αλλάζω[ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern]
άμμος[ἄμμος] άμ-μος ουσ. (θηλ.) 1. πάρα πολύ μικροί, ασύνδετοι και ευδιάκριτοι κόκκοι, προερχόμενοι από θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων, που βρίσκονται στις ακρογιαλιές, τον βυθό της θάλασσας και των λιμνών, την κοίτη και τις εκβολές των ποταμών και σε ερήμους: βρεγμένη/ζεστή/καυτή/λεπτή/λεπτόκοκκη/μαύρη/χοντρή/χρυσή/ψιλή ~. ~ στα μαλλιά/παπούτσια. Παχύ στρώμα ~ου. Παραλία με άσπρη/λευκή ~ο. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην ~ο. Ο αέρας έφερνε την ~ο στα πρόσωπά μας.|| Θραυστή (: λατομείου)/φυσική ~ (: θαλάσσης, ορυκτή, ποταμίσια, ως οικοδομικό υλικό). Βλ. αμμοχάλικο, παιπάλη.|| ~ της γάτας (: για τα περιττώματά της). 2. αμμώδες έδαφος και ιδ. αμμουδιά: παιχνίδια στην ~ο. Διανυκτερεύω/κάνω ηλιοθεραπεία/κοιμάμαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω/παίζω/περπατώ στην ~ο. Τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα/πύργους στην ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενη άμμος: ψιλή άμμος που αποτελείται από άργιλο και μεγάλη ποσότητα νερού, με αποτέλεσμα να βυθίζεται όποιος ή ό,τι πατά σε αυτή. Βλ. βάλτος, έλος.|| (μτφ. για κάτι που παγιδεύει ή απογοητεύει:) ~ ~ το Χρηματιστήριο για τις κατασκευαστικές. [< γαλλ. sables mouvants] ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο (μτφ.): κοπιάζει άδικα., σαν την άμμο της θάλασσας (ΠΔ): πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός: Οι σκέψεις μου για σένα ~ ~ (πβ. αμέτρητες, άπειρες)., χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο: (επιτιμητικά) εθελοτυφλώ: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, δε μπορούμε να ~ουμε ~ (: να κλείνουμε τα μάτια). (ειρων.) ~ουν ~ και το πρόβλημα εξαφανίζεται! Βλ. στρουθοκαμηλίζω., αίμα και άμμος! βλ. αίμα [< αρχ. ἄμμος]
ανεβαίνω[ἀνεβαίνω] α-νε-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανέβηκα, ανέβα, θα/να ανεβώ/ανέβω, έχω ανεβεί/ανέβει, ανεβασμένος, ανεβαίν-οντας} 1. (για έμψυχα ή άψυχα) κινούμαι από κάτω προς τα πάνω ή προς ψηλότερο σημείο και κατ' επέκτ. κινούμαι από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ την ανηφόρα/τον δρόμο (= ανηφορίζω, ΑΝΤ. κατηφορίζω)/το μονοπάτι/τα σκαλοπάτια. ~ στο άλογο (πβ. ιππεύω, καβαλικεύω)/στον άμβωνα/στο βήμα/στο δέντρο (= σκαρφαλώνω)/στην εξέδρα/στην κορυφή του βουνού (= αναρριχώμαι)/στη σκηνή/στην ταράτσα. Ο ήλιος ~ει (= (αν)υψώνεται) στον ουρανό. Το υποβρύχιο ~ει από τον βυθό στην επιφάνεια της θάλασσας. Το ασανσέρ ανέβηκε ως τον τέταρτο. Το αεροπλάνο ανέβηκε στα δέκα χιλιάδες πόδια. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του (= δάκρυσε). Ένας φιδωτός δρόμος ~ει (= φτάνει) ως την κορυφή του βουνού. Ανέβηκε στο πρώτο σκαλί του βάθρου (: πήρε το χρυσό μετάλλιο). Ανέβαινε (= μετέβαινε, πήγαινε) συχνά στην ..., για να δει τους δικούς του. Η πομπή ανέβηκε από το λιμάνι προς την πλατεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ανέβηκε στο σάιτ (: έχει σταλεί στον διακομιστή).|| (ΓΡΑΜΜ.) Ο τόνος ανέβηκε κατά τη σύνθεση στο α' συνθετικό (: μεταφέρθηκε σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβαίνω (1) 2. {στο γ' πρόσ.} αυξάνομαι (ως προς την τιμή, τον όγκο, τη στάθμη, το ύψος, το όριο, την ένταση, την ποιότητα): ~ει η ζύμη (= φουσκώνει)/η θερμοκρασία/το κόστος/το ποσοστό. Η τιμή του ψωμιού ανέβηκε κατακόρυφα (ΑΝΤ. έπεσε). ~ει επικίνδυνα η στάθμη των υδάτων (ΑΝΤ. κατεβαίνει, κατέρχεται). Μου ανέβηκε το ζάχαρο. Ανέβηκε ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου. Ανέβηκαν τα έξοδα/τα κέρδη της εταιρείας κατά 5%. Ανέβηκε το δολάριο/ευρώ. Έχει ανέβει αισθητά το βιοτικό επίπεδο της χώρας. Ο ρυθμός ανάπτυξης ανέβηκε σημαντικά (ΑΝΤ. μειώθηκε). Με ανεβασμένο ηθικό. 3. ανέρχομαι επαγγελματικά, κοινωνικά ή βαθμολογικά, αποκτώ θέση, κερδίζω αναγνώριση: ~ σε αξίωμα/στην εξουσία/στην ιεραρχία. Το κόμμα της αντιπολίτευσης ~ει στις δημοσκοπήσεις. Η ομάδα ανέβηκε στην Α' Εθνική. Έχει ανεβεί στην κορυφή των προτιμήσεων του κοινού. Πβ. ανελίσσομαι, προ-άγομαι, -οδεύω. 