κατατάσσω κα-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {κατέτα-ξα, κατατά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε (λόγ. κατετάγη), -χθεί κ. -χτεί κ. -γεί, -γμένος, κατατάσσ-οντας}: κάνω κατάταξη: Την ~ στις καλύτερες ταινίες που έχω δει. ~εται (= τοποθετείται) στην κατηγορία … Ο αλκοολισμός ~εται στις χρόνιες ασθένειες. Η Εκκλησία τον ~ξε μεταξύ των Αγίων. ΣΥΝ. συγκαταλέγω, συμπεριλαμβάνω. Βλ. ανα~.|| Κατατάξτε το υλικό σε κατηγορίες. Βιβλιογραφία αλφαβητικά/θεματικά/χρονολογικά ~γμένη. ΣΥΝ. ταξινομώ. Πβ. κατηγοριο-, ομαδο-ποιώ.|| (ΑΘΛ.) Κατετάγη πρώτος με χρόνο .../στο άλμα εις ύψος. ● Παθ.: κατατάσσομαι: ΣΤΡΑΤ. προσέρχομαι σε στρατιωτική μονάδα, για να υπηρετήσω τη θητεία μου· εντάσσομαι ως δόκιμος σε κάποιο από τα Σώματα Ασφαλείας: ~ στο Ναυτικό. Κλήθηκε να ~γεί. ~χθηκε εθελοντικά/ως εθελοντής στον στρατό. ΣΥΝ. παρουσιάζομαι. Βλ. απολύομαι.|| ~χθηκε στην Πυροσβεστική. [< αρχ. κατατάσσω ‘διευθετώ, τακτοποιώ’, γαλλ. classer, ranger]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.