Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κατεργάζομαι κα-τερ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {κατεργά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, κατεργα-στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: επεξεργάζομαι κυρ. πρώτες ύλες: Οι βυρσοδέψες ~ονται τα δέρματα. (καταχρ.) Μέταλλο που έχει ~στεί (= έχει γίνει αντικείμενο κατεργασίας). Πβ. δουλεύω. Βλ. (ημι)κατεργασμένος. ● ΦΡ.: πενία τέχνας κατεργάζεται βλ. πενία [< αρχ. κατεργάζομαι]

πενία

πενίαπε-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φτώχεια, ανέχεια: (μτφ.) λεκτική ~ (= λεξιπενία). Πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη, ένδεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ευεργέτημα πενίας βλ. ευεργέτημα ● ΦΡ.: πενία τέχνας κατεργάζεται (παροιμ.): οι ελλείψεις και οι δυσκολίες ωθούν τον άνθρωπο να εφευρίσκει λύσεις. [< αρχ. πενία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.