Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καταισχύνη κα-ται-σχύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): ντροπή: Είναι μεγίστη/υψίστη ~ να ... Πβ. αίσχος. ΣΥΝ. όνειδος ● ΦΡ.: οποία (κατ)αισχύνη! βλ. αισχύνη [< μεσν. καταισχύνη]

αισχύνη

αισχύνη[αἰσχύνη] αι-σχύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ντροπή: ~ και όνειδος. Πβ. αίσχος, κατ~. ● ΦΡ.: οποία (κατ)αισχύνη! (αρχαιοπρ.-εμφατ.): τι (μεγάλη) ντροπή! ~ ~ για την κοινωνία! [< αρχ. αἰσχύνη]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.