Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κατακίτρινος , η, ο κα-τα-κί-τρι-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει έντονο κίτρινο χρώμα: ~ος: ήλιος.|| (κατ' επέκτ.) Έγινε ~ από τον φόβο του. Πβ. κάτασπρος, κατάχλομος, κάτωχρος.