καταπονώ [καταπονῶ] κα-τα-πο-νώ ρ. (μτβ.) {καταπον-είς ... | καταπόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. (λόγ.) κουράζω πολύ, εξαντλώ, εξουθενώνω: Μην ~είς άσκοπα τα μάτια/τον οργανισμό σου! Άσκηση που ~εί τα γόνατα/την καρδιά/τη μέση. Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πολύ (= καταβάλει). ~ημένος από τη σκληρή δουλειά. Νιώθω αδύναμος και ~ημένος. ΑΝΤ. δυναμ-, τον-, χαλαρ-ώνω, ξεκουράζω.2. ΜΗΧΑΝ. προκαλώ καταπόνηση: Υλικό που ~είται σε εφελκυσμό/θλίψη/κάμψη/κρούση/στρέψη. Επιφάνειες ~ημένες από την άσκηση δυνάμεων/πιέσεων.|| Το κτίριο έχει ~ηθεί από τους σεισμούς. ~ημένα: φρένα. Πβ. φθείρω. Βλ. παραμορφώνω. [< 1: αρχ. καταπονῶ 2: γαλλ. fatiguer]
παραμορφώνω
παραμορφώνωπα-ρα-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {παραμόρφω-σα, παραμορφώ-θηκα, -μένος, παραμορφών-οντας} 1. αλλοιώνω, μεταβάλλω, τροποποιώ τη μορφή, το σχήμα, την όψη προσώπου ή πράγματος: Η σύγκρουση ~σε το αυτοκίνητο. Το στερεό σώμα ~εται λόγω της επίδρασης εξωτερικών δυνάμεων. ~θηκε στην όψη από το ατύχημα. Τα χαρακτηριστικά του έχουν ~θεί τελείως από τις πλαστικές επεμβάσεις. ~μένη: εικόνα. ~μένο: είδωλο.|| Τα δυνατά μπάσα καλύπτουν και ~ουν τον ήχο.2. (μτφ.) παραποιώ, διαστρεβλώνω: ~ την αλήθεια/τα γεγονότα/την ιστορία/την πραγματικότητα. ~σε το περιεχόμενο του εγγράφου. Πβ. παραχαράσσω. ΣΥΝ. διαστρέφω [< μτγν. παραμορφῶ, γαλλ. déformer, défigurer]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.