ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υγεία και ~ ~. Βλ. ΚΕ.Π.ΚΑ., Δείκτης Τιμών Καταναλωτή βλ. δείκτης, Συνήγορος του Καταναλωτή βλ. συνήγορος [< γαλλ. consommateur]
  • καταναλωτικός , ή, ό κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατανάλωση ή τον καταναλωτή: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: αγορά/δύναμη/ζήτηση/κουλτούρα/μανία/οικονομία/πολιτική/συμπεριφορά/συνείδηση. ~ό: ενδιαφέρον. ~ές: ανάγκες/δαπάνες/οργανώσεις/πρακτικές/προτιμήσεις/συνήθειες/συσκευές/υπηρεσίες. ~ά: είδη/έξοδα/προϊόντα.|| ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: μανία/νοοτροπία/τάση/υστερία. ~ό: πνεύμα. ~ά: πρότυπα. Το ~ό μοντέλο/όνειρο. Βλ. υλιστικός, υπερ~.|| Ο άνθρωπος ως ~ό ον. ΑΝΤ. αντικαταναλωτικός ● επίρρ.: καταναλωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: καταναλωτικά αγαθά: που αγοράζει το καταναλωτικό κοινό για την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών ή επιθυμιών: αναλώσιμα/βασικά/διαρκή (: με μακρά διάρκεια χρήσης, π.χ. ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα) ~ ~. Εμπορία/παραγωγή/πώληση/τιμές ~ών ~ών. [< αγγλ. consumer goods, 1901] , καταναλωτική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): στην οποία η κατανάλωση αγαθών ανάγεται σε πρωταρχική αξία. Βλ. κοινωνία της αφθονίας., καταναλωτικό δάνειο: που χορηγείται από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για αγορά καταναλωτικών αγαθών ή χρήση υπηρεσιών μεγάλης αξίας. Βλ. διακοπο-, εορτο-δάνειο., καταναλωτικό κοινό (περιληπτ.): το σύνολο των καταναλωτών, οι αγοραστές: έμποροι και ~ ~. Επιχειρηματικό και ~ ~., καταναλωτική πίστη βλ. πίστη [< μτγν. καταναλωτικός, αγγλ. consumer, consumption]
  • καταναλωτισμός κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): τάση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων υλικών αγαθών: άκρατος/υπέρμετρος ~ (= υπερ~). Κοινωνία του ~ού (= καταναλωτική κοινωνία). Θύματα/μανία/συνέπειες του ~ού. Μοντέλο που προωθεί τον ~ό. Αντιστέκομαι/υποκύπτω στον ~ό. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντικαταναλωτισμός [< αγγλ. consumerism, 1960, γαλλ. consumérisme, 1972]

βια

βιαουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): βιασύνη. ΣΥΝ. βιάση [< αρχ. βία με συνίζηση]

βιοκαταναλωτές

βιοκαταναλωτέςβι-ο-κα-τα-να-λω-τές ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. βιοκαταναλωτής}: καταναλωτές βιολογικών προϊόντων.

