κα-τα-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {κατάλαβα, καταλάβω, καταλαβαιν-όμαστε, καταλαβαίν-οντας} 1. γνωρίζω ή μπορώ να εξηγήσω στον εαυτό μου το νόημα, τη φύση ή την αιτία ενός πράγματος: ~ τις απόψεις σου/τη διαφορά/τη σημασία μιας λέξης. ~ ένα έργο τέχνης. Είναι δύσκολο να το καταλάβεις (: είναι δυσνόητο). Πβ. αντιλαμβάνομαι, κατανοώ.|| ~ τι μου λες. Διαβάζω, αλλά δεν ~ τίποτα (βλ. αλαμπουρνέζικα). Όπως ~εις, η κατάσταση είναι κρίσιμη. Κάνει πως δεν ~ει (πβ. κάνει την πάπια/το κορόιδο). Aν κατάλαβα καλά, ... Λάθος (πβ. παρεξηγώ)/σωστά κατάλαβες! Το κατάλαβες (= μπήκες στο νόημα, το 'πιασες); Αδύνατο να το καταλάβω! Τόσες φορές του το είπα, αλλά δεν θέλει/δεν λέει να το καταλάβει. Πβ. εννοώ. Βλ. πολυ~, ψιλο~.|| (έκφρ. θυμού:) Δεν (το) κατάλαβα το ύφος σου!|| (έκφρ. απορίας) Δεν ~ πού βρίσκει την όρεξη και/να ...|| (για πρόσ.) Δεν μπορώ να τον καταλάβω (= να τον ψυχολογήσω).|| ~εις Γερμανικά (= μιλάς); || Δεν ~ τα γράμματά σου (: δεν τα βγάζω). 2. δείχνω κατανόηση, συμμερίζομαι: ~ τις ανησυχίες/τη στάση σου. Σε ~ απόλυτα. ~ πώς αισθάνεσαι/τι περνάς! Δεν με ~εις! Πβ. συμπονώ. ΣΥΝ. νιώθω (4) 3. συνειδητοποιώ· υποψιάζομαι: Τώρα ~ γιατί ... Δεν ~ει (= παραδέχεται) το λάθος του.|| Δεν κατάλαβα ότι ήσουν εσύ (= δεν σε αναγνώρισα)! Με πλησίασε χωρίς να τον καταλάβω.|| Το είχα καταλάβει απ' την αρχή ότι κάτι μας έκρυβε. ΣΥΝ. παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά 4. (προφ., για χρονικό διάστημα) αισθάνομαι: Φέτος δεν καταλάβαμε γιορτές/διακοπές (= δεν απολαύσαμε, δεν ευχαριστηθήκαμε). Πέρασε ο καιρός/η ώρα χωρίς να το καταλάβω (: πολύ γρήγορα). ● καταλαβαινόμαστε (προφ.): συνεννοούμαστε: Μου φαίνεται πως δεν ~.|| Με τον σύζυγό της ~ονται (= επικοινωνούν ψυχικά). ● ΦΡ.: (από) πού/πώς το κατάλαβες; (προφ.): για να εκφραστεί απορία ή έκπληξη: ~ ~ βρε θηρίο; (Kι) εσύ ~ ~; Καλά/μα ~ ~; Ναι, εγώ ήμουν, ~ ~; Aλήθεια, εσείς ~ ~ καταλάβατε;, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει (προφ.): του το κάνω αντιληπτό, του δημιουργώ συγκεκριμένη εντύπωση: Με άφησε να καταλάβω (= άφησε να εννοηθεί) ότι με συμπαθεί. Μου έδωσε να καταλάβω πως μπορώ να τον εμπιστευτώ. Να του δώσεις να καταλάβει πως δεν αστειεύεσαι., δεν καταλαβαίνω από κάτι (προφ.) ΣΥΝ. χαμπαριάζω 1. αγνοώ πλήρως ένα αντικείμενο: ~ ~ει (πολλά) από κλασική μουσική/υπολογιστές. ΣΥΝ. σκαμπάζω 2. δεν επηρεάζομαι, δεν πτοούμαι: ~ ~ει (= δεν παίρνει) από λόγια/παρακάλια.