Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καταφέρω κα-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {κατέφερ-ε (προφ.) κατάφερ-ε, καταφέρ-οντας}: πλήττω, χτυπώ, ρίχνω: Του ~ε δύο δυνατά χτυπήματα.|| (μτφ.) Ο πόλεμος ~ε σοβαρά πλήγματα στην οικονομία της χώρας. ΣΥΝ. καταφέρνω (4) [< μτγν. καταφέρω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.