καταλύω κα-τα-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατέλυ-σε, καταλύ-σει, -θηκε (λόγ. κατελύθ-η, -ησαν), -θεί, -μένος, -οντας} 1. προκαλώ τη διακοπή της ομαλής λειτουργίας ή της ύπαρξης οργανωμένου συνόλου, καταργώ έναν θεσμό, ένα σύστημα: ~σαν με τη βία/με πραξικόπημα το πολίτευμα/το Σύνταγμα. ~εται η έννομη τάξη (ΑΝΤ. τηρείται). ~ονται (στην πράξη) οι αρχές/αξίες. Πβ. ανατρέπω, καταστρέφω. Βλ. αποκαθιστώ, εγκαθιδρύω.|| Η ηγεμονία ~θηκε.2. (λόγ.) (συνήθ. για οργανωμένη ομάδα ατόμων) διαμένω, διανυκτερεύω προσωρινά: Οι εκδρομείς ~σαν στον ξενώνα. Οι πρόσφυγες ~σαν στον καταυλισμό/σε σκηνές. Πβ. σταθμεύω.3. ΕΚΚΛΗΣ. καταναλώνω μη νηστίσιμες τροφές, κυρ. κατά τη διάρκεια νηστείας: ~εται το λάδι/ψάρι. ● καταλύει: ΧΗΜ. δρα ως καταλύτης: Ένζυμο που ~ την οξείδωση ουσιών/την υδρόλυση των λιπιδίων (βλ. λιπάση). Αντιδράσεις που ~ονται από βάσεις/βιταμίνες/οξέα. [< γαλλ. catalyser, αγγλ. catalyse] [< 1,2: αρχ. καταλύω 3: μεσν. ~]
αποκαθιστώ
αποκαθιστώ[ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε).2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις).3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.