Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καφετής , -ιά, -ί κα-φε-τής επίθ. & καφετί {άκλ.} (προφ.): που έχει καφέ χρώμα. Βλ. κανελής, καστανός, κεραμιδής. ● Ουσ.: καφετί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.

κανελής

κανελής, -ιά, -ί κα-νε-λής επίθ. & κανελλής & {άκλ.} κανελί: που έχει το χρώμα της κανέλας, δηλ. ανάμεσα στο καφέ και το κόκκινο. ● Ουσ.: κανελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.