δείκτης

δείκτηςδεί-κτης ουσ. (αρσ.) {δεικτών} & (προφ.) δείχτης 1. (επιστ.) αριθμός που εκφράζει την ποσοστιαία σύγκριση δύο μεγεθών και χρησιμοποιείται κυρ. για να διευκολύνει τη μελέτη της διαχρονικής μεταβολής ενός φαινομένου: υψηλός/χαμηλός ~. Ο ~ αυξάνεται/μειώνεται. ~ ακροαματικότητας/αξιολόγησης/απόκλισης/αποτελεσματικότητας/ασφαλείας (των πτήσεων)/διαφθοράς. ~ες ποιότητας (= ποιοτικοί ~ες). Βλ. αριθμο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οικονομικός/χρηματοοικονομικός ~. ~ αγοραστικής δύναμης/αναφοράς/ανεργίας/ανταγωνιστικότητας/απόδοσης (ενεργητικού)/αποδοτικότητας (ιδίων κεφαλαίων)/βιομηχανικής παραγωγής/δαπανών/εκροών/εμπιστοσύνης (επιχειρήσεων/καταναλωτή)/κερδοφορίας/κόστους/παραγωγικότητας. Ο ~ ανεβαίνει/πέφτει.|| (ΙΑΤΡ.) Αιματολογικοί/βιολογικοί (= βιοδείκτες)/βιοχημικοί ~ες.|| Οι διακοπές (ως) ~ (= στοιχείο) ευημερίας.|| ~ βιβλιογραφικών αναφορών [< αγγλ. citation index, } 2. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή βελόνα σε βαθμονομημένη κλίμακα οργάνου μετρήσεως· κατ' επέκτ. οτιδήποτε παρέχει ένδειξη μεταβολής φυσικού μεγέθους: οι ~ες του ρολογιού (βλ. λεπτο~, ωρο~). Ο ~ του βαρόμετρου/της ζυγαριάς/της πυξίδας.|| ~ βενζίνης/θερμοκρασίας/πίεσης/ροής. Χιλιομετρικός ~ (: μικρή πινακίδα στην οποία αναγράφεται η απόσταση από δεδομένο σημείο σε χιλιόμετρα, βλ. οδο~). Βλ. ανεμο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ποντικιού (= κέρσορας). 3. κάθε αριθμητικό ή γραμματικό σύμβολο που γράφεται κάτω και δεξιά από άλλο, για να το χαρακτηρίσει: (ΜΑΘ.) a1+ a2 = 10 (: για να υποδηλώσει εξάρτηση της μεταβλητής από συγκεκριμένο υποσύνολο τιμών). Βλ. εκθέτης.|| (ΧΗΜ.) H2O (: για την υπόδειξη του αριθμού των ατόμων ενός στοιχείου που περιέχονται στο μόριο της χημικής ένωσης). 4. ΑΝΑΤ. το δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα. ΣΥΝ. λιχανός 5. ΜΑΘ. αριθμός που γράφεται στα αριστερά του ριζικού και εκφράζει την τάξη της ζητούμενης ρίζας (τετραγωνική, κυβική). 6. ΧΗΜ. ουσία της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προστίθεται σε διάλυμα, υποδεικνύοντας την επιτέλεση συγκεκριμένης χημικής αντίδρασης (με οξύ ή με βάση). 7. ΓΛΩΣΣ. λέξη δηλωτική κυρ. γλωσσικής λειτουργίας (ας, θα, να, σαν, ως): κειμενικοί/συνομιλιακοί ~ες ή ~ες λόγου (: παραπέμπουν σε πληροφορίες που προηγούνται ή έπονται π.χ. άλλωστε, γι΄ αυτό, δηλαδή, ιδίως, όμως, συνεπώς). Πβ. μόριο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή, της οποίας η τιμή δείχνει τη θέση μιας άλλης μεταβλητής στη μνήμη του υπολογιστή. 9. βέργα ή συσκευή φωτεινής δέσμης ως μέσο υπόδειξης σε επιφάνεια (χάρτη, πίνακα, γραφική παράσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικός) Δείκτης Τιμών: ΟΙΚΟΝ. αριθμοδείκτης που εκφράζει την ποσοστιαία μεταβολή στο γενικό επίπεδο τιμών ενός συνόλου αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία: Γενικός ~ ~ Καταναλωτή (ακρ. ΓΔΤΚ)/λιανικής. ~ ~ στο ΧΑΑ. ~ ~ Dow-Jones/Nikkei (= οι χρηματιστηριακοί δείκτες σε Νέα Υόρκη/Τόκιο αντίστοιχα). Τάσεις σταθεροποίησης παρουσίασε ο ~ ~. Πβ. χρηματιστήριο. [< αγγλ. general price index] , Δείκτης Τιμών Καταναλωτή: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπεύει τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών. Βλ. εναρμονισμένος, καλάθι της νοικοκυράς. [< αγγλ. consumer price index, 1945] , γενετικός δείκτης βλ. γενετικός, δείκτης απήχησης βλ. απήχηση, δείκτης γεννητικότητας βλ. γεννητικότητα, δείκτης γήρανσης βλ. γήρανση, δείκτης διάθλασης βλ. διάθλαση, δείκτης δυσφορίας βλ. δυσφορία, δείκτης εγκληματικότητας βλ. εγκληματικότητα, Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) βλ. μάζα, δείκτης νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, δείκτης πορείας βλ. πορεία, δείκτης προστασίας βλ. προστασία, δείκτης στάθμης βλ. στάθμη, καρκινικοί δείκτες βλ. καρκινικός [< μτγν. δείκτης, γαλλ. indice, indicateur, αγγλ. index, indicator, pointer, γερμ. Index]

