Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • κατοστάρι κα-το-στά-ρι ουσ. (ουδ.) & εκατοστάρι (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση εκατό μέτρων. Βλ. διακοσάρι. 2. για να δηλωθεί ποσότητα εκατό μονάδων. Πβ. κατοστάρα. Βλ. πενηντάρι. 3. κατοσταράκι. 4. κατοστάρικο. [< μεσν. εκατοστάριν 'βάρος εκατό δραμιών']
  • κατοσταριά & εκατοσταριά (προφ.) βλ. -αριά1
  • κατοστάρικο κα-το-στά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) εκατοστάρικο (προφ.) 1. χαρτονόμισμα αξίας εκατό ευρώ: Μου κόστισε δύο ~α (= διακόσια ευρώ). Βλ. εικοσ-, πενηντ-άρικο. ΣΥΝ. εκατόευρο, κατοστάευρο 2. (παλαιότ.) κέρμα ή χαρτονόμισμα αξίας εκατό δραχμών. ● Υποκ.: κατοσταρικάκι (το)

-αριά1

-αριά1(περιληπτ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά και δηλώνουν κατά προσέγγιση υπολογισμό αριθμού, ποσότητας, ηλικίας: Φέρε καμιά εικοσ~ κομμάτια (πβ. -άρης -άρα -άρι). Είναι καμιά πενηντ~ (ενν. χρονών).

διακοσάρι

διακοσάριδια-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση διακοσίων μέτρων. Βλ. κατοστάρι, πεντακοσάρι. 2. & διακοσάρικο: χαρτονόμισμα ή χρηματικό ποσό διακοσίων ή διακοσίων χιλιάδων ευρώ: Θα μου στοιχίσει κανά ~.|| (ως επίθ.) Ένα ~ χιλιάδες. Βλ. πενηντάρι, τρακοσάρι.

πενηντάρι

πενηντάριπε-νη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο πενήντα όμοιων μονάδων: Η κούρσα κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. πενηντάρικο: Πλήρωσα ένα ~ στο σούπερ-μάρκετ.|| (ως επίθ.) Ένα ~ ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο ● Υποκ.: πενηνταράκι (το) [< μεσν. πενηντάρι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.