4. επιβιβάζομαι σε μεταφορικό μέσο: ~ στο αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο/ποδήλατο/ταξί/τρένο (ΑΝΤ. αποβιβάζομαι). 5. (προφ.) νιώθω ψυχική ευφορία, είμαι πολύ ευδιάθετος: Μετά την επιτυχία του ανέβηκε ψυχολογικά. Ανεβασμένη διάθεση/ψυχολογία. Πβ. φτιάχνομαι. ΑΝΤ. πέφτω (11) 6. {στο γ' πρόσ.} (για θεατρικό έργο που) παρουσιάζεται στο κοινό: Η παράσταση ανέβηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (ΑΝΤ. κατέβηκε). Βλ. ξαν~. 7. {στο γ' πρόσ.} (+ σε) ανέρχομαι, φτάνω σε κάποιο ύψος: Το χρέος της χώρας ανέβηκε στα ... ευρώ. Ο αριθμός των τραυματιών από τον ισχυρό σεισμό ανέβηκε στους ... ● ΦΡ.: ανεβαίνει ο πήχης (μτφ.) 1. βελτιώνεται το επίπεδο ή τίθενται υψηλότεροι στόχοι: ~ ~ των παρεχόμενων υπηρεσιών/της ποιότητας των προϊόντων. 2. (+ γεν.) (για να δηλωθεί ότι) κάτι αυξάνεται: ~ ~ της αγανάκτησης/του κόστους. Βλ. ανεβάζω., ανεβαίνει ο υδράργυρος 1. αυξάνεται η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας: ~ ~ στους 35 βαθμούς. 2. (μτφ.) εντείνονται οι αντιπαραθέσεις: Καθώς πλησιάζει η μέρα των εκλογών, τόσο ~ ~., ανεβαίνει στα ουράνια/στους επτά ουρανούς (μτφ.): είναι πανευτυχής: Μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος παίκτες και φίλαθλοι είχαν ανέβει ~. Βλ. ανεβάζω., ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου (μτφ.): εκτιμάται περισσότερο, αποκτά κύρος, υπόληψη: Με την εργατικότητα και την τιμιότητά του ανέβηκε ~ της τοπικής κοινωνίας. Βλ. ανεβάζω. ΑΝΤ. έπεσε στα μάτια (κάποιου) (1), μου ανεβαίνει κάποιος στο σβέρκο (μτφ.): με εξουσιάζει, με καταδυναστεύει: Οι δικτάτορες είχαν ανέβει ~ του λαού., μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση (προφ.-μτφ.): εξοργίζομαι, είμαι εκτός εαυτού: Ήταν τέτοια η ταπείνωση, που μου ανέβηκε ~. Του ανέβηκε η πίεση με όσα είδε κι άκουσε (: έγινε μπαρούτι/πύραυλος). Πβ. τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα). [< γαλλ. sang qui monte à la tête ] , ανεβαίνει το θερμόμετρο/ο πυρετός βλ. θερμόμετρο, ανεβαίνει/εκτινάσσεται/εκτοξεύεται η αδρεναλίνη (κάποιου) (στα ύψη) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, ανεβαίνουν/πέφτουν οι μετοχές κάποιου βλ. μετοχή, ανεβαίνω στο ρινγκ βλ. ρινγκ, ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας βλ. εκκλησία, ανέβηκε/βγήκε στο πάλκο βλ. πάλκο, βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό βλ. βοηθώ, δώσε θάρρος στον/του χωριάτη, να σ' ανέβει/και θ' ανέβει στο κρεβάτι βλ. χωριάτης, χωριάτισσα, υψηλοί τόνοι βλ. τόνος1 [< μεσν. ανεβαίνω < αρχ. ἀναβαίνω]
ανοίγω[ἀνοίγω] α-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άνοι-ξα, ανοί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, ανοιγ-όμενος, ανοίγ-οντας} 1. μετακινώ, αφαιρώ οτιδήποτε κρατάει κλειστό κάτι, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση σε αυτό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ την πόρτα (: ξεκλειδώνω ή γυρίζω το πόμολο). ~ το ψυγείο. ~ξε (διάπλατα) τα παντζούρια/το παράθυρο. (ελλειπτ.) ~ξέ μου να μπω (ενν. την πόρτα)! (προφ.) ~ξαν το σπίτι/το χρηματοκιβώτιο (= το διέρρηξαν).|| Στο αεροδρόμιο τού ζήτησαν να ~ξει την τσάντα του.|| ~ το καπάκι/την κονσέρβα (με το ανοιχτήρι)/το μπουκάλι. ~ξε την κατσαρόλα (= ξεσκέπασε).|| ~ το κιβώτιο/μπαούλο.|| ~ το φερμουάρ (πβ. ξεκουμπώνω).|| ~ τις κουρτίνες (= τραβώ).|| (βγάζω το περιτύλιγμα:) ~ το δέμα/τα δώρα/το πακέτο (πβ. ξεπακετάρω, ξετυλίγω).|| ~χτηκε η διαθήκη. Πβ. αποσφραγίζω.|| ~ την εφημερίδα. Ανοίξτε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα!|| Το ντουλάπι δεν ~ει, έχει κολλήσει/φρακάρει! Το κουτί ~ει από πάνω. Βλ. μισ~, ξαν~. ΑΝΤ. κλείνω (1) 2. απλώνω κάτι διπλωμένο ή πτυσσόμενο: ~ την ομπρέλα/τον χάρτη. ΑΝΤ. κλείνω.|| ~ ζύμη/φύλλο για πίτα.|| Ανοίξτε τα χέρια σας (= τεντώστε)!|| Καναπές που ~ει και γίνεται κρεβάτι.