εκούσιος

εκούσιος, α, ο [ἑκούσιος] ε-κού-σι-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με τη θέληση κάποιου, χωρίς καταναγκασμό: ~ος: επαναπατρισμός/θάνατος (= αυτοκτονία, ευθανασία). ~α: απόφαση (= συνειδητή)/αποχώρηση/παραίτηση/προσφορά/συμμετοχή. ~ες: εισφορές. ~α διακοπή κύησης (= άμβλωση, έκτρωση). Πβ. αυτόβουλος, εθελοντικός, ηθελημένος. ΣΥΝ. αυτοπροαίρετος, εθελούσιος, θεληματικός (2), οικειοθελής ΑΝΤ. ακούσιος ● επίρρ.: εκούσια & (λόγ.) εκουσίως: Ενήργησε ~. ΣΥΝ. εκόντως, οικεία/ιδία βουλήσει ΑΝΤ. ακούσια ● ΣΥΜΠΛ.: εκούσια δικαιοδοσία βλ. δικαιοδοσία [< αρχ. ἑκούσιος]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

καταναλωτισμός

καταναλωτισμόςκα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): τάση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων υλικών αγαθών: άκρατος/υπέρμετρος ~ (= υπερ~). Κοινωνία του ~ού (= καταναλωτική κοινωνία). Θύματα/μανία/συνέπειες του ~ού. Μοντέλο που προωθεί τον ~ό. Αντιστέκομαι/υποκύπτω στον ~ό. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντικαταναλωτισμός [< αγγλ. consumerism, 1960, γαλλ. consumérisme, 1972]

κε

κεουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πέμπτη νότα της βυζαντινής μουσικής κλίμακας, αντίστοιχη με το λα της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2. [< (ευφωνικό) κ + ε (δηλωτικό 5ης θέσης)]

κοινωνία

κοινωνίακοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) {κοινωνιών} 1. σύνολο ανθρώπων που καταλαμβάνει μια σχετικά οριοθετημένη περιοχή και ζει κάτω από τις ίδιες περίπου πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες· γενικότ. κάθε ομάδα ατόμων με κοινά στοιχεία, ενδιαφέροντα και το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους: αγροτική/αναπτυσσόμενη/αρχαία/αστική/δημοκρατική/δυτική/εξελιγμένη/επαρχιακή/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/καπιταλιστική/μητριαρχική/μυστική (βλ. μασονία)/πατριαρχική/πλουραλιστική/πολυπολιτισμική/προηγμένη/πρωτόγονη/σοσιαλιστική/συντηρητική/ταξική/τεχνολογική/τοπική (πβ. δήμος)/υπανάπτυκτη/φεουδαρχική/φιλελεύθερη ~. ~ της αγοράς/της γνώσης/του μέλλοντος/(των) δύο ταχυτήτων. Βουδιστικές/μουσουλμανικές/χριστιανικές ~ες. Ανοιχτές/κλειστές ~ες (: οι οποίες είναι ή δεν είναι, αντίστοιχα, ανεκτικές στη διαφορετικότητα). Διάρθρωση/εξέλιξη/μέλη/οργάνωση της ~ας. Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). (προφ.) Τι θα πει η ~ (πβ. κόσμος); Βλ. κοινότητα.|| (υβριστ.) Απόβρασμα της ~ας. Βλ. παλιο~. 2. ΖΩΟΛ. ομάδα ζώων με χαρακτηριστική κοινωνική δομή, οργάνωση: η ~ των μελισσών/μυρμηγκιών. Πβ. αποικία.|| (ΟΙΚΟΛ.) Η ~ των φυτών (= φυτο~). ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Κοινωνία & Αγία Κοινωνία: ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστός μεταλαμβάνει το σώμα και το αίμα του Χριστού. ΣΥΝ. Θεία Ευχαριστία, Μετάληψη, κοινωνία (των) πολιτών: ΠΟΛΙΤ. σύνολο κινημάτων, οργανώσεων ή πολιτών, ανεξάρτητων από το κράτος, που έχουν ως σκοπό να μεταβάλουν, μέσω της συλλογικής δράσης, τις κοινωνικές, πολιτικές δομές ή νόρμες σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Βλ. ενεργοί πολίτες, κοινωνικό κεφάλαιο, μη κυβερνητική οργάνωση, συμμετοχικότητα., κοινωνία δικαιώματος: ΝΟΜ. η κατάσταση δύο ή περισσοτέρων προσώπων που μοιράζονται ένα δικαίωμα., κοινωνία των δύο τρίτων: που χαρακτηρίζεται από αδικίες και ανισότητες εις βάρος περ. του ενός τρίτου του πληθυσμού., Κοινωνία των Εθνών: διεθνής οργανισμός (1920-1946) που είχε ως στόχο την ανάπτυξη της συνεργασίας και τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Βλ. ΟΗΕ. [< αγγλ. League of Nations, 1917] , μαζική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): τα μέλη της οποίας συμπεριφέρονται και αντιμετωπίζονται ως μάζα., η υψηλή/καλή κοινωνία: οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, η κοινωνική ελίτ. Πβ. αριστοκρατία, χάι σοσάιτι. [< γαλλ. la haute/bonne société] , (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αταξική κοινωνία βλ. αταξικός, βιομηχανική κοινωνία βλ. βιομηχανικός, καταναλωτική κοινωνία βλ. καταναλωτικός, κοινωνία κληρονόμων βλ. κληρονόμος, κοινωνία της αφθονίας βλ. αφθονία, Κοινωνία της Πληροφορίας βλ. πληροφορία, κοινωνία του θεάματος βλ. θέαμα, παραδοσιακή κοινωνία βλ. παραδοσιακός ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! (λαϊκό-συνήθ. ως επιφών.): όταν επιρρίπτονται αόριστα ευθύνες σε άλλους ή ως έκφραση αγανάκτησης., με τι μούτρα/δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία: για κάποιον που ντρέπεται πολύ για κάτι, που νιώθει προσβεβλημένος, κυρ. από τη συμπεριφορά άλλου., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος [< αρχ. κοινωνία, γαλλ. société]

