κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η θέση στην οποία ή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε δεδομένο χώρο και χρόνο: αδιέξοδη/άθλια/ακραία/ανησυχητική/αξιοθρήνητη/αρνητική/αφόρητη/δραματική/δυσάρεστη/δύσκολη/δυσχερής/έκτακτη/επείγουσα/επώδυνη/θλιβερή/κρίσιμη/μεταβατική/μόνιμη/παθολογική/πολύπλοκη/προβληματική/ρευστή/σταθερή/στάσιμη/σύνθετη/τραγική/υγιής/υποθετική/φυσιολογική/χαοτική ~. Η υφιστάμενη ~ είναι απαράδεκτη. (ειρων.) Η όλη ~ είναι για γέλια. Προσωπική ~ (π.χ. ηλικία, φύλο). Η διανοητική/ιατρική/πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική/ψυχολογική (πβ. διάθεση) ~ κάποιου. Η ~ λειτουργίας ενός μηχανήματος. Η ~ της υγείας του ασθενούς δεν εμπνέει ανησυχία. Βελτιώθηκε/επιδεινώθηκε η ~. Είναι σε άριστη/κακή ~. Στην ~ή σου δεν επιτρέπεται να εκνευρίζεσαι. Βλ. στάτους. 2. το σύνολο των εξωτερικών συνθηκών, περιστάσεων: ασταθής/διεθνής/εμπόλεμη/κοινωνική/παρούσα/πολιτική/τρέχουσα/τωρινή ~. Ατμοσφαιρική/καιρική ~. Εικονικές/πραγματικές ~άσεις επικοινωνίας. Η ~ της αγοράς/των πραγμάτων. Είναι κύριος της ~ης. Επικρατεί ~ διάλυσης/πανικού (βλ. περιρρέουσα ατμόσφαιρα). Η ~ είναι υπό έλεγχο/έχει ξεφύγει. Τηρώ θετική στάση απέναντι σε κάθε ~ (πβ. περίπτωση). Αυτή είναι η ~ (: έτσι έχουν τα πράγματα) τώρα, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Επιτυχής αντιμετώπιση όλων των ~άσεων. Βλ. καθεστώς, συγκυρία.|| Βρίσκεται συνέχεια μπλεγμένος σε ~άσεις (= προβλήματα). Βλ. παλιο~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Εμπρόθετος προσδιορισμός της ~ης.|| (ΦΥΣ.) ~ ισορροπίας/πίεσης.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ της θάλασσας (: ύψος κύματος). 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. η μορφή με την οποία εμφανίζεται ένα σώμα στη φύση ως αποτέλεσμα του βαθμού συνοχής των μορίων του: αέρια/άμορφη/κρυσταλλική/στερεά/υγρή ~. Μεταβολή της ~ης (βλ. στερεο-, υγρο-ποίηση). 4. κατάλογος, πίνακας στοιχείων: λογιστική/μισθοδοτική/μισθολογική/περιουσιακή/συγκριτική ~. Ονομαστική ~ των μαθητών/μελών. Αναλυτική ~ τηλεφωνικού λογαριασμού. Ημερήσια ~ εσόδων-εξόδων. Συγκεντρωτικές ~άσεις. Πβ. λίστα. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάσταση έκτακτης ανάγκης & (λόγ.) εκτάκτου ανάγκης: που είναι πολύ κρίσιμη (π.χ. θεομηνία, πόλεμος, καταστροφή) και απαιτεί λήψη άμεσων μέτρων από το κράτος: Ο νομός/η χώρα έχει κηρυχθεί/τεθεί σε ~ ~ λόγω πυρκαγιών/σεισμού., οικογενειακή κατάσταση: δημογραφικά στοιχεία που αφορούν κάθε μέλος μιας οικογένειας (π.χ. άγαμος, έγγαμος, διαζευγμένος, αν έχει ή όχι παιδιά και πόσα): βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ής ~ης., (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας βλ. άμυνα, έκρυθμη κατάσταση βλ. έκρυθμος, κατάσταση ανάγκης βλ. ανάγκη, κωμωδία καταστάσεων βλ. κωμωδία, οικονομικές καταστάσεις βλ. οικονομικός, σε κατάσταση πολιορκίας βλ. πολιορκία, φυσική κατάσταση βλ. φυσικός ● ΦΡ.: δημιουργώ καταστάσεις (προφ.): προκαλώ αρνητικό κλίμα, προστριβές: Μαλώνει συνεχώς με όλους και ~εί ~., είναι κατάσταση αυτή; & πού θα πάει αυτή η κατάσταση; & τι κατάσταση είναι αυτή; & δεν είναι κατάσταση αυτή! & ορίστε κατάσταση! (προφ.): για έκφραση έντονης δυσαρέσκειας, αγανάκτησης, οργής: ~ ~, να μαλώνουμε γι' ασήμαντα πράγματα κάθε φορά;, κάνω κατάσταση (αργκό) 1. δημιουργώ συνήθ. ερωτική σχέση με κάποιον. Πβ. τα φτιάχνω. 2. διαμορφώνω ευχάριστη ατμόσφαιρα., παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου (προφ.): αναλαμβάνω τον έλεγχό της: Αποφάσισε να πάρει ~ ~ του., σε κατάσταση (+ γεν.) 1. σε φάση, σε συνθήκες: ~ ~ αναμονής/εγρήγορσης/επιφυλακής/ετοιμότητας/ηρεμίας/μέθης/συναγερμού. Περιήλθε ~ ~ πανικού. 2. για τη θέση αξιωματικού ή δημοσίου υπαλλήλου (στον χώρο εργασίας του): ~ ~ υπηρεσίας. Τελεί/τέθηκε ~ ~ αποστρατείας/αργίας/διαθεσιμότητας., σε κατάσταση να ...: σε σημείο ώστε να μπορεί να γίνει κάτι: Δεν ήταν ~ ~ (= σε θέση να) μιλήσει. Έφτασε ~ ~ μην ελέγχει τον εαυτό του., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, είναι σε ενδιαφέρουσα (κατάσταση) βλ. ενδιαφέρων, εκτόνωση της κατάστασης βλ. εκτόνωση, σε κατάσταση ευθυμίας βλ. ευθυμία [< αρχ. κατάστασις, γαλλ. état, γαλλ.-αγγλ. situation]
άμυνα[ἄμυνα] ά-μυ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ύνης | -ες στη σημ. 3} 1. προστασία από κίνδυνο, βλάβη, ζημιά, επίθεση, ή οτιδήποτε δυσάρεστο, αρνητικό: αντισεισμική ~. Το πλύσιμο των χεριών: πρώτη γραμμή ~ας εναντίον/κατά των μικροβίων. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι η φυσική ~ του οργανισμού μας (πβ. αντίσταση). Βλ. αυτο~.|| ~ απέναντι στην τρομοκρατία. 2. ΣΤΡΑΤ. προστασία από επίθεση εχθρού με στρατιωτικά μέσα· σύνολο στρατιωτικών μέσων, μέτρων ή ενεργειών για την προστασία μιας χώρας από πιθανούς εχθρούς: (αντι)αεροπορική (= αερ~)/αντιπυραυλική/ένοπλη/στρατιωτική ~ (ΣΥΝ. αντίσταση· ΑΝΤ. επίθεση, προσβολή). ~ έναντι/κατά βλημάτων/εχθρικών επιδρομών. Οχυρωματικές φυσικές θέσεις ~ας.|| (στον εν., συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α:) Υπουργείο (Εθνικής) ~ας (& λόγ. ~ύνης). Οι (ενν. κρατικές) δαπάνες για την ~. Η Επιτροπή ~ας της Βουλής. Πβ. Ένοπλες Δυνάμεις. 