Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καύλα καύ-λα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή: Έχει ~ες. Πβ. καύλωμα, σηκωμάρα, στύση. Βλ. ηδονή, λαγνεία. 2. (μτφ.) ωραία γυναίκα ή ωραίος άνδρας· κάτι που προκαλεί μεγάλο ενθουσιασμό σε κάποιον, που του αρέσει πολύ. 3. (μτφ.) λαχτάρα, πάθος: Έχει ~ με τα/η ~ του είναι τα αυτοκίνητα. Πβ. κάψα, μανία, τρέλα.

ηδονή

ηδονή[ἡδονή] η-δο-νή ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα ευχαρίστησης και απόλαυσης από την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής: ερωτική/σαρκική/σεξουαλική/σωματική ~. Βλ. φιληδονία. 2. (μτφ.) έντονη ευχαρίστηση, τέρψη: πνευματική/υπέρτατη/ψυχική ~. Επίγειες/υλικές ~ές. Η ~ της εξουσίας/της ταχύτητας. Οι ~ές της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής βλ. ρίγος, σκεύος ηδονής βλ. σκεύος [< αρχ. ἡδονή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.