μανία

μανίαμα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. υπερβολικά έντονη επιθυμία για κάτι, με αποτέλεσμα τη συνεχή ενασχόληση με αυτό, πάθος, τρέλα: ~ για αγορές/με τα σπορ. Βλ. βιβλιο~, γραφο~. ΣΥΝ. κόλλημα (1), λόξα (1), ψύχωση (1) 2. μένος, λύσσα: η εκδικητική ~ των εξαγριωμένων. Πβ. αλλοφροσύνη. 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική ψυχοπνευματική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερδραστηριότητα, υπέρμετρο ενθουσιασμό, διαταραγμένες σκέψεις και γενικότ. αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς. Πβ. έμμονη ιδέα, μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Βλ. ιδεοληψία, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη ● ΦΡ.: μετά μανίας: με πολύ μεγάλο και έντονο ζήλο: Κατεβάζει ~ ~ προγράμματα από το ίντερνετ., πυρ και μανία βλ. πυρ [< αρχ. μανία, γαλλ. manie, αγγλ. mania]

ξίφος

ξίφοςξί-φος ουσ. (ουδ.): όπλο χειρός με μεταλλική λεπίδα και χειρολαβή: αιχμηρό/μακρύ/σιδερένιο/χάλκινο/χρυσό ~. Θήκη/λαβή ~ους. Ιαπωνικά/κυρτά ~η. Τα ~η των ιπποτών. Πβ. σπάθη, σπαθί. Βλ. ξιφολόγχη.|| (ως εξάρτημα στρατιωτικής στολής:) ~ αξιωματικού. Απονομή ~ών.|| (ΑΘΛ.) ~ ασκήσεως. Ηλεκτρικό ~ μονομαχίας. Μάσκα, γάντια και ~ (: το ειδικό όπλο του αγωνίσματος της ξιφασκίας).|| (μτφ.) Ακονίζουν τα ~η τους για τις εκλογές (: ενόψει αναμέτρησης, κόντρας). ● Υποκ.: ξιφίδιο (το): Βλ. -ίδιο. ● ΦΡ.: διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω [< αρχ. ξίφος, αγγλ. sword]