3. ΑΘΛ. φύλαξη, επιτήρηση των αντίπαλων παικτών, για να μην πετύχουν τον στόχο τους· συγκεκριμένη ενέργεια κατά τη διάρκεια αγώνα ή γενικότ. αγωνιστική τακτική με τον ίδιο σκοπό· παίκτες που αναλαμβάνουν τέτοιο ρόλο και το νοητό τείχος που σχηματίζουν· ο χώρος ή το τμήμα του γηπέδου όπου κινούνται αυτοί οι παίκτες: αντίπαλη/ευάλωτη/περιφερειακή/συμπαγής/χαλαρή ~. Οι γηπεδούχοι βελτίωσαν την ~ά τους. Οι επιτιθέμενοι δεν μπόρεσαν να διασπάσουν την ~ των αντιπάλων.|| (επίσ.) ~ εδάφους (στο βόλεϊ)/χώρου (= ζώνη ~ας). Σφιχτές ~ες και κατενάτσιο.|| (στο βόλεϊ:) Παίκτης που έβγαλε/έκανε τρεις ~ες (: έφερε σε πέρας τρεις αμυντικές ενέργειες).|| Πιεστική/πολυπρόσωπη/σκληρή ~. Έξυπνα/καλά/σωστά στημένη ~ μιας ομάδας.|| Κενά/πίεση στην ~. Το κέντρο/τα άκρα της ~ας. Γραμμή ~ας (= αμυντική γραμμή).|| (στο ποδόσφαιρο:) Διατηρήσαμε το μηδέν στην ~ (: δεν δεχτήκαμε γκολ). ΑΝΤ. επίθεση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας: ΝΟΜ. νόμιμη άσκηση βίας εναντίον προσώπου που απειλεί την ακεραιότητα κάποιου άλλου: Ο αστυνομικός πυροβόλησε ευρισκόμενος σε ~ ~. Παράταξη που βρέθηκε/ήταν σε ~ ~ εξαιτίας επιθέσεων. Πβ. αυτοάμυνα., μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί {σπανιότ. στον εν.} 1. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητη στρατηγική (λ.χ. απώθηση, εξιδανίκευση, ονειροπόληση, ταύτιση) που προστατεύει ένα άτομο από μη αποδεκτές ή επίπονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις, αισθήματα, όπως ντροπή, απώλεια αυτοεκτίμησης, φόβο: ψυχικοί/ψυχολογικοί ~ ~. Οι ~ ~ του Εγώ. Ενεργοποίηση των ~ών άμυνας. Αναπτύσσω/αποκτώ ~ούς ~ούς. 2. αντίδραση οργανισμού με σκοπό την προστασία του (π.χ. από παθογόνο μικροοργανισμό): ανοσιακός/φυσικός/φυσιολογικός ~ός ~.|| (κατ' επέκτ.) Ενίσχυση των ~ών ~ας της Ευρώπης έναντι των επιδημιών. [< αγγλ. defence mechanisms, 1913] , πολιτική άμυνα: ΠΟΛΙΤ. σειρά προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων και ενεργειών των πολιτικών δυνάμεων μιας χώρας με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και την εξάλειψη ή τον περιορισμό των επιπτώσεων διαφόρων δεινών, όπως εχθροπραξίες, θεομηνίες: ~ ~ κατά των πυρκαγιών. ~ ~ και ασφάλεια/περιβαλλοντικά ατυχήματα. [< αγγλ. civil defense, 1939] , άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, ανοιχτή άμυνα βλ. ανοιχτός, κλειστή άμυνα βλ. κλειστός ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν & άμυνα γρανίτης: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για σκληρή και πετυχημένη, αποτελεσματική αμυντική λειτουργία: (Η ομάδα) δεν δέχεται γκολ με τίποτα, έχει ~ ~., άμυνα χωνί/σουρωτήρι (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) που δέχεται πολλά γκολ., η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση: η άμεση επιθετική αντίδραση είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας., παίζω άμυνα (προφ.): ΑΘΛ. αμύνομαι: Παίκτες που ~ουν ~ και πρεσάρουν. [< αρχ. ἄμυνα, γαλλ. défense, αγγλ. defence]
ανάγκη[ἀνάγκη] α-νά-γκη ουσ. (θηλ.) {αναγκ-ών} 1. υποχρέωση που επιβάλλεται από τη φύση ή την κοινωνική ζωή· (ειδικότ.) αίσθηση κάποιας έλλειψης, η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί οπωσδήποτε: άμεση/απόλυτη/επιτακτική/(κατ)επείγουσα/εσωτερική/ιατρική/ουσιαστική/πιεστική ~. ~ βοήθειας/επικοινωνίας/συνεργασίας. Ατομικές/βασικές/δημόσιες/επιχειρηματικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/πάγιες και διαρκείς/πρόσθετες/προσωπικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ες. Βιολογικές/σωματικές/φυσικές ~ες (: λήψης νερού και τροφής, ούρηση, αφόδευση, σεξ). Οι σημερινές/σύγχρονες ~ες της αγοράς/της νεολαίας. Ανάλυση/αντιμετώπιση/καθορισμός/καταγραφή (των) ~ών. Αναγνωρίζεται/γίνεται αντιληπτή η ~ βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Tόνισε την ~ εξεύρεσης λύσης/για διάλογο/να αποκατασταθεί το πρόβλημα. Αισθάνθηκε/ένιωσε την ~ να απολογηθεί. ...που τόσο πολύ έχουμε ~. Προϊόν που ανταποκρίνεται/ικανοποιεί/καλύπτει τις ~ες των καταναλωτών. Έχει μικρές/πολλές ~ες. Θα γίνουν προσλήψεις για τις ~ες του προγράμματος. Πβ. χρεία. 2. δύσκολη περίσταση, κρίσιμη κατάσταση: Στρατιωτική επέμβαση θα γίνει μόνο σε έσχατη ~. Σε καιρό ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης: για κρίσιμη κατάσταση: κλήσεις(/τηλέφωνα)/ομάδες/περιστατικά/υπηρεσίες ~ ~. Ασφαλής εκκένωση σχολικών κτιρίων σε περίπτωση ~ ~. [< αγγλ. emergency] , κατάσταση ανάγκης 1. περίπτωση κατά την οποία κάποιος χρειάζεται βοήθεια: Εξασφάλιση αξιοπρεπών όρων διαβίωσης για άτομα σε ~ ~. Το κινητό μπορεί να σας σώσει τη ζωή σε ~ ~. 2. ΝΟΜ. όταν κάποιος αναγκάζεται να διαπράξει αξιόποινη πράξη, για να αποτρέψει κάτι πολύ χειρότερο για αυτόν: Η απειλή κατά της ζωής κάποιου συνιστά ~ ~. [< αγγλ. case of emergency] , αδήριτη ανάγκη βλ. αδήριτος, βιοτικές ανάγκες βλ. βιοτικός, διερεύνηση αναγκών βλ. διερεύνηση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης βλ. κατάσταση, λύση ανάγκης βλ. λύση, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: (βρίσκομαι) σε (μεγάλη) ανάγκη: δεν έχω χρήματα ή γενικότ. χρειάζομαι βοήθεια: Εξασφάλιση τροφής και στέγης σε ανθρώπους που ~ονται ~. Πβ. στενότητα., (δεν) είναι ανάγκη να ...: (δεν) είναι απαραίτητο, (δεν) χρειάζεται: ~ ~ παραμείνουμε ενωμένοι. Δεν ~ ~ βιαστείς., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη: (δεν) χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: Δεν σ' έχω (καμία/καθόλου) ~! Παρέχουν βοήθεια σε όσους την έχουν ~., (μα) δεν ήταν ανάγκη!: ως τυπική απάντηση ευγένειας σε κάποιον που προσφέρει δώρο: -Σας έφερα λίγα γλυκά. -Ευχαριστώ, μα ~ ~!