|| ~ξαν τα μπουμπούκια (= άνθισαν, έσκασαν). 3. θέτω σε λειτουργία συσκευή (συνήθ. με το πάτημα κουμπιού): ~ το ραδιόφωνο/την τηλεόραση/τον υπολογιστή. ΣΥΝ. ανάβω.|| Πώς ~ει το κινητό σου; ΑΝΤ. κλείνω (3), σβήνω (2) 4. απελευθερώνω τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, περιστρέφοντας ή πατώντας τον μηχανισμό που εμποδίζει την παροχή του: (μτβ.) ~ τη βαλβίδα/στρόφιγγα. Μπορείς να ~ξεις το φως (= να το ανάψεις. ΑΝΤ. σβήνω);|| (αμτβ.) Ο διακόπτης ~ει με κάρτα.|| ~ την ένταση της τηλεόρασης (= αυξάνω). ΑΝΤ. κλείνω (5) 5. δημιουργώ εσοχή, κενό (συνήθ. στην επιφάνεια της γης): ~ μια λακκούβα (στο έδαφος/στο χώμα). ~χτηκαν λαγούμια/χαντάκια. ΣΥΝ. σκάβω.|| ~ξε πέρασμα ανάμεσα στο πλήθος.|| (κατ' επέκτ., για δημιουργία πληγής:) ~ξε ο ασθενής (= έπαθε κατακλίσεις). 6. ελευθερώνω χώρο από οτιδήποτε εμποδίζει το πέρασμα ή δημιουργεί στενότητα: ~ξε ο δρόμος στα χωριά που είχαν αποκλειστεί. (προφ.) Ανοίξτε να περάσω (= κάν(ε)τε τόπο)!|| ~ξαν τα σύνορα (= είναι ελεύθερη η επικοινωνία μεταξύ των χωρών). ΑΝΤ. κλείνω (9) 7. κάνω έναρξη σε κάτι, ξεκινώ: ~ λογαριασμό καταθέσεων.|| (για επαγγελματική δραστηριότητα:) ~ γραφείο/επιχείρηση/εστιατόριο (πβ. ιδρύω). ~ξε νέο κατάστημα (= εγκαινιάστηκε). Πότε ~εις το ιατρείο (ενν. μετά τις διακοπές); Το μαγαζί δεν θα ~ξει στις γιορτές (= θα μείνει κλειστό). ~ξαν τα σχολεία!|| (μτφ.) Την εκδήλωση θα ~ξει (με ομιλία του) ο ... (= θα προλογίσει). ~ξε τη συζήτηση (= άρχισε πρώτος). ~ξαν διάλογο με ... ~ξε θέμα ηγεσίας. Έχει ~ξει παρτίδες με τον υπόκοσμο. ~ει μια νέα περίοδος/ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο κρατών. Χώρα που ~ει δίαυλο επικοινωνίας/συνεργασίας με τις γειτονικές της. ~ει το Τριώδιο (= μπαίνει). ΑΝΤ. κλείνω (4) 8. ΠΛΗΡΟΦ. εμφανίζω τα περιεχόμενα αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ το έγγραφο/το λινκ/το παράθυρο.|| Δεν ~ει η (ιστο)σελίδα. 9. (αμτβ.) αυξάνεται το πλάτος μου, γίνομαι πιο ευρύς: Με τον καιρό τα παπούτσια θα ~ξουν και δεν θα σε στενεύουν.|| (μτφ.) ~ει το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις (= μεγαλώνει). 10. δίνω σε κάτι πιο φωτεινή απόχρωση: ~ τα μαλλιά μου (ΣΥΝ. ξανοίγω). 11. γράφω το πρώτο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: Ανοίξτε εισαγωγικά.|| ~ει παρένθεση. ΑΝΤ. κλείνω (12) 12. (προφ.) χειρουργώ: Τον ~ξαν. ● ανοίγεται: εκτείνεται, απλώνεται: Μπροστά μας ~ η θάλασσα.|| (μτφ.) ~ονται νέες δυνατότητες/ευκαιρίες/προοπτικές. Το κόμμα ~ στην κοινωνία (= κάνει άνοιγμα). ● Παθ.: ανοίγομαι 1. εξωτερικεύω τον ψυχικό μου κόσμο, εκδηλώνομαι: Δεν ~ εύκολα σε αγνώστους. Πβ. ανοίγω την καρδιά μου. 2. απομακρύνομαι από κάποιο χώρο: (από τη στεριά) Η βάρκα ~χτηκε στο πέλαγος. Μπήκαμε στο σκάφος και ~χτήκαμε στη θάλασσα. Πβ. βγαίνω στ' ανοιχτά, ξεμακραίνω.|| (για οδηγό:) ~χτηκε αριστερά, για να κάνει προσπέραση.|| (από τον χώρο της άμυνας στο ποδόσφαιρο:) Οι αντίπαλοι ~χτηκαν, αφήνοντας κενά στην αμυντική γραμμή. 3. διευρύνω, επεκτείνω τις δραστηριότητές μου, πνευματικές, οικονομικές· ξοδεύω υπέρμετρα, ξανοίγομαι: Χώρες που ~ονται στις νέες τεχνολογίες.|| (προφ.) Ας μην ~όμαστε (πολύ), έχουμε και έξοδα! ● Μτχ.: ανοιγόμενος , η, ο: που μπορεί να ανοίξει: ~η: οροφή (βλ. αίθριο). ~o: τραπέζι. Μηχανισμός αυτόματα/ηλεκτρικά/υδραυλικά ~. ~ καναπές που γίνεται κρεβάτι (: αναδιπλούμενος, πτυσσόμενος). Παράθυρα συρόμενα, ~α και ανακλινόμενα. ● ΦΡ.: ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου: χαίρομαι: ~ ~ όταν τον βλέπω!, ανοίγει η τύχη μου: βελτιώνεται πολύ η κατάστασή μου (ύστερα από απροσδόκητα θετικό συμβάν): Κέρδισε το λαχείο και ~ξε ~ του., ανοίγει ο κύκλος: αρχίζει να λαμβάνει χώρα μια σειρά δραστηριοτήτων (που αναμένονται να διαρκέσουν αρκετές ημέρες): ~ ~ των απολογιών/διαπραγματεύσεων/κινητοποιήσεων., ανοίγω (τον) δρόμο 1. (μτφ.) δημιουργώ τις προϋποθέσεις (για κάτι συνήθ. θετικό): Οι νέες τεχνολογίες ~ουν ~ προς τη/στη γνώση.