Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καταλύω κα-τα-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατέλυ-σε, καταλύ-σει, -θηκε (λόγ. κατελύθ-η, -ησαν), -θεί, -μένος, -οντας} 1. προκαλώ τη διακοπή της ομαλής λειτουργίας ή της ύπαρξης οργανωμένου συνόλου, καταργώ έναν θεσμό, ένα σύστημα: ~σαν με τη βία/με πραξικόπημα το πολίτευμα/το Σύνταγμα. ~εται η έννομη τάξη (ΑΝΤ. τηρείται). ~ονται (στην πράξη) οι αρχές/αξίες. Πβ. ανατρέπω, καταστρέφω. Βλ. αποκαθιστώ, εγκαθιδρύω.|| Η ηγεμονία ~θηκε. 2. (λόγ.) (συνήθ. για οργανωμένη ομάδα ατόμων) διαμένω, διανυκτερεύω προσωρινά: Οι εκδρομείς ~σαν στον ξενώνα. Οι πρόσφυγες ~σαν στον καταυλισμό/σε σκηνές. Πβ. σταθμεύω. 3. ΕΚΚΛΗΣ. καταναλώνω μη νηστίσιμες τροφές, κυρ. κατά τη διάρκεια νηστείας: ~εται το λάδι/ψάρι.καταλύει: ΧΗΜ. δρα ως καταλύτης: Ένζυμο που ~ την οξείδωση ουσιών/την υδρόλυση των λιπιδίων (βλ. λιπάση). Αντιδράσεις που ~ονται από βάσεις/βιταμίνες/οξέα. [< γαλλ. catalyser, αγγλ. catalyse] [< 1,2: αρχ. καταλύω 3: μεσν. ~]

αποκαθιστώ

αποκαθιστώ[ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.