|| ~ ~ να μπείτε σε τόσο κόπο (= δεν χρειαζόταν)., (μα) ήταν ανάγκη;: ρητορική ερώτηση που εκφράζει λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ ~ να το αναφέρεις; Αφού ξέρεις πως την πειράζει ..., ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται (αρχαιοπρ.): και οι πιο δυνατοί, οι πιο πείσμονες, υποχωρούν μπροστά σε μεγάλη πίεση ή ανυπέρβλητη δυσκολία: Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά ~ ~., ανάγκη τον έχω; (προφ.): ρητορική ερώτηση που εκφράζει αδιαφορία για την άποψη κάποιου: Τι σε νοιάζει τι θα πει; ~ έχεις; (= σάμπως τον έχεις ~;), βρίσκομαι στην ανάγκη: αναγκάζομαι: Βρέθηκα ~ να δανειστώ χρήματα., είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης & έκτακτης ανάγκης: τα απολύτως απαραίτητα (δηλ. τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, νερό): Ανθρωπιστική βοήθεια με είδη ~ ~ θα αποσταλεί στις πληγείσες περιοχές. [< γαλλ. choses de première nécessité] , κάνω την ανάγκη μου & πάω για την/προς ανάγκη μου (ευφημ.): ουρώ ή αφοδεύω: Το σκυλί έμαθε να κάνει ~ του έξω από το σπίτι. Πβ. κάνω (τα) κακά (μου), πάω/πηγαίνω προς νερού μου. [< γαλλ. faire les besoins] , κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης (λόγ.): αναγκαστικά, λόγω έλλειψης άλλης δυνατότητας: Βρέθηκαν σ' αυτή τη δουλειά ~ ~ και όχι κατ' επιλογή. Η αλληλεγγύη στους συλληφθέντες δεν σημαίνει ~ ~ και ταύτιση μαζί τους. [< γαλλ. nécessairement] , ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική φιλία αποδεικνύεται, κρίνεται στις δύσκολες στιγμές., σε περίπτωση ανάγκης & σε περιπτώσεις ανάγκης & για/σε (μια) ώρα ανάγκης: αν χρειαστεί: οδηγίες/σχέδιο διάσωσης/χρήσιμες ιατρικές συμβουλές ~ ~. Παροχή βοήθειας ~ ~. ~ ~ επικοινωνήστε με .../καλέστε το .../χρησιμοποιήστε ...|| Έχω κάτι χρήματα στην άκρη ~ ~ (= σε περίπτωση που χρειαστούν). [< αγγλ. in case of emergency] , στην ανάγκη/εν ανάγκη: αν χρειαστεί, αν δεν γίνεται διαφορετικά: Ας κάνουμε μια κράτηση και ~ ~ την ακυρώνουμε. ~ ~ τηλεφωνήστε μου. [< γαλλ. au besoin] , τι ανάγκη έχει;/δεν έχει ανάγκη (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν χρειάζεται στήριξη, βοήθεια: Τι ~ ~ αυτή; Θα τον βρει τον δρόμο της. Μην τον φοβάσαι αυτόν, δεν έχει ~!, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη: χρειάζεται άμεσα, επειγόντως: ~ ~ για αίμα/να ληφθούν μέτρα προστασίας των δασών. ~ ~ εύρεσης μοσχεύματος. ~ ~ από εθελοντές., άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός, κάνω την ανάγκη φιλοτιμία βλ. φιλοτιμία [< αρχ. ἀνάγκη, γαλλ. nécessité, besoin]
έκρυθμος, η, ο [ἔκρυθμος] έ-κρυθ-μος επίθ.: που βρίσκεται σε αναστάτωση, αναταραχή: ~ο: κλίμα. ~ες: συνθήκες. Tα πράγματα ήταν πολύ ~α. Πβ. ανώμαλος, ταραγμένος, ταραχώδης, τεταμένος. Βλ. χαώδης.|| ~ος: χαρακτήρας (= οξύθυμος). ΑΝΤ. ομαλός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: έκρυθμη κατάσταση: που έχει ξεφύγει από τον κανονικό ρυθμό: Η χώρα βρίσκεται σε (ιδιαίτερα) ~ ~. Πβ. ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί. [< μτγν. ἔκρυθμος]
εκτόνωση[ἐκτόνωση] ε-κτό-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μείωση της οξύτητας φαινομένου: ~ των διαφορών/της κρίσης/του προβλήματος. Η διαμάχη οδεύει προς ~. Πβ. άμβλυνση. 2. (μτφ.) συναισθηματική αποφόρτιση, διοχέτευση της ψυχικής έντασης σε διάφορες πράξεις ή ασχολίες: ψυχολογική ~. ~ του άγχους/θυμού. ~ στα γήπεδα (βλ. χουλιγκανισμός). Ανάγκη για διασκέδαση και ~. Πβ. ξεθύμασμα. 3. ΦΥΣ. αύξηση του όγκου αερίου λόγω μείωσης της πίεσής του ή αύξησης της θερμοκρασίας του· ελεγχόμενη ελάττωση δύναμης ή ποσότητας: ισοβαρής/ισόθερμη ~.|| ~ πίεσης. Βαλβίδα ~ης.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ των καυσαερίων. Βλ. έκρηξη. ● ΦΡ.: εκτόνωση της κατάστασης (μτφ.): βελτίωση του αρνητικού κλίματος: μερική/σταδιακή ~ ~. [< γαλλ. détente]
ενδιαφέρων, ουσα, ον [ἐνδιαφέρων] εν-δι-α-φέ-ρων επίθ. {ενδιαφέρ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)}: που προσελκύει το ενδιαφέρον, την προσοχή: (για πρόσ.) Είναι ~ άνθρωπος/~ον άτομο.|| ~ουσα: άποψη/εμπειρία/ιστορία/περίπτωση/πρόταση/συζήτηση. ~ον: βιβλίο. ~ουσες: ταινίες/τιμές (= λογικές). ~οντα: ζητήματα. Έχει ~ον πρόσωπο (: ελκυστικό, ιδιαίτερο). ΑΝΤ. αδιάφορος (2) ● ΦΡ.: είναι σε ενδιαφέρουσα (κατάσταση) (ευφημ.): είναι έγκυος. Πβ. εγκυμονούσα. [< γαλλ. elle est dans une position intéressante] [< γαλλ. intéressant]
ευθυμία[εὐθυμία] ευ-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): καλή, ευχάριστη ψυχική διάθεση: ευφορία/χαρά και ~. Περίοδος ~ας και γλεντιού. Πβ. ιλαρότητα, κέφι, μπρίο, φαιδρότητα. Βλ. κυκλοθυμία. ΑΝΤ. αθυμία (1), βαρυθυμία, δυσθυμία (1) ● ΦΡ.: σε κατάσταση ευθυμίας & (λόγ.) εν ευθυμία & σε ευθυμία: σε καλή διάθεση ή στο κέφι, κυρ. λόγω χρήσης αλκοόλ ή ψυχοτρόπων ουσιών: Βρίσκεται σε ~ ~ας. Ήταν ~ ~ας λόγω μέθης. Τελούσε εν ~. [< αρχ. εὐθυμία]