|| ~ξε ο δρόμος για την προαγωγή του. 2. δημιουργώ πέρασμα: ~ξε ~ με τους αγκώνες του/ανάμεσα στο πλήθος., ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) (προφ.): βάζω κάποιον σε μπελάδες, του προκαλώ προβλήματα: Μου έχεις ~ξει ~ με τα καμώματά σου!, ανοίγω ευκαιρίες: δημιουργώ νέες δυνατότητες: Σπουδές που ~ουν ~ στη (/για τη) ζωή.|| ~ουν/~ονται ~ που πρέπει να τις αξιοποιήσουμε (= παρουσιάζονται)., ανοίγω σπίτι (μτφ.-προφ.): παντρεύομαι: Είναι ώρα ν' ανοίξεις κι εσύ ~ (= να νοικοκυρευτείς)!, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) (μτφ.): τον διαφωτίζω, τον αφυπνίζω: Μας ~ξε ~ και καταλάβαμε την απάτη. ΑΝΤ. κλείνω τα μάτια (κάποιου) (1), ανοίγω τα μάτια μου: ξυπνώ· κατ' επέκτ. ανακαλύπτω την αλήθεια: Με το που ~ξε ~ του ... || ~ξε ~ σου επιτέλους να δεις τι γίνεται (= ξεστραβώσου)!, ανοίγω την αγκαλιά μου 1. απλώνω τα χέρια μου για να αγκαλιάσω κάποιον: ~ξε ~ του και την έσφιξε στο στήθος του. 2. (μτφ.) υποδέχομαι κάποιον ζεστά, με στοργή: Ιατροί και νοσηλευτές ~ξαν ~ τους στα παιδιά., ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον): εξωτερικεύω, εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι που σκέφτομαι ή που με απασχολεί: (Μου) ~ξε ~ του και μου μίλησε για τα προβλήματά του (= μου ανοίχτηκε). Πβ. εξομολογούμαι, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου., ανοίγω την όρεξη/(μου)ανοίγει η όρεξη: προκαλώ επιθυμία για φαγητό/έχω έντονη επιθυμία για κάτι: Γεύσεις/πιάτα που ~ουν ~.|| (μτφ.) Η ανοδική πορεία της οικονομίας έχει ανοίξει την ~ των εταιρειών για νέες (επενδυτικές) δραστηριότητες., ανοίγω το σκορ: σημειώνω το πρώτο γκολ ή καλάθι: Οι φιλοξενούμενοι ~ξαν ~.|| Το σκορ ~ει με δυνατό σουτ του ..., ανοίγω τον φάκελο (μτφ.): ξεκινώ τη διερεύνηση μιας υπόθεσης: Δημοσιογράφος που έχει αποφασίσει να ~ξει ~ της δολοφονίας.|| ~ξε ο φάκελος της διαφθοράς., ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) (μτφ.-προφ.): (απειλητ. ή ως έκφρ. δυσαρέσκειας) τον χτυπώ στο κεφάλι: Θα σου ~ξω/σπάσω το ~!, άνοιξαν οι ουρανοί: σε περιπτώσεις πολύ δυνατής βροχής: ~ ~ και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς/ρίχνει καρεκλοπόδαρα., ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί (μτφ.): να εξαφανιστώ, να χαθώ από όλους και από όλα: Αισθάνθηκα τόσο άσχημα/ντράπηκα τόσο πολύ, που μακάρι ν' άνοιγε ~ ~!|| Αν λέω ψέματα, ν' ανοίξει ~ ~., ανοίγει (νέους) ορίζοντες βλ. ορίζοντας, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, ανοίγει ο καιρός βλ. καιρός, ανοίγει ο ουρανός βλ. ουρανός, ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας βλ. Πανδώρα, ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου βλ. ασκός, ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο βλ. κλείνω, ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι, ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, ανοίγω ιστορίες βλ. ιστορία, ανοίγω λογαριασμούς βλ. λογαριασμός, ανοίγω πανιά βλ. πανί, ανοίγω πυρ βλ. πυρ, ανοίγω σαμπάνιες βλ. σαμπάνια, ανοίγω τα στραβά μου βλ. στραβός, ανοίγω την πόρτα της εξόδου βλ. πόρτα, ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου βλ. βήμα, ανοίγω το στόμα μου βλ. στόμα, ανοίγω τον χορό βλ. χορός, ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ. αέρας, ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον βλ. κουβέντα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω [< αρχ. ἀνοίγω, αγγλ. open, γαλλ. ouvrir, γερμ. öffnen]
άχυρο
[ἄχυρο] ά-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) άχερο 1. το καλάμι των σιτηρών που απομένει μετά το αλώνισμα και την αφαίρεση του καρπού: χοντρό/ψιλό ~. Ένα δεμάτι ~α. 2. (μτφ.) αχυράνθρωπος. 3. (μτφ.) για κάτι που έχει τις ιδιότητες του άχυρου (είναι άγευστο, ξηρό ή ξανθό): Είναι σκέτο ~!Δεν τρώγεται με τίποτα. Μαλλιά σαν ~. ● ΦΡ.: (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα (μτφ.): για να δηλωθεί η δυσκολία, η ματαιότητα ή η σχολαστικότητα μιας αναζήτησης. Πβ. ματαιοπονώ., δεν τρώω άχυρα/σανό (μτφ.-προφ.): δεν είμαι αφελής, δεν μπορεί να με εξαπατήσει κάποιος εύκολα. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο., έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του (μτφ.-προφ.): είναι ηλίθιος., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< αρχ. ἄχυρον]
