καύλα καύ-λα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή: Έχει ~ες. Πβ. καύλωμα, σηκωμάρα, στύση. Βλ. ηδονή, λαγνεία.2. (μτφ.) ωραία γυναίκα ή ωραίος άνδρας· κάτι που προκαλεί μεγάλο ενθουσιασμό σε κάποιον, που του αρέσει πολύ. 3. (μτφ.) λαχτάρα, πάθος: Έχει ~ με τα/η ~ του είναι τα αυτοκίνητα. Πβ. κάψα, μανία, τρέλα.
ηδονή
ηδονή[ἡδονή] η-δο-νή ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα ευχαρίστησης και απόλαυσης από την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής: ερωτική/σαρκική/σεξουαλική/σωματική ~. Βλ. φιληδονία.2. (μτφ.) έντονη ευχαρίστηση, τέρψη: πνευματική/υπέρτατη/ψυχική ~. Επίγειες/υλικές ~ές. Η ~ της εξουσίας/της ταχύτητας. Οι ~ές της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής βλ. ρίγος, σκεύος ηδονής βλ. σκεύος [< αρχ. ἡδονή]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.