|| ~ ~ (από) ζέστη/κούραση/κρύο (= δεν καταβάλλομαι)., κατάλαβες; (προφ. δείκτης, συνήθ. στο τέλος φρ.) 1. χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει την κατανόηση από τον ακροατή των λεγομένων: Μετά από αυτό δεν ήξερα τι να κάνω, ~; Mε ~ πώς το εννοώ, έτσι (= με πιάνεις, μπήκες); 2. εκφράζει αγανάκτηση ή απειλή: Άσε με ήσυχο, ~;|| Θα κάνεις ό,τι σου λέω, ~;, ό,τι καταλαβαίνεις (προφ.): ό,τι θεωρείς σωστό, πρέπον: Δώσε/κάνε/πράξε ~ ~!, τι καταλαβαίνω (που ...); (προφ.): τι κατορθώνω: Και τι κατάλαβες (= πέτυχες) τώρα που τους έκανες να τσακωθούν;, του δίνω και καταλαβαίνει (προφ.): κάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Πηγαίνει στο γυμναστήριο και του δίνει ~ (στις ασκήσεις). Είχαμε τέτοια πείνα που του δώσαμε και κατάλαβε (= φάγαμε πολύ)!, (δεν) καταλαβαίνεις ελληνικά; βλ. ελληνικός, δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι βλ. γρι, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! βλ. Χριστός, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! βλ. καλά, μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε/καταλαβαίνουμε βλ. μαζί [< μεσν. καταλαβαίνω]
γριεπίρρ. & (σπάν.) γρυ: μόνο στη ● ΦΡ.: δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι (προφ.): τίποτα απολύτως: Δεν καταλαβαίνω ~ (= λέξη) απ' όσα λες. Δεν ξέρει/δεν σκαμπάζει ~ Ελληνικά/από υπολογιστές (πβ. δεν ξέρει την τύφλα του). [< αρχ. οὐδὲ γρῦ]
ελληνικός, ή, ό [ἑλληνικός] ελ-λη-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ελλάδα ή/και τους Έλληνες: ο ~ πολιτισμός/η ~ή αρχαιότητα (βλ. αρχα-, μυκηνα-ϊκός, γεωμετρ-, κλασ-, κυκλαδ-, μινω-ικός). ~ή: εκπομπή (= ελληνό-γλωσση, -φωνη)/σαλάτα (= χωριάτικη). Το ~ό δαιμόνιο/φιλότιμο. Τα ~ά νησιά. Βλ. ανθ~, αρχαιο~, μισ~, προ~, πρωτο~, φιλ~.|| (εμφατ., συχνά ειρων.) ~ότατο: όνομα. ● Ουσ.: Ελληνικά (τα) & (επίσ.) Ελληνική (η): η ελληνική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα: η αρχαία/μεσαιωνική/(κοινή) νέα Ελληνική. Διδασκαλία της ~ής (= Νεοελληνικής) ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Βλ. απλοελληνική. ● ΣΥΜΠΛ.: η Ελληνική Επανάσταση/η Επανάσταση του (18)21: ΙΣΤ. η εθνεγερσία για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. ΣΥΝ. Αγώνας, Εικοσιένα, ξεσηκωμός του Γένους, ελληνικός καφές βλ. καφές, η εθνική/η ελληνική παλιγγενεσία βλ. παλιγγενεσία, Κοινή Νεοελληνική/Κοινή Νέα Ελληνική βλ. κοινός, υγρό πυρ βλ. πυρ ● ΦΡ.: (δεν) καταλαβαίνεις ελληνικά; (προφ.): σε κάποιον που δεν κατανοεί κάτι αυτονόητο: Τι άλλο θέλεις να σου πω, ~ ~;, ελληνικά (σου) μιλάω (όχι κινέζικα) (προφ.): όταν κάποιος δυσκολεύεται ή δεν θέλει να καταλάβει κάτι: Καλά, χαζός είσαι; ~ ~!, στις ελληνικές καλένδες βλ. καλένδες, χρωστάω σε όποιον μιλάει ελληνικά βλ. χρωστώ [< αρχ. ἑλληνικός, γαλλ. hellénique, αγγλ. hellenic]