βασανίζωβα-σα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {βασάνι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, βασανίζ-οντας, -όμενος, βασανι-σμένος} 1. κάνω σε κάποιον βασανιστήρια: Τον ~σαν ανελέητα/απάνθρωπα/φρικτά, για να να ομολογήσει. ~στηκε στα κρατητήρια. ~σμένα: ζώα/κορμιά. Πβ. κακοποιώ. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ψυχική ή σωματική δοκιμασία· ταλαιπωρώ, παιδεύω: Το θέμα που με ~ει είναι ... Πες μου τι σε ~ει (= απασχολεί). Τον ~ει το άγχος/η ιδέα ότι .../~ουν οι έγνοιες/οι σκέψεις. Μίλα μου και μη με ~εις άλλο (: μη με κρατάς σε αγωνία)! ~εται από αναπάντητα ερωτήματα/τις τύψεις. ~στηκε στη ζωή του.|| Αρρώστια που ~ει (= μαστίζει) χιλιάδες ανθρώπους. ~όταν (= υπέφερε) από αφόρητους πόνους/αϋπνίες.|| ~σμένος: λαός/τόπος (βλ. πολυβασανισμένος). ~σμένη: ψυχή. ~σμένοι (και εξαθλιωμένοι) από τη φτώχεια και τους πολέμους. ΣΥΝ. κατατρύχει, τυραννώ (1) 3. (μτφ.-προφ.) εξετάζω εξαντλητικά: Μην το ~εις άδικα το θέμα/το πράγμα! Πβ. λεπτολογώ, (ξε)ψειρίζω. ● ΦΡ.: βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου: καταβάλλω έντονη διανοητική και ψυχική προσπάθεια: Το πρόβλημα είναι απλό, μη ~εις (άλλο) ~ σου. Πάψε να ~εις ~ σου με αυτές τις ανοησίες.|| Όσο και αν ~ το κεφάλι/το μυαλό μου, δεν μπορώ να θυμηθώ. [< αρχ. βασανίζω]
βρομώ[βρομῶ] βρο-μώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βρομάς ... | βρόμ-ησε, συνήθ. στο γ΄πρόσ.} & βρομάω & βρωμώ: αναδίδω δυσάρεστη οσμή, μυρίζω άσχημα: ~άς ποδαρίλα/τσιγαρίλα/από την κορυφή ως τα νύχια. ~ά η ανάσα/το στόμα του. Τα παπούτσια/ρούχα του ~άνε.|| Ο αέρας ~ά καυσαέριο. ~άει αμμωνία/θειάφι/χλωρίνη. Κάτι ~άει εδώ μέσα! Τα σκουπίδια ~άνε απαίσια. ~ησε το σπίτι καμένο φαγητό/τσίκνα.|| Το κρέας/ψάρι ~ησε. ΣΥΝ. βρομοκοπώ ΑΝΤ. ευωδιάζω, μοσχομυρίζω ● βρομά & βρομάει (μτφ.): υπάρχουν ενδείξεις απάτης, σήψης: Η δουλειά/το θέμα/η υπόθεση ~ (άσχημα). Το πράγμα ~ από μακριά. Κάτι μου ~ σε αυτή την ιστορία. Πβ. ζέχνει, μυρίζει, όζει. ● ΦΡ.: βρόμησε ο τόπος 1. η άσχημη μυρωδιά απλώθηκε παντού: ~ ~ σκορδίλα! ~ ~ από την μπόχα! 2. (μτφ.-ειρων., για να δηλωθεί κορεσμός) γέμισε: ~ ~ (από) αγγελίες/αυτόκλητους σωτήρες., μέχρι/ώσπου να κουνήσει/να σηκώσει το ένα πόδι, βρομάει/έχει βρομήσει το άλλο (προφ.): για κάποιον που κινείται ή ενεργεί με αργούς ρυθμούς, είναι νωθρός., ο ένας/η μία/το ένα του βρομάει (και) ο άλλος/η άλλη/το άλλο του μυρίζει/του ξινίζει & όλα του βρομάνε (προφ.): για άτομο ιδιότροπο, που δεν ικανοποιείται με τίποτα: Το ένα σου ~, τ' άλλο σου ~! Δεν της αρέσει κανένας· ο ένας της ~, ο άλλος της ~!, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι (παροιμ.): το αίτιο του κακού, η διαφθορά ξεκινάει από τους υψηλά ιστάμενους. [< γαλλ. c' est par la tête que le poisson pourrit] , βρομάει και ζέχνει βλ. ζέχνω, βρομούν τα χνότα του από την πείνα βλ. πείνα, κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι βλ. μπαρούτι, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι [< αρχ. βρομῶ, μτγν. βρωμώ ‘έχω κακοσμία’]
γανώνωγα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {γάνω-σα, -θηκε, -μένος} (παλαιότ.-λαϊκό): επικαλύπτω την επιφάνεια χάλκινου σκεύους με κασσίτερο (καλάι), για την αποφυγή οξείδωσης: Ο γανωματής γάνωνε καζάνια/κατσαρόλες/μπακίρια. ~μένος: τέντζερης (ΑΝΤ. αγάνωτος). ● ΦΡ.: γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου (μτφ.-προφ.): κουράζω κάποιον με την επιμονή ή τη φλυαρία μου: Μου ~σες το κεφάλι όλη μέρα με την γκρίνια σου. Κενολογίες/προκαταλήψεις με τις οποίες μας ~ουν τα μυαλά. Πβ. ζαλίζω, σκοτίζω. [< μεσν. γανώνω]
κενοτισ
