Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κατσίβελος, κατσιβέλα κα-τσί-βε-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ιδιωμ.): τσιγγάνος, τσιγγάνα. [< μεσν. κατσίβελος]