παραγωγή

παραγωγήπα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. δημιουργία υλικών αγαθών (προϊόντων και υπηρεσιών) με σκοπό την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών· συνεκδ. το σύνολο των παραγόμενων αγαθών ή ο συγκεκριμένος τομέας επιχείρησης ή εργοστασίου: πρωτογενής/δευτερογενής/τριτογενής ~. Αγροτική/βιολογική/βιομηχανική/γεωργική/εμπορευματική/ζωική/φυτική ~. Εξατομικευμένη/μαζική/οικιακή ~. Εγχώρια/εθνική (βλ. ΑΕΠ)/κοινοτική/παγκόσμια ~. ~ αυτοκινήτων/ειδών αρτοποιίας/ελαιολάδου/ενδυμάτων/ηλεκτρικής ενέργειας/κρασιού. ~ και εμπορία (λιπασμάτων)/κατανάλωση (τροφίμων)/τυποποίηση (μελιού). Δείκτης/έλεγχος/έξοδα (ή δαπάνες)/κόστος/κύκλος/μέθοδοι/(εργοστασιακή) μονάδα/συνάρτηση/τεχνολογία ~ής. Ο κλάδος ~ής πλαστικών. Βλ. κατα-, παρα-σκευή.|| Καταστράφηκε η ~ ελιάς λόγω της χαλαζόπτωσης.|| Οι εργαζόμενοι στην ~. 2. (γενικότ.) εκδήλωση, εμφάνιση, δημιουργία· συνεκδ. το σύνολο των δημιουργημάτων: ~ ήχου/θερμότητας/υδρογόνου. ~ ιδρώτα (= έκκριση)/πτυέλων (βλ. απόχρεμψη). ~ κειμένου/προφορικού και γραπτού λόγου. ~ γνώσης/διδακτικού υλικού.|| Η (εγχώρια) καλλιτεχνική/λογοτεχνική/μουσική/πνευματική/ποιητική ~. 3. οργάνωση, επίβλεψη και συνήθ. χρηματοδότηση για τη μαγνητοσκόπηση εκπομπής, την κινηματογράφηση ταινίας ή την παρουσίαση θεατρικής παράστασης· συνεκδ. η ίδια η εκπομπή, ταινία ή παράσταση· οι παραγωγοί και συντελεστές της: ακριβή (πβ. υπερ~)/ανεξάρτητη/διαφημιστική/ελληνική/εξωτερική/κινηματογραφική/ξένη/ραδιοφωνική ~. Υπεύθυνος ~ής. Οπτικοακουστικές ~ές. Εταιρεία τηλεοπτικών ~ών. Βλ. συμ~.|| Δεν επιτράπηκε στην ~ να πραγματοποιήσει γυρίσματα εντός του μουσείου. 4. ΓΛΩΣΣ. σχηματισμός νέων λέξεων με τη χρήση προσφυμάτων: ~ επιθέτων από ουσιαστικά/ρήματα. ~ και σύνθεση. Βλ. μορφολογία. 5. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) συλλογιστική πορεία από το γενικό στο ειδικό. Πβ. απαγωγή. ΑΝΤ. επαγωγή (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διοίκηση παραγωγής (κ. με κεφαλ. Δ, Π): επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τον σχεδιασμό και τη λειτουργία συστημάτων παραγωγής. Βλ. Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων., κάθετη παραγωγή: ΟΙΚΟΝ. που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Πβ. καθετοποίηση. Βλ. κάθετη μονάδα, κάθετη ολοκλήρωση., μέσα παραγωγής & συντελεστές παραγωγής: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των στοιχείων (δηλ. ανθρώπινη εργασία, έδαφος, πρώτες ύλες, μηχανήματα, εργαλεία, κτίρια) που απαιτούνται κατά την παραγωγική διαδικασία. [< αγγλ. means of production] , ακαθάριστη αξία παραγωγής βλ. ακαθάριστος, αλυσίδα παραγωγής βλ. αλυσίδα, γραμμή παραγωγής βλ. γραμμή, συγκέντρωση παραγωγής βλ. συγκέντρωση ● ΦΡ.: από την παραγωγή στην κατανάλωση 1. για να τονιστεί ότι ένα προϊόν είναι αγνό, φρέσκο ή σπανιότ. πολύ φθηνό. 2. (σπάν.) για εμπορικές σχέσεις που διεξάγονται χωρίς μεσάζοντες. [< 1,2: μτγν. παραγωγή, γαλλ. production 3: αγγλ. production 4: μτγν. ~, γαλλ. dérivation 5: γαλλ. déduction]