γε-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γέμι-σα, γεμί-σει, γεμίζ-εται, -οντας, γεμι-σμένος} & (λαϊκό) γιομίζω 1. κάνω κάτι να είναι γεμάτο ή είμαι, γίνομαι πλήρης από κάτι: ~ το ποτήρι με νερό/το πιάτο με φαγητό. ~ το συρτάρι. ~ το ρεζερβουάρ με βενζίνη. ~ την κοιλιά μου (: τρώω πολύ, χορταίνω). ~ την μπαταρία (= φορτίζω). ~ το όπλο (= βάζω σφαίρες). Το δοχείο ~εται με λάδι. ~σε το ψυγείο με φαγητά.|| Η δεξαμενή/το στάδιο ~σε. Το αμφιθέατρο ~σε ασφυκτικά. Η πλατεία είχε ~σει (με) κόσμο/παιδιά. (ΜΑΓΕΙΡ.) Πατάτα/πιπεριά ~σμένη με τυρί (πβ. γεμιστός). Βλ. ξανα~.|| (μτφ.) ~ το κενό/τις σελίδες/το ταμείο/το χρόνο/τις ώρες μου. Το βουνό ~ει (με) δέος την ψυχή του επισκέπτη. Τα παιδιά ~ουν με φωνές τους δρόμους. ~σε (από) αισιοδοξία/αυτοπεποίθηση/πίκρα/υπερηφάνεια/χαρά. Με ~σε δώρα (: μου έκανε πολλά δώρα). Η είδηση τούς ~σε με αγωνία/ανησυχία. Δεν ξέρει τι να κάνει, για να ~σει τη ζωή του.|| ~σες σπυριά/ψίχουλα το πάτωμα!|| Το φεγγάρι ~σε (: έχει πανσέληνο). ΑΝΤ. αδειάζω (1), εκκενώνω (2) 2. (μτφ.) ικανοποιώ ψυχικά, δημιουργώ αίσθημα πληρότητας: Η δουλειά της/η ζωή στην πόλη την ~ει. Τίποτα δεν με ~ει. Η σχέση αυτή δεν με ~ει πια.|| Η αγάπη ~ει την καρδιά μου. Η μουσική ~ει τη ζωή μας. ● γεμίζει: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) για κάτι που υπάρχει σε πλήθος, σε αφθονία: ~σε ο τόπος αυτοκίνητα/σκουπίδια. Οι δρόμοι ~σαν νερά (= πλημμύρισαν). Η παραλία ~σε με παράνομες διαφημιστικές πινακίδες. Τα παπούτσια μου ~σαν (= καλύφθηκαν από) λάσπες. ● ΦΡ.: γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... (προφ.): σκέφτομαι έντονα, φέρνω στον νου μου, εστιάζω την προσοχή μου: ~ ~ μου (με) αναμνήσεις/αριθμούς/σκέψεις/στενοχώριες. Πβ. μπουχτίζω, πήζω.|| Κάποιος του γέμισε ~ μ' αυτές τις αηδίες (: του έβαλε ιδέες, τον έπεισε για κάτι)., γεμίζω τη μπάλα (προφ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) κάνω μακρινή και ψηλοκρεμαστή μπαλιά προς την αντίπαλη περιοχή. Πβ. σεντράρω., δεν μου γεμίζει το μάτι (προφ.): δεν μου εμπνέει εμπιστοσύνη, δεν φαίνεται να έχει τα κατάλληλα προσόντα, χαρακτηριστικά: Από την αρχή δεν μου γέμισε ~. Με την πρώτη ματιά δεν σου γεμίζει ~, αλλά είναι πολύ χρήσιμη συσκευή., γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) βλ. μπαταρία, το λέω και γεμίζει το στόμα μου βλ. στόμα, φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι βλ. φασούλι [< αρχ. γεμίζω]
δεκάτηδε-κά-τη ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) φόρος που ισοδυναμούσε με το ένα δέκατο της παραγωγής γεωργικών προϊόντων. [< αρχ. δεκάτη]
δενμόρ. (αρν.) {κ. δε, όταν η επόμενη λέξη αρχίζει με εξακολουθητικό σύμφωνο} 1. για δήλωση άρνησης: ~ είμαι καλά. ~ έχω αντίρρηση. ~ πήγα στη δουλειά. Μήπως ~ διάβασα καλά; (εμφατ.) ~ θέλω ούτε να τον βλέπω. 2. για προτροπή, παρακίνηση, παρότρυνση: ~ ανοίγεις το παράθυρο (: άνοιξέ το); -Να 'ρθω κι εγώ; -Και ~ έρχεσαι (: έλα); ~ μου λες (: πες μου), ...; 3. για περιπτώσεις όπου ζητείται επιβεβαίωση, επαλήθευση: Δίκιο ~ έχω; 4. σε σχήμα λιτότητας: Ποσοστό που ~ είναι αμελητέο (: είναι σημαντικό). ~ είναι κακό να λέμε τη γνώμη μας (: είναι καλό). 5. (εμφατ.) για να δηλωθεί ότι ελέχθη ή συνέβη κάτι: ~ σου έχω πει να προσέχεις (: σου έχω πει …); ~ με είδες χθες, το ξέχασες; 6. (με επανάληψη του ρήματος) μόλις και μετά βίας· περίπου, σχεδόν, πάνω κάτω, κατά προσέγγιση: Μικρό γήπεδο, που χωράει ~ χωράει χίλια άτομα. Ήταν (και) ~ ήταν τριάντα χρονών. ● ΦΡ.: και τι δε(ν) … (εμφατ.): για να δηλωθεί έντονη επιθυμία ή μεγάλη ποσότητα: ~ ~ θα 'δινα για έναν καφέ τώρα (: θα ήθελα πολύ ...)! ~ ~ έχει μέσα αυτή η πίτα (: περιέχει πολλά υλικά)! ~ ~ έχουν δει τα μάτια μου (: πάρα πολλά)! , αμ δε βλ. αμ, δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ βλ. ξεχνώ, δε(ν) λέγεται βλ. λέω, δε(ν) λέω βλ. λέω, δεν είναι έτσι βλ. έτσι, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι [< μεσν. δεν]
