Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • κερί κε-ρί ουσ. (ουδ.) {κερ-ιού | -ιών} 1. λιπαρή ουσία που εκκρίνεται από τις μέλισσες, όταν κατασκευάζουν τις κηρήθρες και γενικότ. κάθε παρόμοια ουσία φυσικής (ζωικής ή φυτικής) ή συνθετικής προέλευσης· κάθε εμπορικό προϊόν που παράγεται από αυτή και κυρ. το κυλινδρικό συνήθ. αντικείμενο, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει φιτίλι που καίγεται, παράγοντας φλόγα: οργανικό/ορυκτό ~. Ομοίωμα από ~ (= κέρινο). Βλ. μελισσοκέρι.|| Προστατευτικό ~ (για το αμάξωμα του αυτοκινήτου). (Γυαλιστικό) ~ σε σπρέι. Βερνίκι ~ιού. Αποτρίχωση με ζεστό/κρύο ~ (πβ. χαλάουα).|| Αρωματικό/διακοσμητικό/επιτραπέζιο/χειροποίητο/χρωματιστό ~. Επιπλέοντα ~ιά. Ρομαντικό δείπνο υπό το/στο φως των ~ιών. Άναψε ένα ~ (στην εκκλησία· βλ. αγιοκέρι). Έσβησε τα ~ιά της τούρτας (γενεθλίων). Πβ. κηρίο, λαμπάδα. Βλ. παραφ-, στεατ-ίνη. 2. κυψελίδα: αφαίρεση ~ιού από τα αυτιά. Πβ. βύσμα. ● Υποκ.: κεράκι (το) 1. στη σημ. 1: ~ια γενεθλίων. Πβ. ρεσό. 2. μικρή λάμπα με σχήμα κεριού: μίνι ~. ● ΦΡ.: κεριά και λιβάνια! (προφ.): ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης σε ενοχλητική επανάληψη της προσφώνησης "κύριε", "κυρία" ή της λέξης "και"., λιώνω σαν (το) κερί (προφ.): αδυνατίζω, εξασθενώ, συνήθ. λόγω ασθένειας ή μεγάλης στενοχώριας. Πβ. μαραζώνω., ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι που σπανίζει. ΣΥΝ. ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι, κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω [< μεσν. κερί(ν)]
  • κεριέρα κε-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): συσκευή που θερμαίνει το κερί ή τη χαλάουα για αποτρίχωση. Βλ. ρολέτα.
  • κέριν κέ-ριν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα ποδηλασίας στο οποίο οι ποδηλάτες ακολουθούν για κάποια απόσταση (περ. δύο χιλιομέτρων) μια μοτοσικλέτα που δίνει ρυθμό στην κούρσα και φεύγει πριν από τον τελευταίο γύρο, δίνοντάς τους το σύνθημα για το σπριντ μέχρι το τέρμα. [< αγγλ. keirin, 1948 < ιαπων. ~ ]
  • κέρινος , η, ο κέ-ρι-νος επίθ. & (σπάν.-παλαιότ.) κερένιος, ια, ιο 1. κατασκευασμένος από κερί: ~η: κούκλα. ~α: αβγά. Μουσείο ~ων ομοιωμάτων. 2. (μτφ.) χλομός: ~ο: πρόσωπο. [< μεσν. κέρινος]

μελισσοκέρι

μελισσοκέριμε-λισ-σο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): κερί που προέρχεται από παλιές συνήθ. κηρήθρες: λαμπάδα από αγνό/κίτρινο ~.

ρολέτα

ρολέταρο-λέ-τα ουσ. (θηλ.): συσκευή αποτρίχωσης με κερί: κεριέρα με δύο ~ες.

τάζω

τάζωτά-ζω ρ. (μτβ.) {έτα-ξα, τά-ξει, τα(γ)μένος, τάζ-οντας} 1. διαβεβαιώνω κάποιον ότι θα του δώσω ή θα κάνω κάτι γι' αυτόν: Και τι δεν του 'ταξα για να τον πείσω. Μου 'χες ~ξει να πάμε στο θέατρο.|| (κυρ. παλαιότ.) Της ~ξε γάμο.|| ~ουν, ~ουν (: λένε, λένε) και στο τέλος τίποτα. Βλ. παραμυθιάζω. 2. υπόσχομαι υλική ή πνευματική προσφορά στο Θεό ή σε Άγιο ως ανταπόδοση για χάρη που ζητώ, κάνω τάμα: ~ξε μια λαμπάδα στο μπόι της, αν ... Την είχαν ταμένη στην Αγία Βαρβάρα και της έδωσαν το όνομά της. ● ΦΡ.: μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι (παροιμ.): μην δίνεις υποσχέσεις τις οποίες δεν μπορείς να κρατήσεις., τάζει λαγούς με πετραχήλια: δίνει υπερβολικές υποσχέσεις που δεν πρόκειται να τηρήσει: Προεκλογικά μας έταζαν ~ ~., τάξε μου! (προφ.): χαριτολογώντας, για να ανακοινώσουμε κάτι ευχάριστο σε κάποιον: ~ ~ να σου πω τα νέα! ● βλ. ταγμένος [< μεσν. τάζω < αρχ. τάσσω]

χλομός & χλωμός

χλομός & χλωμός, ή, ό χλο-μός επίθ. 1. που προσωρινά το χρώμα του προσώπου του έχει γίνει κίτρινο ή υπόλευκο: ~ό: παιδί. ~ σαν πεθαμένος (πβ. άσπρος). ~ και ασθενικός. Φαίνεσαι κάπως/λιγάκι ~ (πβ. κομμένος). (κατ' επέκτ.) ~ή: επιδερμίδα/όψη. ΣΥΝ. πελιδνός, ωχρός. Πβ. κέρινος, κιτρινιάρης, κίτρινος. Βλ. κατάχλομος.|| (μτφ.) ~ός: ήλιος (πβ. αχνός, θαμπός). ~ό: βλέμμα (= άτονο). ~ές: μέρες (= μελαγχολικές, μουντές). ~ά: φύλλα (= κιτρινισμένα).|| (μτφ.) ~ή: εμφάνιση/παρουσία (ομάδας). Πβ. αναιμικός, υποτονικός. 2. (μτφ.-προφ.) που είναι ελάχιστα πιθανό έως απίθανο να πραγματοποιηθεί· αβέβαιος: Το βλέπω/βρίσκω/κόβω ~ό (έως αδύνατο) να έρθει.|| Το μέλλον διαφαίνεται ~ό. ● Υποκ.: χλομούτσικος , η, ο ● ΦΡ.: κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί: κάτωχρος. [< μεσν. χλομός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.