πίστη

πίστηπί-στη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις} 1. αποδοχή της ορθότητας ή της ύπαρξης ενός πράγματος: απόλυτη/σταθερή ~. Η λαϊκή ~. ~ στην αιώνια ζωή/σε υπερφυσικά φαινόμενα. Πανάρχαιες ~εις (= δοξασίες). Είναι (ευρέως) διαδεδομένη/διάχυτη η ~ ότι ... 2. αποδοχή της ύπαρξης ανώτατου όντος, προσήλωση σε θρησκεία ή δόγμα και κυρ. ειδικότ. στον Χριστιανισμό: (ΘΡΗΣΚ.) εβραϊκή/ειδωλολατρική/θρησκευτική ~. ~ στον βουδισμό.|| Προτεσταντική/ρωμαιοκαθολική ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ορθόδοξη ~. Έχει βαθιά ~ στον Θεό. Δοκιμάστηκε/κλονίστηκε η ~ του. Απαρνήθηκε/έχασε/ξαναβρήκε/ομολόγησε την ~ του. Μαρτύρησε για την ~ του. Βλ. ορθοδοξία. ΑΝΤ. απιστία (3) 3. βεβαιότητα, σιγουριά (ότι κάτι υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει): ακλόνητη/ακράδαντη ~. ~ για/σε ένα καλύτερο αύριο. ~ για την πρόκριση. Έχει ~ στην πρόοδο. Εξέφρασε την ~ του ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί. 4. αφοσίωση, προσήλωση, σταθερότητα, συνέπεια: ~ σε αξίες και ιδανικά/αρχές. Ορκίστηκε ~ στο Σύνταγμα και τους νόμους.|| Ερωτική ~. 5. εμπιστοσύνη: ισχυρή/στέρεη/τυφλή ~. ~ σε υποσχέσεις. Έχει ~ στις δυνάμεις/στον εαυτό/στις ικανότητές του (= αυτοπεποίθηση). Έδειξε ~ στις δυνατότητές τους. 6. ΟΙΚΟΝ. πράξη μεταβίβασης κεφαλαίου από ένα (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο σε άλλο, με την πεποίθηση ότι θα επιστραφεί με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί (χρόνος, τόπος, επιτόκιο): τραπεζική ~. Εμπορική/επαγγελματική/επιχειρηματική/κτηματική/ναυτική ~. Πβ. πίστωση. Βλ. δάνειο, χρηματοδότηση. 7. (σπάν.) αξιοπιστία, φερεγγυότητα: Εταιρεία που έχει αποκαταστήσει την ~ της στην αγορά. ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτική πίστη: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείων στον αγροτικό τομέα από αρμόδια τράπεζα με ευνοϊκούς όρους και σε εναρμόνιση με την κρατική αγροτική πολιτική., βιομηχανική πίστη: ΟΙΚΟΝ. παροχή δανείου με πίστωση από τράπεζα σε βιομηχανική επιχείρηση για αγορά πρώτων υλών ή μηχανολογικού εξοπλισμού, δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, ανάληψη παραγωγικών επενδύσεων., κακή πίστη: απουσία αξιοπιστίας, ύπαρξη δόλου, κακής πρόθεσης: Βρίσκεται σε ~ ~. Με ~ ~/(λόγ.) κακή τη πίστει (= κακοπροαίρετα). ΣΥΝ. κακοπιστία (2), καλή πίστη: εντιμότητα, απουσία δόλου, καλή πρόθεση, συνήθ. σε συναλλαγές: άνθρωπος ~ής ~εως (πβ. καλόπιστος). Κίνηση/πνεύμα/στάση ~ής ~εως. ~ ~ μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου. Ενεργώ/πράττω με ~ ~/(λόγ.) καλή τη πίστει (= καλοπροαίρετα). ΣΥΝ. καλοπιστία, καταναλωτική πίστη: ΟΙΚΟΝ. παροχή δανείου με σκοπό κυρ. την αγορά καταναλωτικών αγαθών ή την αντιμετώπιση προσωπικών εξόδων. [< αγγλ. consumer credit, 1925] , στεγαστική πίστη: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείου με σκοπό την αγορά ακινήτου., συζυγική πίστη: αμοιβαία δέσμευση των συζύγων να μην έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις: Πρόδωσε τη ~ ~., Σύμβολο της Πίστεως & της Πίστης: ΕΚΚΛΗΣ. σύντομο κείμενο με δώδεκα άρθρα που αποτελεί ομολογία της χριστιανικής πίστης: απαγγελία του ~όλου ~. ΣΥΝ. Πιστεύω (το), άρθρο πίστεως βλ. άρθρο, ομολογία πίστεως βλ. ομολογία ● ΦΡ.: (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) 1. (ειρων.) πήγε χαμένος: Ο κόπος μας πήγε/τα χρήματά μας πήγαν ~ ~! 2. (λόγ.) για την υπεράσπιση των ιδανικών της χριστιανικής πίστης και της πατρίδας. ΣΥΝ. υπέρ βωμών και εστιών, δίνω πίστη σε κάτι: το πιστεύω: Μη ~εις ~ σε διαδόσεις/φήμες!, μα την πίστη μου! (προφ.): ως όρκος ή για δήλωση έκπληξης: ~ ~ (= ορκίζομαι), δεν είδα τίποτα!|| ~ ~, δεν καταλαβαίνω γιατί το έκανε., μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά βλ. βουνό [< αρχ. πίστις 6: αγγλ. credit, γαλλ. crédit]

