Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κετοξέωση κε-το-ξέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταβολική οξέωση που οφείλεται στην αύξηση της συγκέντρωσης κετονικών σωμάτων στον οργανισμό: διαβητική ~. Βλ. κέτωση. [< αγγλ. ketoacidosis, 1958]

κέτωση

κέτωσηκέ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση της συγκέντρωσης των κετονικών σωμάτων στους ιστούς και τα υγρά του σώματος. Βλ. κετο-ναιμία, -νουρία. [< αγγλ. ketosis, 1917]