Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κατατάσσω κα-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {κατέτα-ξα, κατατά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε (λόγ. κατετάγη), -χθεί κ. -χτεί κ. -γεί, -γμένος, κατατάσσ-οντας}: κάνω κατάταξη: Την ~ στις καλύτερες ταινίες που έχω δει. ~εται (= τοποθετείται) στην κατηγορία … Ο αλκοολισμός ~εται στις χρόνιες ασθένειες. Η Εκκλησία τον ~ξε μεταξύ των Αγίων. ΣΥΝ. συγκαταλέγω, συμπεριλαμβάνω. Βλ. ανα~.|| Κατατάξτε το υλικό σε κατηγορίες. Βιβλιογραφία αλφαβητικά/θεματικά/χρονολογικά ~γμένη. ΣΥΝ. ταξινομώ. Πβ. κατηγοριο-, ομαδο-ποιώ.|| (ΑΘΛ.) Κατετάγη πρώτος με χρόνο .../στο άλμα εις ύψος. ● Παθ.: κατατάσσομαι: ΣΤΡΑΤ. προσέρχομαι σε στρατιωτική μονάδα, για να υπηρετήσω τη θητεία μου· εντάσσομαι ως δόκιμος σε κάποιο από τα Σώματα Ασφαλείας: ~ στο Ναυτικό. Κλήθηκε να ~γεί. ~χθηκε εθελοντικά/ως εθελοντής στον στρατό. ΣΥΝ. παρουσιάζομαι. Βλ. απολύομαι.|| ~χθηκε στην Πυροσβεστική. [< αρχ. κατατάσσω ‘διευθετώ, τακτοποιώ’, γαλλ. classer, ranger]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.