προϊόν

προϊόνπρο-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) {προϊόντ-ος | -α, -ων} 1. οτιδήποτε προέρχεται, παράγεται από την ανθρώπινη εργασία ή δραστηριότητα: γεωργικό/ελαττωματικό/εμπορικό/ζωικό/καταναλωτικό/κτηνοτροφικό/παραδοσιακό/πρωτοποριακό/τεχνικό/τουριστικό/χειροποίητο ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτικό/καταθετικό/τραπεζικό ~. ~ εγγυημένου κεφαλαίου.|| ~ υψηλής διατροφικής αξίας. Εμπορική ονομασία/καταχώριση/κωδικός/παράδοση/προώθηση/τιμή ~ος. Αγροτικά/αθλητικά/ανταγωνιστικά/βιομηχανικά/γαλακτοκομικά/δικτυακά/εγχώρια/εισαγόμενα/ενδιάμεσα (= που χρησιμεύουν για την παραγωγή άλλων)/εξαγώγιμα/ευπαθή/εύφλεκτα/καλλιτεχνικά/καλλυντικά/κατεψυγμένα/κηπευτικά/κύρια/ξηρά/ποιοτικά/τεχνητά/τοξικά/τυποποιημένα/υγρά/φαρμακευτικά/φρέσκα ή νωπά/φυσικά/φυτικά/χημικά ~α. ~α άρτου (= αρτοσκευάσματα). ~α άλεσης δημητριακών (π.χ. αλεύρι). ~α και υπηρεσίες. ~α αδυνατίσματος/θαλάσσης/ξύλου/περιποίησης/πληροφορικής/πρώτης ανάγκης/τέχνης/τεχνολογίας. Γκάμα/εμπορία/κατάλογος/κατηγορίες/σειρά/σχεδίαση ~ων. Διακινώ/εκθέτω/εξάγω/πουλώ/ψωνίζω ένα ~. Δεν είναι διαθέσιμο το ~ που θέλετε να αγοράσετε. Η εταιρεία λανσάρει νέο ~ στην αγορά. || εκπαιδευτικά/πνευματικά/πολιτιστικά ~α. Πβ. παρασκεύασμα. Βλ. παρα~, συμ~, υπερ~. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) καρπός, δημιούργημα, αποτέλεσμα ορισμένης διαδικασίας, δραστηριότητας: ~ αναζήτησης/απάτης/έμπνευσης/κλοπής/μελέτης/μόχθου/συνεργασίας/φαντασίας. Η έκδοση του βιβλίου είναι ~ μακρόχρονης προσπάθειας (πβ. απόρροια, επακόλουθο). 3. απόδοση, κέρδος, είσπραξη: οικονομικό ~ (: εισόδημα από επενδύσεις). Το οριακό και το µέσο ~ της εργασίας. Το ~ της πώλησης θα αποδοθεί στους δικαιούχους. Το ~ του εράνου θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των πληγέντων. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας, μέσα στην επικράτειά της, κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross domestic product (GDP), 1951] , ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας είτε στην επικράτειά της είτε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross national product (GNP), 1923] , βιολογικά προϊόντα & οργανικά προϊόντα: που παράγονται χωρίς τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων ή άλλων ορμονών: συμβατικά και ~ ~. Εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης/Οργανισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης ~ών ~ων., έτοιμο/τελικό προϊόν: αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να καταναλωθεί αμέσως, χωρίς επιπλέον επεξεργασία: ~α ~α διατροφής/ζύμης/λογισμικού., καθαρό εγχώριο προϊόν: ΟΙΚΟΝ. το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, αφού αφαιρεθούν οι αποσβέσεις. [< αγγλ. net domestic product (NDP)] , καθαρό εθνικό προϊόν: ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των εισοδημάτων που εξασφαλίζουν οι κάτοικοι μιας χώρας (είτε από την επικράτειά της είτε από το εξωτερικό), αφού αφαιρεθούν οι φόροι και όσα διατέθηκαν για την απόκτηση των εισοδημάτων αυτών κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. net national product (ΝΝP), 1945] , παράγωγα προϊόντα: ΟΙΚΟΝ. κάθε τύπος χρηματοοικονομικής συναλλαγής η αξία της οποίας εξαρτάται από την υποκείμενη αξία ενός άλλου περιουσιακού στοιχείου ή δείκτη (όπως μετοχές, επιτόκια και ομόλογα): Επενδύω σε ~ ~. [< αγγλ. derivatives, 1985] , προϊόντα ευρείας κατανάλωσης & μαζικής/καθημερινής κατανάλωσης: αγαθά που αγοράζονται και χρησιμοποιούνται ευρέως, για να καλύψουν κυρ. πρώτες ανάγκες., ανάπτυξη προϊόντων βλ. ανάπτυξη, δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων βλ. δημοπρατήριο, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας βλ. ετικέτα, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, τοποθέτηση προϊόντων βλ. τοποθέτηση. ● ΦΡ.: προϊόν με ονομασία προέλευσης: αγαθό του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία πρέπει να λαμβάνουν χώρα σε μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή με αναγνωρισμένη τεχνογνωσία. Βλ. προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. [< πβ. αρχ. προϊόν, βλ. προϊών, γαλλ. produit, αγγλ. product]