καλάκα-λά επίρρ. 1. ικανοποιητικά, σωστά: ~ διαβασμένος/οργανωμένος/πληροφορημένος (πβ. επαρκώς. ΑΝΤ. ελλιπώς). Κοιμήθηκα ~. Παίζουνε/συνεργάζονται ~. Κάνει ~ τη δουλειά του. Έπαιξε ~ τον ρόλο της. Δεν το είπε ~ το ανέκδοτο. ~ (του) τα 'πες (πβ. εύστοχα)! Μακριά δεν βλέπω ~. Δεν κατάλαβα ~ τι εννοούσε. ΑΝΤ. κακά.|| (εμφατ.) Κοίτα ~, δεν το βλέπεις; Άκου ~ τι θα σου πω! Κλείσε ~ (= εντελώς, τελείως) το παράθυρο. Ανακινήστε το μπουκάλι ~. Κρατήσου/πιάσου ~, μην πέσεις! Να το δέσεις ~ (= γερά, σφιχτά). Γράψε ~ τ' όνομά σου, χωρίς λάθη! Καθάρισε το δωμάτιό σου ~ (= σχολαστικά, προσεκτικά, ΑΝΤ. βιαστικά).|| Θυμάμαι ~ (: με βεβαιότητα) πως το είχα αφήσει εδώ.|| Του αρέσει να ντύνεται ~ (: είναι καλοντυμένος· πβ. επίσημα, κομψά, όμορφα. ΑΝΤ. πρόχειρα). Ήταν πάντα ~ χτενισμένη (= καλοχτενισμένη). Δεν είσαι ~ (= κατάλληλα) ντυμένος για την περίσταση. Ντύσου ~ (= ζεστά)! Δεν μιλάς ~ (= ευπρεπώς, κόσμια). 2. σε καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση: - Τι κάνεις; - ~, ευχαριστώ. Αισθάνομαι/νιώθω ~ (ΑΝΤ. άσχημα). Δεν είμαι καθόλου ~. Φαίνεσαι ~/καλύτερα από χθες. Ο γιατρός τον έκανε ~. Εύχομαι να γίνεις σύντομα ~ (: να αναρρώσεις). 3. ευχάριστα, άνετα ή ευνοϊκά: ~ να περάσετε (πβ. όμορφα, ωραία)! Με δύο μισθούς ζούμε πολύ ~. Εδώ που ήρθα είναι πιο ~, μου αρέσει! ΑΝΤ. δυσάρεστα.|| Μεταχειρίζομαι κάποιον ~. Μου φέρθηκαν πολύ ~, τους είμαι ευγνώμων. ΑΝΤ. άσχημα 4. για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· εντάξει: -Θα πας εσύ αντί για μένα; -~! ~, εσύ ό,τι πεις! Πβ. σύμφωνοι, έχει καλώς.|| Ε, ~, τι να γίνει ... 5. (προφ.-εμφατ.) στην αρχή πρότασης για δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~, πλάκα μου κάνεις/σοβαρολογείς; ~, εσύ δεν έλεγες πως δεν θα ερχόσουν; ~ εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ γελάς! ~, ε, φοβερή ταινία! Μα, ~, καθόλου δεν σου κόβει; ~, το αγόρασες χωρίς να το δοκιμάσεις; ● ΦΡ.: (τα) περνάω καλά/άσχημα (προφ.): ο χρόνος κυλά ευχάριστα/δυσάρεστα, (δεν) διασκεδάζω: - Πώς τα περνάς; - Πολύ καλά! Πέρασες καλά στις διακοπές; Δεν τα πέρασα κι άσχημα., α, καλά! (προφ.-ειρων.): για έκφραση αποδοκιμασίας: - Με απέλυσαν χωρίς να μου δώσουν αποζημίωση. - ~ ~! έχουμε ξεφύγει εντελώς!, αρχίζω κάτι καλά: κάνω καλή, επιτυχημένη αρχή: Καλά αρχίσαμε, να δούμε πώς θα συνεχίσουμε., για τα καλά (προφ.-επιτατ.): πάρα πολύ, εντελώς: Έβρεξε/καλοκαίριασε/νύχτωσε/χειμώνιασε/χιόνισε ~ ~. Κοιμήθηκε/νευρίασε/την πάτησε/του τα 'ψαλα ~ ~., δεν (μας) τα λες καλά (προφ.): αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου λόγω ασαφειών, ανακριβειών, υπερβολών: Δεν τα λες καλά, εγώ θα σας πω τι έγινε!|| (ειρων.) Μέσα σε μισή ώρα πήγες κι ήρθες κι έκανες και τη δουλειά; Δεν μας τα λες καλά, φιλαράκο!, είμαι καλά με κάποιον (προφ.): για επιτυχημένη ερωτική σχέση: Είμαστε πολύ ~ μαζί τελευταία (= τα πηγαίνουμε καλά)., και καλά (προφ.-ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων τρίτου, δήθεν: Ήρθε ~ ~ να μου ζητήσει συγγνώμη. ΣΥΝ. τάχα (1), καλά δεν τα λέω; (προφ.): ρητορική ερώτηση, για επιβεβαίωση των λεγομένων: Όταν υπόσχεσαι κάτι, πρέπει να κρατάς τον λόγο σου. ~ ~;, καλά θα κάνεις να ... (προφ.): για επίπληξη, υπόδειξη σωστής συμπεριφοράς· πρέπει: ~ ~ προσέχεις τα λόγια σου!|| Θα έκανες καλά να μην αργούσες άλλη φορά!, καλά καλά (εμφατ.): πολύ καλά: Πλύνε τα χέρια σου ~ ~. Με κοίταξε ~ ~. Πβ. προσεκτικά., καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ...: (στην αρχή πρότασης) για κάτι που γίνεται αμέσως ή πολύ νωρίς· μόλις: ~ ~ δεν είχε ξημερώσει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με χαστούκισε προτού ~ ~ πω τίποτε., καλά κάνω! (προφ.): απότομη, αγενής και αποστομωτική απάντηση σε παρατήρηση, μομφή κάποιου: - Συνεχώς καθυστερείς! - ~ ~, κοίτα τη δουλειά σου!, καλά να (τα) πάθεις! (προφ.): (συχνά με χαιρεκακία) για κάποιον που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του: ~ ~, να σου γίνει μάθημα! ~ να πάθω που δανείζω σε ξένους... Πβ. ας πρόσεχες!, καλά σου έκανε! (προφ.): σου άξιζε αυτή η συμπεριφορά: ~ ~, να μάθεις να βρίζεις άλλη φορά! ~ ~, το είχες παρακάνει. ~ του έκανες, του μασκαρά!, καλά σου! (νηπιακή γλ.): για εκδήλωση παραπόνου: Δεν με παίζεις; ~ ~ κι εγώ δεν σου ξαναμιλάω!, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! (προφ.): για επιβεβαίωση σκέψης, πρόβλεψης: ~ ~ ότι θα σε βρω εδώ! Καλά το(ν) κατάλαβα εγώ ότι έλεγε ψέματα., καλά/καλό θα 'τανε: (+ να) για έκφραση επιθυμίας ή προτροπής: ~ ~ να πηγαίναμε μαζί τους, τι λες; ~ ~ να είμαστε πλούσιοι αλλά δεν είμαστε (πβ. μακάρι).|| - Να του τηλεφωνήσω; - ~ ~., καλάαα ... (προφ.): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακής συμπεριφοράς: Δεν μας μιλάς, ε; ~..., κάνω (κάποιον) καλά (προφ.): καταφέρνω να επιβληθώ σε κάποιον ή να χειριστώ μια κατάσταση: Πείσε τον εσύ, εγώ δεν τον ~ ~. Έλα κάνε ~ (= ανάλαβε) τον γιο σου! Πβ. κάνω κάποιον ζάφτι., κάτι δεν πάει καλά (προφ.): για να εκφραστεί προβληματισμός σχετικά με κάποια κατάσταση: ~ ~ μαζί του/μ' αυτόν/με την υπόθεση. Κάτι δεν μου ~ ~ σ' αυτή την ιστορία (= κάτι μου βρομάει· πβ. κάποιο λάκκο έχει η φάβα)., να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... (ευχετ.): μακάρι να είμαστε γεροί για να ξανακάνουμε κάτι: ~ ~ να ξαναπάμε και του χρόνου!, να 'σαι καλά (ευχετ.): αντί για "ευχαριστώ" ή "παρακαλώ": ~ ~ που με θυμήθηκες!