Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καταστολή κα-τα-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) περιορισμός ή παύση της ισχύος, της δράσης: ~ της ανταρσίας/του εγκλήματος/της εξέγερσης. Μέτρα ~ής της τρομοκρατίας. Δυνάμεις ~ής (: στρατιωτικές, αστυνομικές δυνάμεις για την επιβολή της τάξης). Πβ. αποδυνάμωση, εξουδετέρωση, κατά-παυση, -πνιξη, καταπολέμηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ανοσοποιητικού συστήματος/των συμπτωμάτων. Βλ. ανοσο~. 2. έλεγχος, συγκράτηση, καταπίεση: ~ των παθών. ~ και απώθηση ανεπιθύμητων σκέψεων από το συνειδητό. 3. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. κατάσταση μειωμένης λειτουργίας ή ερεθιστικότητας των οργάνων ή του νευρικού συστήματος με φαρμακευτικά μέσα (π.χ. αναλγητικά, κατασταλτικά, ναρκωτικά): Ο ασθενής βρίσκεται/είναι σε/υπό ~. Βλ. κώμα. [< 2: μτγν. καταστολή, αγγλ. repression, suppression]

κώμα

κώμα[κῶμα] κώ-μα ουσ. (ουδ.) {κώμ-ατος}: ΙΑΤΡ. βαριά διαταραχή της συνείδησης κατά την οποία καταργείται η αντιληπτικότητα του εαυτού και του περιβάλλοντος: διαβητικό/επιληπτικό/ηπατικό/υστερικό ~. Μη αναστρέψιμο ~. ~ από εγκεφαλικό/κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Βρίσκεται/βυθίστηκε/είναι/έπεσε σε (βαθύ) ~. Βγήκε/ξύπνησε/συνήλθε από το ~. Τέθηκε/τελεί/υποβλήθηκε σε τεχνητό ~ (: για να μην πονάει· πβ. σε καταστολή). Πβ. βυθιότητα, κλινικός θάνατος, λήθαργος, νάρκη. Βλ. νεκροφάνεια, φυτό.|| (μτφ.) Οικονομία σε ~/σε κατάσταση ~ατος (= σε αδράνεια, στασιμότητα). [< αρχ. κῶμα, αγγλ.-γαλλ. coma, γερμ. Koma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.