ίλιγγος[ἴλιγγος] ί-λιγ-γος ουσ. (αρσ.) {ιλίγγ-ου | -ων, -ους} 1. ΙΑΤΡ. αίσθηση ότι ο ασθενής ή ο γύρω χώρος του περιστρέφεται ή μετατοπίζεται, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η σωματική του ισορροπία και η αίσθηση προσανατολισμού του· έντονη ζάλη που συνήθ. συνοδεύεται από ναυτία, κεφαλαλγίες, εφίδρωση ή/και πυρετό: (καλοήθης) παροξυσμικός ~ θέσης. Υποφέρει από ~ους. Πβ. ζαλάδα, σκοτοδίνη. Βλ. αστάθεια, καρηβαρία, λαβυρινθίτιδα. 2. (μτφ.) ταραχή, σάστισμα, ψυχική αναστάτωση που προκαλείται από κάτι υπερβολικό ή ανεξέλεγκτο: ο ~ της δόξας/της επιτυχίας. Πβ. ζάλη. [< 1: αρχ. ἴλιγγος 2: γαλλ. vertige]
καζάνικα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) {καζαν-ιού} 1. μεταλλικό σκεύος παρόμοιο με πολύ μεγάλη κατσαρόλα: ~ του τσίπουρου (= αποστακτήρας). Πβ. λεβέτι. Βλ. τσουκάλι, χύτρα.|| (μτφ.) Τα ~ια της κολάσεως. 2. (προφ.) λέβητας. Πβ. μπόιλερ. ● Μεγεθ.: καζάνα (η) ● ΦΡ.: έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι (μτφ.-προφ.): ζαλίστηκα, με έπιασε πονοκέφαλος: Έγινε ~ ~ από το διάβασμα/από τις φωνές. Μου έκανε ~ ~ με την πολυλογία της., καζάνι που βράζει/κοχλάζει: για εκρηκτική κατάσταση: ~ ~ η χώρα. [< γαλλ. chaudron en ébullition/prêt à exploser] , όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε (προφ.): όλοι βρισκόμαστε στην ίδια άσχημη θέση, αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες: Κι εμείς έχουμε προβλήματα, ~ ~., ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί βλ. ηφαίστειο [< μεσν. καζάνι < τουρκ. kazan]
κακόκα-κό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. καλό 1. (προφ.) συμφορά, δυστυχία: κοινωνικά ~ά (= δεινά). Ο πόλεμος είναι μεγάλο/τρομερό ~. Τι ~ κι αυτό! Μια λάθος κίνηση και το ~ δεν αργεί να συμβεί! Το ένα ~ φέρνει το άλλο. (για ατύχημα:) Πώς έγινε το ~; Θέλησε να προλάβει το ~. Μην εύχεσαι το ~ του! Πολλά ~ά τον χτύπησαν τελευταία.|| Έγινε μεγάλο ~ (πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία). 2. (προφ.) αρνητικό στοιχείο, μειονέκτημα: Έχει ένα ~· με διακόπτει συνέχεια, όταν μιλάω. Κάθε εποχή έχει και τα ~ά της.|| Πού είναι/το βλέπεις το ~; Μια χαρά μου φαίνεται το ντύσιμό του! Τι το ~ βρίσκεις, δηλαδή; 3. οτιδήποτε αντιτίθεται στον κώδικα ηθικής και στους θρησκευτικούς κανόνες· το βλαβερό και επιζήμιο για τον άνθρωπο: (ΦΙΛΟΣ.) η ύπαρξη του ~ού.|| (ΘΕΟΛ.) Οι δυνάμεις/το πνεύμα του ~ού (βλ. διάβολος). Λύτρωση από το ~. Βλ. το δέντρο της γνώσης.|| Παντού βλέπει το ~ (: είναι καχύποπτος). Είναι ~ να βασανίζεις τα ζώα.|| Είπε κάτι ~ για μένα. Πβ. κακία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικεία κακά (λόγ.): παθήματα του παρελθόντος: Μη μας θυμίζεις ~ ~!, αναγκαίο κακό βλ. αναγκαίος ● ΦΡ.: ... και κακό! (προφ.-επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και προκαλεί αναστάτωση: Γέλια/κόσμος/φωνές ~ ~! Τι φασαρία ~ ~ είν' αυτή;, απ' το κακό στο χειρότερο: για συνεχή επιδείνωση μιας κατάστασης: Τα πράγματα βαίνουν/εξελίσσονται/οδηγούνται/πάνε ~ ~., βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου (προφ.): έχω κακό προαίσθημα, φοβάμαι ότι κάτι δυσάρεστο έχει συμβεί: Μη ~εις ~ ~ σου!|| Μην βάζεις στο μυαλό σου συνέχεια το κακό!, η αρχή του κακού: το πρώτο από μία σειρά δυσάρεστων συμβάντων: ~ ~ έγινε με τη διακοπή των διαπραγματεύσεων. Οι πλημμύρες δεν ήταν παρά ~ ~., η πηγή/η ρίζα του κακού: η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: Προσπαθεί να εντοπίσει την ~ ~. ~ ~ πρέπει ν' αναζητηθεί αλλού. Αυτός έχει την ευθύνη, είναι ~ ~/η πηγή όλων των κακών. Βλ. σημείο μηδέν., κακό να σου 'ρθει/να σ' εύρει!: ως κατάρα., κακό που με βρήκε/έπαθα! (προφ.): ως αναφώνηση για κάτι πολύ άσχημο που έτυχε σε κάποιον: Τι ~ είν' αυτό που μας βρήκε/που πάθαμε! Βρε, ~ ~ (τώρα)!, κακό του κεφαλιού μου/σου/του (προφ.): επικριτικό σχόλιο ή προειδοποίηση για απερίσκεπτη πράξη που είχε ή θα έχει αρνητικά αποτελέσματα: Επιμένεις; Ε, τότε ~ ~ σου! ~ ~ του που πήγε και ..., κάνω κακό: βλάπτω: Ξεχνάς το ~ που σου 'κανε;|| Άσ' τον! Κακό στον εαυτό του κάνει!|| Το στρες ~ει ~ στην καρδιά. Δεν θα σου ~ει ~ μια ασπιρίνη!