|| -Σ' ευχαριστώ για τη βοήθειά σου! -~ ~!, ναι, καλά! & ναι, σιγά! (ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου: -Θα έρθει! -~ ~!, όλα καλά (προφ.): σε ερώτηση ή απάντηση σχετικά με την κατάσταση κάποιου: -~ ~; -Μια χαρά! -Πώς πάει; - ~ ~ (κι ωραία)!, τα έχω καλά με κάποιον (προφ.): έχω καλές σχέσεις: Φρόντισε να τα ~εις ~ μαζί του/με τους συναδέλφους σου! Πβ. (τα) πάω/πηγαίνω καλά., τι καλά/τι ωραία! (προφ.): για να δηλωθεί ενθουσιασμός: Θα πάμε εκδρομή, ~ ~!, το πήρε καλά: αντέδρασε ήπια σε ένα δυσάρεστο νέο, το δέχτηκε ομαλά, δεν θίχτηκε: Ευτυχώς πήρε ~ την πλάκα που του κάναμε! Δεν περίμενα να το πάρει τόσο καλά! ΑΝΤ. το πήρε άσχημα, (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! βλ. προσέχω, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, ας τα λέμε καλά βλ. λέω, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, για θυμήσου καλά! βλ. θυμάμαι, δεν με/σε/τον βλέπω καλά βλ. βλέπω, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα βλ. ζω1, θα φας καλά! βλ. τρώω, καλά και άγια βλ. άγιος, καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες βλ. λέω, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, κάνω καλά/άσχημα βλ. κάνω, κάτσε καλά! βλ. κάθομαι, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; βλ. βλέπω, μίλα καλά! βλ. μιλώ, μιλάω καλά για κάποιον βλ. μιλώ, πάει καλά βλ. πηγαίνω & πάω, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, σκέψου καλά βλ. σκέφτομαι, την έχω καλά/άσχημα βλ. έχω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, το μιλάει καλά το ... βλ. μιλώ ● βλ. καλός, καλώς [< αρχ. καλῶς, μεσν. καλά]
μαζίμα-ζί επίρρ. 1. στο ίδιο μέρος ή σύνολο: Δουλεύουμε/ταξιδεύουμε ~. Ζω (~) με τους γονείς μου. Δεν διασκεδάζουν όταν είναι ~.|| Τοποθετείτε όλα τα υλικά ~ στο μίξερ. Τα δικαιολογητικά πρέπει να υποβληθούν ~ με τη δήλωση (= από κοινού). ΑΝΤ. ξέχωρα (1), χώρια (1), χωριστά 2. σε άμεση επαφή ή πρόσβαση: Eπικοινωνήστε ~ μας (= με μας). Σ' αγαπάμε και είμαστε ~ σου (: σε στηρίζουμε)! Είναι ~ (: έχουν ερωτικό δεσμό).|| Έχε ~ σου λεφτά! Να πάρετε ~ σας ένα χοντρό μπουφάν! 3. ταυτόχρονα: Η άποψή σου είναι ~ και πολλών άλλων. ● ΦΡ.: μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε/καταλαβαίνουμε: δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε., πάνε μαζί: συνδέονται αναπόσπαστα· δεν συμβιβάζονται: Ο αθλητισμός και ο πολιτισμός ~ ~.|| Κάπνισμα και υγεία δεν ~ ~., (εμείς) μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε βλ. χώρια, και μαζί και χώρια βλ. χώρια, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά βλ. ξερός, μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, όλοι μαζί βλ. όλος, σέρνω μαζί μου βλ. σέρνω [< μεσν. μαζί(ν)]
