Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καταρτίζω κα-ταρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κατάρτι-σε (λόγ.) κατήρτι-σε, καταρτί-σει, -στηκε, -στεί, μτχ. καταρτιζ-όμενος, καταρτι-σμένος (λόγ.) -σθείς, κατηρτι-σμένος, καταρτίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συντάσσω, φτιάχνω: ~σαν ερωτηματολόγιο/κατάλογο/πρόγραμμα. ~σθείσα σύμβαση. 2. παρέχω γνώσεις σε κάποιον: Στόχος του σεμιναρίου είναι να ~σει τους εκπαιδευτικούς στις νέες τεχνολογίες. Οι ~όμενοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα ... Πβ. διδάσκω, εκπαιδεύω, εξασκώ. 3. συγκροτώ: ~στηκε το νέο συμβούλιο (= συστάθηκε). Βλ. οργανώνω. [< 1,3: αρχ. καταρτίζω 2: μτγν. ~ 'προετοιμάζω', γαλλ. instruire, αγγλ. train]

οργανώνω

οργανώνω[ὀργανώνω] ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {οργάνω-σα, οργανώ-θηκα, -μένος, οργανών-οντας} 1. διοργανώνω: ~ αποστολή βοήθειας προς .../βραδιά αφιερωμένη σε .../διαγωνισμό/διάλεξη/εκδρομή/έκθεση/εκστρατεία/επίσκεψη/ομιλία/πάρτι/σεμινάριο/συγκέντρωση/συζήτηση/συναυλία/φεστιβάλ/χάπενινγκ. Τα συνδικάτα ~σαν και συντόνισαν την απεργία/τη διαδήλωση/τις κινητοποιήσεις. Η εκδήλωση ~εται υπό την αιγίδα/με ευθύνη/με πρωτοβουλία/με την υποστήριξη του ... Η ημερίδα ~θηκε στα πλαίσια του προγράμματος ... 2. συνδέω ή ταξινομώ στοιχεία ενός συνόλου, ώστε αυτό να λειτουργεί με βάση συγκεκριμένες αρχές ή μεθόδους· βάζω σε τάξη: ~ επιχείρηση/τμήμα/τομέα/υπηρεσία. ~ τις δραστηριότητές μου/το σπίτι/τον (ελεύθερο) χρόνο/τον χώρο μου. ~ άμυνα/(αντ)επίθεση. Η διδακτέα ύλη ~εται σε μια σειρά από ενότητες. Το βιβλίο ~εται σε ... μέρη. Οι μαθητές ~θηκαν κατά/σε ομάδες εργασίας. Τα δεδομένα/οι πληροφορίες ~θηκαν σε κατηγορίες (= κατηγοριοποιήθηκαν, ομαδοποιήθηκαν). (ΠΛΗΡΟΦ.) Ο επεξεργαστής ~ει και εκτελεί τις εντολές του χρήστη. Πβ. συστηματοποιώ. ΑΝΤ. αποδιοργανώνω ● Παθ.: οργανώνομαι 1. προετοιμάζω τον τρόπο δράσης μου, προγραμματίζω και συντονίζω τις ενέργειές μου: Πρέπει να ~θώ και να αρχίσω το διάβασμα. 2. γίνομαι μέλος οργάνωσης ή γενικότ. ομάδας: ~ σε κόμμα/σύλλογο. Τα σωματεία ~θηκαν σε ομοσπονδία. Οι εργαζόμενοι ~θηκαν συνδικαλιστικά. [< μεσν. οργανώνω < μτγν. ὀργανῶ 'εφοδιάζω κάτι με τα αναγκαία μέσα και όργανα', γαλλ. organiser, αγγλ. organize]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.