καθεστώςκα-θε-στώς ουσ. (ουδ.) {καθεστώτ-ος | -α} 1. πολιτικό σύστημα, πολίτευμα: απολυταρχικό/αστικό/αυταρχικό/δεσποτικό/δικτατορικό/κοινοβουλευτικό/μοναρχικό/ολοκληρωτικό/τυραννικό/φασιστικό/φιλελεύθερο ~. Δημοκρατικά/καταπιεστικά/κομμουνιστικά/σοσιαλιστικά ~α. Ανατροπή/κατάρρευση/μεταβολή/πτώση/υπονόμευση του ~ος. ~-μαριονέτα. Το πολιτειακό ~ της Ελλάδας. Πβ. κυβέρνηση.|| (+ γεν. ονόματος δικτάτορα) Επί ~ος ... 2. (γενικότ.) καθιερωμένη κατάσταση, σύστημα: ασφαλιστικό/εδαφικό/ειδικό/εκκλησιαστικό/εργασιακό/ιδιοκτησιακό/κοινοτικό/μισθολογικό/νομικό/οικονομικό/συναλλαγματικό/συνταξιοδοτικό/τελωνειακό/φορολογικό ~. ~ ανελευθερίας/ανταγωνισμού/ασυδοσίας/διακρίσεων/επιτήρησης/ομηρίας/πολέμου/(ΝΟΜ.) προστασίας μαρτύρων/προστατευτισμού/πτώχευσης/τρομοκρατίας. Το ισχύον/υφιστάμενο ~. Μεταρρύθμιση του ~ος. Το ίδρυμα βρίσκεται/τέθηκε σε/υπό ~ εποπτείας. (ΟΙΚΟΝ.) Επιτήδευμα που υπόκειται σε ~ ΦΠΑ. Πβ. status quo.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Η διαφθορά έχει πλέον γίνει ~ (: κανόνας).|| (κατ' επέκτ., διαδικασία:) Το ~ της υπό ένταξη χώρας. [< αρχ. τά καθεστῶτα 1: γαλλ. régime 2: γαλλ. statut]
κωμωδίακω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο που προκαλεί ευθυμία και γέλιο και έχει τυπικά αίσιο τέλος· το αντίστοιχο είδος: αισθηματική/ανάλαφρη/ανατρεπτική/γλυκόπικρη/δραματική (= κομεντί)/ερωτική/κλασική/μουσική (βλ. μιούζικαλ)/ξεκαρδιστική/πολιτική/ρομαντική/σατιρική/σπαρταριστή ~.|| ~ δρόμου (βλ. θέατρο του δρόμου)/ηθών (: που σατιρίζει τη συμπεριφορά ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια ή σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις)/παρεξηγήσεων/χαρακτήρων. ~-μπαλέτο/σάτιρα. ~ του μπουρλέσκ. Βλ. βοντβίλ, δράμα, επιθεώρηση, κομέντια ντελ άρτε, μελό, μελόδραμα, μπουλβάρ, τραγι~, φαρσο~.|| (ΦΙΛΟΛ., ένα από τα τρία είδη της δραματικής ποίησης) Αρχαία/μέση/νέα ~. Οι ~ες του Αριστοφάνη/του Μενάνδρου. Βλ. σατιρικό δράμα, τραγωδία. 2. (μτφ.) γελοίο γεγονός, φαιδρή κατάσταση: Αρκετά κράτησε αυτή η ~ με την εκλογή προέδρου! Πβ. παρωδία.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα στο πρώτο ημίχρονο ήταν σκέτη ~! ● Υποκ.: κωμωδιούλα (η): στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: κωμωδία καταστάσεων: κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική ή ραδιοφωνική σειρά στην οποία οι ηθοποιοί, υποδυόμενοι συνήθ. ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται στον ίδιο χώρο, εμπλέκονται σε διασκεδαστικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην καθημερινή ζωή. [< αγγλ. situation comedy, 1932, γαλλ. comédie de situation] , μαύρη κωμωδία: αυτή που χαρακτηρίζεται από μακάβριο χιούμορ, προβάλλοντας τη διασκεδαστική πλευρά σοβαρών καταστάσεων, όπως θάνατος, αρρώστια. Βλ. μαύρο/μπλακ χιούμορ. [< γαλλ. comédie noire, αγγλ. black comedy, 1900] ● ΦΡ.: παίζω κωμωδία 1. υποδύομαι ρόλο σε κωμικό έργο, ειδικεύομαι στο είδος αυτό. 2. (μτφ.) προσποιούμαι, υποκρίνομαι: Μην πιστεύεις αυτά που λέει, ~ει ~. [< 1: αρχ. κωμῳδία, γαλλ. comédie, αγγλ. comedy - comédie musicale, 1930 2: γαλλ. comédie]
οικονομικός, ή, ό [οἰκονομικός] οι-κο-νο-μι-κός επίθ. ΟΙΚΟΝ. 1. που αναφέρεται στην οικονομία ή τα οικονομικά: ~ός: απολογισμός/οργανισμός (πβ. τράπεζα)/πόλεμος/προϋπολογισμός/Τύπος/φορέας. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/ανεξαρτησία/βοήθεια/διάρθρωση/διαφάνεια/διαχείριση/διπλωματία/δυσπραγία/εισφορά/ενημέρωση/εξαθλίωση/εξέλιξη/εξυγίανση/επιστήμη (= οικονομικά)/θεωρία/κρίση/μεταρρύθμιση/πρόοδος/σταθερότητα/συγκυρία/συμφωνία/σύνοδος/ύφεση. ~ό: άνοιγμα/ίδρυμα/κέρδος/κλίμα/κόστος/κραχ/μοντέλο/σκάνδαλο/φόρουμ. ~οί: δείκτες/πόροι. ~ές: δυσκολίες/κυρώσεις/παροχές/συναλλαγές/υπηρεσίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κίνητρα/συμφέροντα. Εξαμηνιαία/ετήσια ~ή έκθεση του Ομίλου ... ~ή ενίσχυση/στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βρίσκεται σε ~ό αδιέξοδο λόγω χρεών. Περικοπές για ~ούς λόγους. Δημόσια ~ή Υπηρεσία (ακρ. ΔΟΥ). ~ό Επιμελητήριο Ελλάδας (ακρ. ΟΕΕ).|| ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). ~ά μαθηματικά και στατιστική. Πτυχιούχος ΑΕΙ ~ής κατεύθυνσης. (ως ουσ.) Οι φοιτητές του ~ού.|| (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής/διαχειριστής/διευθυντής/ελεγκτής/έφορος. ~ό: επιτελείο (κυβέρνησης)/στέλεχος. Βλ. μακρο~, μικρο~, τεχνο~, χρηματο~. 2. που κοστίζει λίγο, ανέξοδος· που εξοικονομεί ενέργεια: ~ό: γεύμα/εισιτήριο/εστιατόριο/μαγαζί/ξενοδοχείο. ~ές: διακοπές. ~ή λειτουργία εγκατάστασης/συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. ~ό πακέτο καρτοκινητής τηλεφωνίας. Προσφορά συμφέρουσα από ~ή άποψη. Η ~ότερη λύση/πρόταση της αγοράς για συνεχή πρόσβαση στο ίντερνετ.|| ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας. ~ή: συσκευή. ~ό: αυτοκίνητο (: σε κατανάλωση βενζίνης). ΣΥΝ. φτηνός (1) ΑΝΤ. ακριβός (1), αντιοικονομικός, δαπανηρός ● Ουσ.: οικονομικό (το): καθετί που σχετίζεται με χρήματα, το χρηματικό: Έχει τεράστια περιουσία και συνεπώς έχει λύσει το ~ του. Μίλησε στον εργοδότη του για το ~ (: τον μισθό). Δεν την ενδιαφέρει το ~ της υπόθεσης. Το ~ (ενν. πρόβλημα) της χώρας. ● επίρρ.: οικονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική οικονομική ζώνη (ακρ. ΑΟΖ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ζώνη θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δικαιωμάτων (κυρ. εκμετάλλευση των φυσικών πόρων) των παράκτιων κρατών με εύρος μέχρι 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές, που περιλαμβάνει τα ύδατα, τον βυθό και το υπέδαφος της περιοχής της, και αρχίζει μετά το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Βλ. υφαλοκρηπίδα. [< αγγλ. exclusive economic zone, 1975] , οικονομικά αγαθά: τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών που είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και βρίσκονται σε ανεπάρκεια σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν: Τα ~ ~ διακρίνονται στα υλικά και τα άυλα αγαθά ή υπηρεσίες. Βλ. διαρκή, ελεύθερα, καταναλωτικά, κεφαλαιουχικά αγαθά., οικονομικά μεγέθη 1. οποιαδήποτε μεταβλητή υπολογίζεται με αριθμητικούς ή ποσοτικούς όρους: εταιρικά/συνοπτικά ~ ~. Βελτιωμένα/μειωμένα εμφανίζονται τα ~ ~ του ομίλου στο εξάμηνο ... Τα ~ ~ της ζώνης του ευρώ. ~ ~ σε επίπεδο χώρας (π.