συνήγορος

συνήγοροςσυ-νή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου} 1. ΝΟΜ. δικηγόρος που εκπροσωπεί στο δικαστήριο διάδικο, κατηγορούμενο ή πολιτικό ενάγοντα: ~ εναγομένου/πολιτικής αγωγής/υπεράσπισης. Aναλαμβάνω/διορίζομαι ~. ΣΥΝ. υπεράσπιση (2) 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που, χωρίς να του έχει ζητηθεί, υπερασπίζεται κάποιον τρίτο: αυτόκλητος ~. Δεν μου χρειάζεται ~, ξέρω τι λέω. ΣΥΝ. δικηγόρος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Συνήγορος του Καταναλωτή: ΝΟΜ. ανεξάρτητη Αρχή, η οποία ιδρύθηκε το 2004, αρμόδια για την εξώδικη επίλυση καταναλωτικών διαφορών· λειτουργεί και ως συμβουλευτικός θεσμός στο πλευρό της Πολιτείας. [< αγγλ. Consumer(s') Council, 1930] , Συνήγορος του Πολίτη (ακρ. ΣτΠ): ΝΟΜ. ανεξάρτητη διοικητική Αρχή σε κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημόσιων υπηρεσιών και της κυβέρνησης, για την προστασία και προαγωγή των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, και την τήρηση της νομιμότητας: ~ ~ για τον Δημότη/για την Ίση Μεταχείριση/για τον Μετανάστη, τον Πρόσφυγα και τον Ομογενή/για το Παιδί/για το Περιβάλλον/για την Υγεία και την Κοινωνική Αλληλεγγύη (: ειδικές υπηρεσίες του ΣτΠ). Πβ. Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. [< γαλλ. Le protecteur du citoyen, 1968] , δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος [< αρχ. συνήγορος ‘υπερασπιστής’]

υλιστικός

υλιστικός, ή, ό [ὑλιστικός] υ-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υλισμό ή τον υλιστή και κυρ. κατ' επέκτ. με την προσήλωση στα υλικά αγαθά: ~ός: μονισμός. ~ή: άποψη/διαλεκτική/ερμηνεία/θεωρία/ιδεολογία/προσέγγιση.|| ~ός: τρόπος ζωής. ~ό: μοντέλο/πνεύμα. ΣΥΝ. ματεριαλιστικός ΑΝΤ. ιδεαλιστικός ● επίρρ.: υλιστικά [< γαλλ. matérialiste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.