Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κερατώνω κε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {κεράτω-σε, κερατώ-σει, -μένος, κερατών-οντας} (προφ.): απατώ τον ερωτικό μου σύντροφο. Πβ. απιστώ, μοιχεύω. ΣΥΝ. της/του τα φοράει [< μεσν. κερατώνω]