χ. ΑΕΠ, επιτόκια, βλ. μακροοικονομία). 2. {κυρ. στον εν.} οικονομική συσκευασία. [< 2: αγγλ. economy size, 1950] , οικονομικές επιστήμες: όσες μελετούν την παραγωγή, κατανομή, κατανάλωση και διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών: Βραβείο Νόμπελ ~ών ~ών. Βλ. μακρο-, μικρο-οικονομία. ΣΥΝ. οικονομικά (2), οικονομολογία [< γαλλ. sciences économiques] , οικονομικές καταστάσεις: πίνακες αναλυτικής παρουσίασης κατά κατηγορία των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία μιας εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίοι δημοσιεύονται συγκεντρωτικά για τη διεξοδική ενημέρωση των επενδυτών: ενδιάμεσες/ενοποιημένες/εξαμηνιαίες/ετήσιες/περιοδικές/συνοπτικές/τριμηνιαίες ~ ~. Βλ. επαναδημοσίευση, ισολογισμός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες., οικονομική γεωγραφία: ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά και αναλύει τα τεχνικά, κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά στοιχεία του γεωγραφικού χώρου, καθώς και τη σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρώπινου παράγοντα· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα. Βλ. ανθρωπογεωγραφία. [< αγγλ. economic geography] , οικονομική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συμμετοχής σε οικονομικές συναλλαγές, χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες., οικονομική θέση 1. & τουριστική θέση: χώρος σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (αεροπλάνα, πλοία, τρένα), όπου οι επιβάτες εξασφαλίζουν θέση με φθηνότερο εισιτήριο: εισιτήριο/κάθισμα/καμπίνα ~ής ~ης. ΑΝΤ. διακεκριμένη θέση 2. οικονομική κατάσταση: Βρίσκεται σε δύσκολη ~ ~. Σε δεινή ~ ~ περιήλθε ο Όμιλος ... [< 1: αγγλ. economy class, γαλλ. classe économique] , οικονομική μονάδα: κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας: Δύο αντιπροσωπευτικές ~ές ~ες είναι το νοικοκυριό και η επιχείρηση. [< αγγλ. economic unit] , οικονομική πολιτική: σύνολο μέτρων και αποφάσεων που λαμβάνονται σε κυβερνητικό συνήθ. επίπεδο για τον καθορισμό συγκεκριμένης πορείας στον τομέα της οικονομίας και την επίτευξη οικονομικών στόχων: εθνική/εξωτερική/εσωτερική/κοινοτική/περιοριστική ~ ~. Αλλαγή/χάραξη ~ής ~ής. Σφιχτή ~ ~ για μείωση του ελλείμματος.|| ~ ~ της εταιρείας., οικονομική συσκευασία: συσκευασία προϊόντος που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική, αλλά φτηνότερη αναλογικά. Βλ. οικογενειακό μέγεθος., Οικονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες που ρυθμίζουν τις οικονομικές σχέσεις και δραστηριότητες: διοικητικό ~ ~. Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού ~ού ~ου., οικονομικό έγκλημα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. κάθε παράνομη οικονομική δραστηριότητα (όπως φοροδιαφυγή, υπεξαίρεση χρημάτων): διεθνές/ηλεκτρονικό/οργανωμένο ~ ~. Βλ. ΣΔΟΕ., οικονομικό σύστημα (το): κάθε σύνολο κανόνων στα πλαίσια μιας κοινωνίας που ρυθμίζουν την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση αγαθών: διεθνές/ευρωπαϊκό/φιλελεύθερο ~ ~. Το ~ ~ του καπιταλισμού., οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες: πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους σε αναζήτηση εργασίας και καλύτερου βιοτικού επίπεδου: νόμιμοι/παράνομοι ~ ~.|| Εσωτερικοί ~ ~. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες. [< αγγλ. economic migrants/refugees] , οικονομικός κύκλος: περιοδική, επαναλαμβανόμενη διακύμανση ύφεσης-ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας: Ανοδική/πτωτική φάση ~ού ~ου. Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οί ~οι. [< αγγλ. business/economic cycle] , οικονομικός παράγοντας 1. οτιδήποτε επηρεάζει μια κατάσταση από οικονομικής πλευράς: Ο τουρισμός αποτελεί ζωτικό/σημαντικό ~ό ~α ανάπτυξης του νησιού. 2. πρόσωπο που έχει ισχυρή θέση και ασκεί επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο: κορυφαίος/σημαίνων/τοπικός ~ ~. ~οί ~ες και διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων., οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός: η επίδραση της κεντρικής εξουσίας ενός κράτους ή συνόλου κρατών στη λήψη αποφάσεων καθοριστικής σημασίας στον οικονομικό τομέα., Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος βλ. ευρωπαϊκός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες βλ. στοιχείο, οικονομική ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, οικονομική βία βλ. βία, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση, οικονομική μεγέθυνση βλ. μεγέθυνση, οικονομικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, οικονομικό έτος βλ. έτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο [< αρχ. οἰκονομικός, γαλλ. économique, αγγλ. economic]