ΧριστόςΧρι-στός ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. ο Υιός του Θεού, ιδρυτής του Χριστιανισμού και κεφαλή της Εκκλησίας: ο (Κύριος ημών) Ιησούς (βλ. ΙΧ)/ο Σωτήρας (βλ. ΙΧΘΥΣ) ~. Η Ανάσταση (βλ. Πάσχα)/η Βάπτιση (βλ. Φώτα)/η ενανθρώπηση ή ενσάρκωση/τα θαύματα/η θεία και ανθρώπινη φύση (βλ. περιχώρηση)/η θυσία/οι μαθητές/οι παραβολές/η Σταύρωση/το σώμα και το αίμα (βλ. Θεία Κοινωνία, μετουσίωση)/η Ταφή (βλ. αποκαθήλωση, Πανάγιος/Άγιος Τάφος) του ~ού. Πιστεύω/προσεύχομαι στον ~ό. Πβ. αλιέας/αλιεύς ανθρώπων, ο Αμνός (του Θεού), ο άρτος της ζωής, Δεσπότης, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, Θεάνθρωπος, ο Λόγος (του Θεού), Λυτρωτής, Μέγας Αρχιερέας, ο Μέγας Βασιλεύς, μεσσίας, νυμφίος, ραβί, φως ιλαρόν. Βλ. Άγιοι Τόποι, Ευαγγέλιο, Ιερά/Ιερή Παράδοση, Μεγάλη Εβδομάδα, Χριστούγεννα.|| (στην αγιογραφία:) Ο ~ Παντοκράτορας. Βλ. ο καλός ποιμήν. ● Υποκ.: Χριστούλης (ο) (συνήθ. όταν απευθυνόμαστε σε μικρό παιδί): ο μικρός/νεογέννητος ~ (: ο Χριστός βρέφος).|| Μην ανησυχείς! Ο καλός ~ θα σε βοηθήσει! Βλ. Παναγίτσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Ελκόμενος (Χριστός) βλ. ελκόμενος ● ΦΡ.: (ο) Χριστός κι (ο) Απόστολος/κι (η) Παναγία! (προφ.): προς δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αποδοκιμασίας: ~ ~! Τι είν' αυτά τα πράγματα!|| Έλα Χριστέ κι Απόστολε! Ο κόσμος είναι τρελός!, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! (προφ.): τίποτα απολύτως!, είδα τον Χριστό φαντάρο! (αργκό): τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. τα είδα όλα! (2), κατά Χριστόν: ΕΚΚΛΗΣ. σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού: η ~ ~ αγάπη. Έζησε ~ ~ (βλ. όσιος)., κατεβάζω/βρίζω Χριστούς και δαίμονες/Παναγίες (προφ.): βρίζω, βλαστημώ. ΣΥΝ. κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες, προ Χριστού/μετά Χριστόν (συντομ. π.Χ., μ.Χ.): (μέθοδος χρονολόγησης στον χριστιανικό κόσμο) πριν από ή μετά τη γέννηση του Χριστού: τον 5ο αι. π.Χ. Η 2η χιλιετία μ.Χ., του Χριστού (λαϊκό): την ημέρα των Χριστουγέννων: Ήρθαν/χιόνισε (ανήμερα) ~ ~., Χριστέ μου/Χριστούλη μου! (ως επιφών.): για να δηλωθεί: (έκπληξη, δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία:) Τι ντροπή, ~ ~!|| (παράκληση, ευχή:) Βόηθα/λυπήσου με, ~ ~!|| (φόβος:) ~ ~ (: μαμά/μανούλα μου)! ΣΥΝ. Θεέ μου!, Χριστός!: λέγεται σε κάποιον που βήχει, επειδή στραβοκατάπιε., για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! βλ. όνομα, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε βλ. φυλάω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, μετά Χριστόν προφήτης βλ. προφήτης, ο δρόμος του Θεού/του Χριστού βλ. δρόμος, περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος, Χριστός ανέστη βλ. ανασταίνω, χρυσό/Θεό/Χριστό τον έκανα βλ. χρυσός [< μτγν. Χριστός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