πολιορκίαπο-λι-ορ-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. περικύκλωση και αποκλεισμός οχυρωμένης περιοχής από εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς και διενέργεια εφόδων, ώστε να την εξαναγκάσουν σε παράδοση· συνεκδ. η αντίστοιχη αστυνομική επιχείρηση: ανελέητη/ασφυκτική/στενή ~. ~ του αρχηγείου/κάστρου. ~ από ξηρά και θάλασσα. Άρση/λήξη/λύση/τερματισμός της ~ας. Η ~ διήρκεσε/κράτησε ... μήνες/χρόνια. Έσπασαν/χαλάρωσαν την ~. Η πόλη έπεσε/κυριεύτηκε ύστερα από σύντομη ~. Βρίσκονται/τελούν υπό ~. Αντιστάθηκαν στην ~.|| (ΙΣΤ.) Η πρώτη/δεύτερη ~ του Μεσολογγίου. Η ~ της Κωνσταντινούπολης/του Λένινγκραντ (ή των 900 ημερών).|| Αστυνομική ~. 2. (μτφ.) άσκηση φορτικής πίεσης σε κάποιον για την επίτευξη ορισμένου σκοπού: Δεν μπορεί να ξεφύγει από την ~ του. Δεν ενέδωσε/υπέκυψε στην (ερωτική) ~ του (= φλερτ). Πβ. μαρκάρισμα. 3. (μτφ.) συνωστισμός γύρω από κάποιον ή κάτι: ~ της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ στα γκισέ για ένα εισιτήριο.|| Πύρινη ~ οικισμών. ● ΣΥΜΠΛ.: σε κατάσταση πολιορκίας: λήψη έκτακτων μέτρων ασφαλείας και αναστολή ορισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, σε περιπτώσεις άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας: Η χώρα κηρύχθηκε ~ ~. Πβ. κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Βλ. στρατιωτικός νόμος. [< γαλλ. en état de siège] [< 1: αρχ. πολιορκία]
εκ των πραγμάτων
[πρᾶγμα] πράγ-μα ουσ. (ουδ.) {πράγμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό) πράμα 1. οτιδήποτε άψυχο έχει αντικειμενική υπόσταση και γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις· γενικότ. οτιδήποτε υπάρχει (συγκεκριμένο ή αφηρημένο) και δεν θέλει ή δεν μπορεί κάποιος να το προσδιορίσει με ακρίβεια: Πρόσωπο, ζώο ή ~. Ελαττωματικό/καινούργιο/μεταχειρισμένο ~. (οικ.) Πρώτο/φρέσκο πράμα (= εμπόρευμα, προϊόν).|| (μειωτ.) Μην το πιείτε αυτό το ~.|| Ένα ~ δεν μπορώ να καταλάβω ... Δύσκολο ~ (το) να κρατάς τις ισορροπίες. Οι δύο έννοιες δεν σημαίνουν το ίδιο ~. Η υπεροψία είναι κακό ~. Το μόνο ~ που του ζήτησα είναι να ... Το πρώτο ~ που προσέχω σε έναν άνθρωπο είναι ... Τέτοιο ~ δεν έχω ξαναδεί. Δεν υπάρχει χειρότερο ~ από το ... Αγόρασα διάφορα ~ατα (βλ. ψώνια). Απλά/λιτά/ταπεινά ~ατα. Τα βασικά/στοιχειώδη ~ατα της ζωής (= αγαθά). Κάποια ~ατα δεν λέγονται. Δεν κατάλαβα/συγκράτησα και πολλά ~ατα απ' όσα είπε.|| (προφ.) Το πράμα της/του (= τα γεννητικά όργανα· πβ. απαυτά, τέτοιο). Έκρυψαν το ~ (= παράνομο εμπόρευμα, συνήθ. ναρκωτικά). Βλ. χαζόπραμα. 2. γεγονός, περιστατικό ή θέμα, ζήτημα που απασχολεί κάποιον: σημαντικό/σοβαρό ~. Η έκβαση των ~άτων. Για ποιο ~ μιλάμε; Το πρώτο/τελευταίο ~ που μου ήρθε στο μυαλό/σκέφτηκα ήταν ... Το ~ (πβ. υπόθεση) είναι πολύπλοκο/σύνθετο. Το ~ για το οποίο διαφωνούν περισσότερο είναι ... Όπως και να το πάρεις το ~, θα έπρεπε να ... Το ~ σήκωνε συζήτηση. Το ~ έχει ως εξής. Αν υπάρξει αμοιβαίο ενδιαφέρον, το ~ προχωράει κανονικά. Θα φανεί το ~. Το ~ θέλει προσοχή/σκέψη/υπομονή/ψάξιμο. Δεν βλέπεις την ουσία του ~ατος. Για την ιστορία του ~ατος, ας σημειωθεί ότι ... Μυστήρια/παράξενα/περίεργα/φοβερά ~ατα. Βλέπω/κρίνω τα ~ατα συνολικά. Είναι κρίμα, αλλά αυτά τα ~ατα συμβαίνουν. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} δουλειά, ασχολία, ενέργεια: Το πρώτο ~ που κάνω είναι να ... Κάνει πολλά και ενδιαφέροντα ~ατα.|| (προφ.) Είναι σοβαρά ~ατα αυτά; (= πβ. φέρσιμο, συμπεριφορά). Δεν είναι για μεγάλα ~ατα (= για σπουδαίες πράξεις, κατορθώματα). Έχει χίλια ~ατα στο μυαλό του (= πολλές έγνοιες). 4. ΝΟΜ. καθετί που έχει ο άνθρωπος στην κατοχή του· περιουσιακό στοιχείο, κτήμα: ακίνητο/κινητό ~. Κατάσχεση/μίσθωση/νομέας/χρήση του ~ατος. Φυσική εξουσία του προσώπου επί του ~ατος. ● πράγματα & πράματα (τα) 1. η πραγματική (πολιτική, κοινωνική ή ατομική) κατάσταση, τα δεδομένα, οι συνθήκες: εκπαιδευτικά/καλλιτεχνικά/οικονομικά/πολιτιστικά ~. Δύσκολα τα ~. Όπως βλέπω/δείχνουν τα ~, δεν μας συμφέρει να ... Τα ~ πάνε από το κακό στο χειρότερο/άσχημα/καλά/στραβά. Αγρίεψαν/άλλαξαν/βελτιώθηκαν/σοβάρεψαν/χειροτέρευσαν τα ~. Για κοίτα κάτι ~. Είδε τα ~ με άλλο μάτι. Θα φτιάξουν τα ~. Τα ~ πήραν ενδιαφέρουσα τροπή. Τα ~ ήρθαν βολικά/καλύτερα απ' ό,τι φανταζόμουν. Αντιμετωπίζω/δέχομαι/παίρνω τα ~ όπως έρχονται. Κάντε τα ~ όσο πιο απλά γίνεται. Έχει θαρραλέα στάση απέναντι στα ~. Συμμετέχει ενεργά στα ~. Τόλμησε μια βαθιά τομή στα ~. Άσε τα ~ να εξελιχθούν/κυλήσουν από μόνα τους. Ο ανασχηματισμός έγινε υπό την πίεση των ~άτων. 2. (+ γεν. προσώπου) προσωπικά αντικείμενα (ρούχα, παπούτσια, βιβλία, αποσκευές): Μάζεψε/πήρε/τακτοποίησε τα ~ά της/του. Άφησαν/έχασαν/ξέχασαν τα ~ά τους στο αεροδρόμιο. Βλ. μικρο~, ψιλο~. ● Υποκ.: πραγματάκι & πραματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια πράγματα: οι υποθέσεις, τα ζητήματα που αφορούν όλους τους πολίτες: Ασχολούμαι με τα ~ ~. Συμμετοχή των νέων στα ~ ~. Πβ. κοινά. Βλ. πολιτικά. [< γαλλ. la chose publique] , πράγμα καθ' εαυτό: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) η πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. [< γερμ. das Ding an sich] , εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη ● ΦΡ.: άλλο πρά(γ)μα! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι μοναδικό ή αξιοσημείωτο: Μια παράσταση ~ ~! ~ ~ ο καθαρός αέρας! Μου έφτιαξε ένα φαΐ, ~ ~!, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι διαφορετικό από κάτι άλλο: ~ ο ενθουσιασμός ~ η αγάπη., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: ας ακολουθήσουμε τη χρονική ή λογική αλληλουχία: ~ ~: πρώτο ..., δεύτερο ..., τρίτο ..., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι: αντιμετωπίζω ρεαλιστικά την πραγματικότητα., δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα & λίγο/μικρό πράγμα το έχεις & λίγο/μικρό πράγμα είναι να ... (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία ορισμένης κατάστασης: Τουλάχιστον είναι υγιής, δεν είναι και λίγο ~. Έχει δική του δουλειά, λίγο (πράγμα) το έχεις αυτό; Δεν είναι (και) λίγο/μικρό πράγμα (= είναι σημαντικό, σπουδαίο) να είσαι πρωταθλητής. Λίγο/μικρό πράγμα είναι να έχεις φίλους στις δύσκολες στιγμές;, δεν λέει/λένε (και) πολλά πράγματα (προφ.) 1. δεν είναι σημαντικός, δεν αξίζει: Το έργο του δεν λέει ~. 2. (+ για) δεν παρέχει ασφαλή, πλήρη στοιχεία: Οι επιμέρους δείκτες δεν λένε ~ για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης., είμαι/έρχομαι στα πράγματα: ανεβαίνω στην εξουσία, έχω ηγετική θέση: Ποιο κόμμα είναι στα ~; Όταν ήρθε στα ~, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα., (ως) εκ των πραγμάτων (λόγ.): (όπως προκύπτει) από τα γεγονότα, από την πραγματικότητα: Ο υπουργός υποχρεώθηκε ~ ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Τίθεται ~ ~ ζήτημα αναδιάταξης της οικονομίας., εν τοις πράγμασι (αρχαιοπρ.): στην πράξη., έξω από τα πράγματα: χωρίς ενημέρωση και εκτός δράσης: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~., έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του: τον απασχολούν άλλες σκέψεις, έγνοιες: Πήγα να του μιλήσω, αλλά ~ ~., κορίτσι/παιδί πράμα (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί η παιδική ηλικία ή αθωότητα, που δεν συνάδει με ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά: Ξημεροβραδιάζεται ~ ~ σε ύποπτα μαγαζιά., μέσα στα πράγματα & στα πράγματα 1. για πρόσωπο ενεργό σε έναν τομέα, ενημερωμένο ή/και σε θέση-κλειδί: Βρίσκεται/είναι ~ ~ (: στην πρώτη γραμμή). 2. για κάποιον που είναι στη μόδα. Πβ. ιν, τρέντι., πολύ πρά(γ)μα (προφ.): για να δηλωθεί πληθώρα, αφθονία: Αν ψάξεις, θα βρεις ~ ~., πού τέτοιο πρά(γ)μα! (προφ.): για κάτι που δεν έχει συμβεί ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Θα πας διακοπές; Μπα, ~ ~. Πβ. πού τέτοια τύχη!, πρά(γ)μα που σαλεύει (μτφ.-προφ.): λέγεται για φρέσκο ψάρι και καταχρ. για πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα., πράγμα που/το οποίο ... (εισάγει αναφορική πρόταση): γεγονός, ζήτημα που: Η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, ~ ~ σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή., πώς είναι/πάνε τα πράγματα; (προφ.): ποια είναι η κατάσταση, η εξέλιξη των πραγμάτων;: -~ ~ στη δουλειά/στο εξωτερικό/στο σπίτι; -Καλά/μια χαρά/όπως τα ξέρεις., σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάτι που δεν είναι τόσο σημαντικό ή δύσκολο όσο το παρουσιάζουν: Σε χαιρέτησε ο πρόεδρος; ~ ~! ~ ~, και τι έγινε; ΣΥΝ. σιγά/σπουδαία τα λάχανα!, τι πρά(γ)μα (εμφατ., σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις): τι: ~ ~ είναι αυτό; Για ~ ~ πρόκειται ακριβώς; Δεν καταλαβαίνω για ~ ~ μιλάς. Σε ~ ~ αναφέρεσαι; Τι πράμα είσαι συ (= τι είδους άνθρωπος);|| (ως έκφρ. έκπληξης) -Θα μετακομίσω στο εξωτερικό. -~ ~ (: τι έκανε λέει);, τι πρά(γ)μα είναι αυτό & τι πρά(γ)μα κι αυτό (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: ~ ~ με τον καιρό! Όλο βρέχει! Μα ~ ~ να μην μπορεί να συγκρατηθεί!, τι πρά(γ)ματα είναι αυτά (προφ.): ως έκφραση έντονης αποδοκιμασίας για συγκεκριμένη ενέργεια ή συμπεριφορά: ~ ~; Ντροπή! Μα είσαι σοβαρός; ~ ~ που λες;, (πράγματα) εκτός συναλλαγής βλ. συναλλαγή, άκου πράγματα! βλ. ακούω, βάζω τα πράγματα στη θέση τους βλ. θέση, ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, καλώς εχόντων των πραγμάτων βλ. καλώς, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, νοικοκυρεμένα πρά(γ)ματα βλ. νοικοκυρεύω, ντροπής πρά(γ)ματα! βλ. ντροπή, ξηγημένα πρά(γ)ματα βλ. ξηγημένος, όνομα και πρά(γ)μα βλ. όνομα, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πάω τα πράγματα βλ. πηγαίνω & πάω, πράματα και θάματα/θαύματα βλ. θάμα, πρόσωπα και πράγματα βλ. πρόσωπο, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τζάμπα πράμα βλ. τζάμπα, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω, το πράγμα μιλάει (από) μόνο του βλ. μιλώ [< αρχ. πρᾶγμα, μεσν. πράμα, γαλλ. chose(s), γερμ. Ding]
στάτουςστά-τους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θέση ή υπόσταση προσώπου ή θεσμού στην κοινωνία· γενικότ. ισχύουσα κατάσταση: κοινωνικό/υψηλό/χαμηλό ~. Το διεθνές ~ της χώρας. Σύμβολο ~ και καταξίωσης. Πβ. ίματζ, κύρος, πρεστίζ.|| Διοικητικό/επαγγελματικό/εργασιακό/καλλιτεχνικό/νομικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Βλ. καθεστώς, κατεστημένο. [< αγγλ. status]
στερεο- & στερεό-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε 1. τρισδιάστατη διάταξη, ανάλυση: στερεο-δομή.|| (επιστ.) Στερεο-μετρία. Στερεο-σκοπία. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. στερεά ύλη, συμπαγή, σταθερή μορφή: στερεο-ποίηση (βλ. αεριο-, υγρο-). 3. ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τεχνική λήψης, εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου για ομοιόμορφη κατανομή του στον χώρο: στερεο-φωνικός. 4. (σπάν.-μτφ.) σταθερό σχήμα, τυποποιημένη ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά: (τα) στερεό-τυπα. Στερεο-τυπικός.
φυσικός, ή, ό φυ-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη φύση, προέρχεται από αυτή, υπάρχει ή συμβαίνει σε αυτή· που δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας ή παρέμβασης: ~ός: κόσμος/πλούτος. ~οί: κίνδυνοι/νόμοι. ~ές: διεργασίες/πηγές. ~ά: μνημεία/τοπία/χαρακτηριστικά (εδαφών). Προστασία της ~ής κληρονομιάς. Οι ~οί εχθροί των ζώων/φυτών.|| ~ός: αερισμός/(ΑΣΤΡΟΝ.) δορυφόρος (βλ. φεγγάρι)/χλοοτάπητας (ΑΝΤ. πλαστικός). ~ό: λιμάνι/λίπασμα/μετάξι/οχυρό. ~ά: καλλυντικά/προϊόντα (πβ. βιολογικός, οικολογικός, οργανικός). ΑΝΤ. τεχνητός.|| (ΦΥΣ.) ~ή: μετεωρολογία/σταθερά. ~ό: εκκρεμές. ~ές: ιδιότητες. ~ά: φαινόμενα (βλ. μετα~, παρα~, υπερ~, ψυχο~). Βλ. ακτινο~, αστρο~, βιο~, γεω~. 2. που σχετίζεται με το σώμα· σωματικός: ~ός: πόνος. ~ή: αναπηρία/βία/δύναμη/προσπάθεια. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες (: περπάτημα, τρέξιμο)/ικανότητες. ~ή: άμυνα/αντίσταση του οργανισμού στις ασθένειες. Δεν έχει τα ~ά προσόντα για να γίνει μοντέλο (: την κατάλληλη σωματική διάπλαση). Βλ. πνευματ-, ψυχ-ικός.|| Πέθανε από ~ά αίτια. 3. που δεν είναι επίκτητος ή αποτέλεσμα επέμβασης· εκ γενετής: ~ή: ομορφιά. ~ό: χρώμα μαλλιών. Είναι ~ή κοκκινομάλλα.|| ~ό: μακιγιάζ (: που δεν γίνεται αντιληπτό). Μέικ απ για ~ό αποτέλεσμα. ΑΝΤ. ψεύτικος. 4. αναμενόμενος, κανονικός, ομαλός, φυσιολογικός: ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/συνέπεια. ~ό: επακόλουθο. ~ή εξέλιξη/πορεία των πραγμάτων. Μου είπε ότι χωρίζουμε σαν κάτι εντελώς ~ό. Βλ. λογικός.|| ~ός: τοκετός (βλ. καισαρική). ΑΝΤ. αφύσικος (2) 5. (μτφ.) ανεπιτήδευτος, αυθόρμητος, ειλικρινής: ~ή: ερμηνεία/ευγένεια. Με ~ό ύφος (= με φυσικότητα). ΑΝΤ. προσποιητός, υποκριτικός (1), ψεύτικος (1) 6. (για γονείς ή παιδιά) βιολογικός. ΑΝΤ. θετός (1) ● Ουσ.: Φυσικό (το) (προφ.): το τμήμα Φυσικής (του πανεπιστημίου). ● επίρρ.: φυσικώς [-ῶς] (λόγ.): από τη φύση: θέση/χερσόνησος ~ οχυρωμένη. Πβ. φυσικά. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικές επιστήμες: που ασχολούνται με τη μελέτη της φύσης και των νόμων που τη διέπουν (αστρονομία, βιολογία, γεωλογία, ζωολογία, μετεωρολογία, φυσική, χημεία). Πβ. θετικές επιστήμες. Βλ. ανθρωπιστικές επιστήμες. [< γαλλ. sciences naturelles] , φυσική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. που έχει αναπτυχθεί με φυσικό τρόπο και συνδέεται με την ιστορία και την κοινωνία της κοινότητας που τη χρησιμοποιεί. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επεξεργασία ~ής ~ας (βλ. αυτόματη μετάφραση). ΑΝΤ. τεχνητή γλώσσα [< αγγλ. natural language] , φυσική ελευθερία: το δικαίωμα κάποιου να ενεργεί κατά βούληση, με μόνο περιορισμό τις σωματικές του ικανότητες., φυσική εξέταση: ΙΑΤΡ. επισκόπηση, ψηλάφηση, επίκρουση και ακρόαση ασθενή., φυσική θρησκεία: ΘΡΗΣΚ. που βασίζεται στη λογική, την ηθική και τη μελέτη της φύσης. Βλ. φυσιοκρατία. [< αγγλ. natural religion] , φυσική ιστορία 1. ΒΙΟΛ.-ΠΑΛΑΙΟΝΤ. (με κεφαλ. Φ,Ι) μελέτη της φύσης, κυρ. των ζώων, των φυτών και των απολιθωμάτων τους: Μουσείο ~ής ~ας. Βλ. βοτανική, ζωο-, φυτο-λογία. 2. εξελικτική πορεία: η ~ ~ μιας νόσου.|| Η ~ ~ του Σύμπαντος. [< αγγλ. natural history] , φυσική κατάσταση 1. η σωματική υγεία ενός ανθρώπου: Βρίσκεται σε άριστη/καλή ~ ~ (πβ. ευεξία, ευρωστία). Βελτίωση/διατήρηση της ~ής ~ης. Ασκήσεις/προπόνηση για ~ ~ και αντοχή. Πβ. φίτνες, φόρμα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. καθεμία από τις τρεις μορφές (αέρια, υγρή, στερεή) στις οποίες μπορεί να βρεθεί η ύλη. [< 1: γαλλ. état physique 2: αγγλ. state of matter] , φυσική πρόσβαση : ΠΛΗΡΟΦ. τρόπος προστασίας υπολογιστών, δικτύων ή προγραμμάτων, κατά τον οποίο η πρόσβαση ενός ατόμου σε αυτά δεν γίνεται από απόσταση, αλλά μόνο με επαφή. [< αγγλ. physical access] , φυσικό μονοπώλιο: ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς τον οποίο μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα μία επιχείρηση απ' ό,τι περισσότερες. , φυσικό πρόσωπο: ΝΟΜ. κάθε άνθρωπος ως φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Βλ. νομικό πρόσωπο. [< γερμ. natürliche Person] , φυσικός αριθμός: ΜΑΘ. οι αριθμοί 0,1,2,3, ... 105, 106, 107, ... οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να δηλωθεί σειρά ή πλήθος., φυσικός/μητρικός ομιλητής: ΓΛΩΣΣ. που μιλά τη μητρική του γλώσσα. [< αγγλ. native speaker] , (φυσικό) μεταλλικό νερό βλ. νερό, τεχνητά δάκρυα βλ. δάκρυ, υγροποιημένο φυσικό αέριο βλ. αέριο, φυσικές καλλονές βλ. καλλονή, φυσική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, φυσική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, φυσική γέφυρα βλ. γέφυρα, φυσική γεωγραφία βλ. γεωγραφία, φυσική επιλογή βλ. επιλογή, φυσική ιατρική βλ. ιατρική, φυσική καλλιέργεια βλ. καλλιέργεια, φυσική καταλληλότητα βλ. καταλληλότητα, φυσική καταστροφή βλ. καταστροφή, φυσική μητέρα βλ. μητέρα, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή, φυσικό αέριο βλ. αέριο, φυσικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, φυσικό δίκαιο βλ. δίκαιο, φυσικό μέγεθος βλ. μέγεθος, φυσικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, φυσικοί πόροι βλ. πόρος, φυσικός αυτουργός βλ. αυτουργός, φυσικός δικαστής βλ. δικαστής, φυσικός χυμός βλ. χυμός, φυσικός/φυσιολογικός θάνατος βλ. θάνατος ● ΦΡ.: από φυσικού του/της (προφ.): από τη φύση του/της: ~ ~ είχε κλίση προς τη μουσική. Είναι ξανθιά ~ ~ της. Πβ. εκ γενετής, εκ φύσεως., είναι φυσικό: είναι λογικό, αυτονόητο, αποδεκτό: ~ ~ να ανησυχούν για σένα οι γονείς σου., εκ του φυσικού: με βάση το φυσικό πρότυπο: ζωγραφική/σχέδια ~ ~., φυσικώ τω λόγω βλ. λόγος [< αρχ. φυσικός, γαλλ. naturel, physique, αγγλ. natural, physical]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