|| (ειρων.) Δεν σου έκανε ~ που ζορίστηκες λίγο!|| Το χαλάζι έκανε μεγάλο ~ (: προκάλεσε πολλές καταστροφές) στις σοδειές., κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του & έγινε κίτρινος/πράσινος απ' το κακό/τη ζήλια του (προφ.): ζήλεψε πάρα πολύ., με το κακό/με το άγριο (προφ.): με απότομο τρόπο: Μην τον πάρεις ~ ~ και φοβηθεί! ΑΝΤ. με το καλό/μαλακό, μικρό/λίγο το κακό! (προφ.): για να δηλωθεί ότι η ζημιά είναι αμελητέα· δεν πειράζει: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~!, μου βγήκε σε κακό (προφ.): για κάτι που είχε (ή έχει) δυσάρεστες συνέπειες: Καλύτερα να μην πήγαινα· ~ ~! Θα σου βγει σε ~ που δεν προσέχεις!|| (ως κατάρα) Σε κακό να σου βγει! ΑΝΤ. μου βγήκε σε καλό, παράγινε/έχει παραγίνει το κακό & (σπάν.) απόγινε το κακό (προφ.): η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~ με σένα/με την κίνηση!, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό: ανησυχώ, φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί: Μην πάει ο νους σου ~!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου (προφ.): ζηλεύω πάρα πολύ: Έσκασε/άφρισε/λύσσαξε ~ της, όταν το έμαθε., το κακό έγινε: για ανεπανόρθωτο γεγονός: Δεν έχει νόημα να το συζητάμε, τώρα ~ ~, δυστυχώς! Πβ. ό,τι έγινε έγινε., το κακό είναι ... (προφ.): για να επισημάνουμε κάτι αρνητικό: ~ ~ πως δεν ξέρω τον δρόμο. Το ~ (μαζί) του είναι πως είναι εγωιστής. Το ~ με τους ανθρώπους είναι ότι … ΑΝΤ. το καλό είναι ότι ..., άνθη/άνθος του κακού βλ. άνθος, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, για καλό και για κακό βλ. καλό, για καλό/για κακό βλ. καλό, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, ενός κακού μύρια έπονται βλ. έπομαι, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω, τρίτωσε το κακό βλ. τριτώνει [< αρχ. τὸ κακὸν]
καρατόμησηκα-ρα-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλισμός 1. (μτφ.-επιτατ.) αποπομπή, καθαίρεση: ~ βουλευτή/συμβούλου. ΣΥΝ. αποκαθήλωση (2), απομάκρυνση (3), εκπαραθύρωση, ξήλωμα, παύση (2) 2. αποκοπή της κεφαλής: (κυρ. παλαιότ.) εκτέλεση με ~. Βλ. απαγχονισμός, γκιλοτίνα, λαιμητόμος.|| ~ πεύκων (πβ. κόψιμο).|| (μτφ.) ~ δικαιωμάτων (= καταπάτηση, στέρηση)/συντάξεων (= μείωση, περικοπή). [< 2: μτγν. καρατόμησις, γαλλ. décapitation]
κασίδηςκα-σί-δης ουσ. (αρσ.) & κασιδιάρης (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): άνδρας που έχει αλωπεκία· φαλακρός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι: για άπειρο ή αρχάριο που οι προσπάθειές του έχουν συνήθ. αρνητικές επιπτώσεις στους άλλους: Αυτοσχεδιάζει/μαθαίνει/πειραματίζεται ~ ~.
κατεβάζωκα-τε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {κατέβα-σα, κατεβά-σει, κατεβά-στηκε, -σμένος, κατεβάζ-οντας} 1. μετακινώ κάτι σε χαμηλότερο σημείο, προς τα κάτω: ~ το βιβλίο από το ράφι/τις κουρτίνες (= ξεκρεμώ)/τα μανίκια/τον μοχλό/τη σημαία (= υποστέλλω)/το τζάμι (του αυτοκινήτου). ~ τα σκουπίδια (ενν. στον δρόμο).|| ~ το χέρι. Με ~σμένα τα μάτια από ντροπή. ΑΝΤ. σηκώνω, υψώνω.|| Το ποτάμι/ρέμα ~ει πολύ νερό. Πβ. φέρνει.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ουσιαστικά που ~ουν τον τόνο στη γενική (: τον μετακινούν στη(ν) (μεθ)επόμενη συλλαβή). ΑΝΤ. ανεβάζω (1) 2. (προφ.) μεταφέρω κάποιον σε νοτιότερο, κεντρικότερο ή παραλιακό σημείο· αποβιβάζω: Θα σε ~σω (= πάω) με το αυτοκίνητο μέχρι την αγορά.|| Το λεωφορείο σε ~ει ακριβώς έξω/μπροστά από την τράπεζα.|| Τον ~σαν από το τρένο (= τον έβγαλαν με τη βία). ΑΝΤ. ανεβάζω. 3. (μτφ.-προφ.) ελαττώνω, χαμηλώνω: ~ τον ήχο (: την έντασή του)/τη θερμοκρασία. Η ομάδα ~σε (= μείωσε) τη διαφορά στους ... πόντους. ~σε ταχύτητα! ~σμένες: τιμές.|| Η ασπιρίνη ~ει τον πυρετό. ΣΥΝ. ρίχνω (6) ΑΝΤ. ανεβάζω (2) 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω δεδομένα από κεντρικό σύστημα (διακομιστή) σε προσωπικό υπολογιστή: ~ εικόνες/προγράμματα/ταινίες/τραγούδια από το ίντερνετ. ~ στον σκληρό δίσκο. ~σμένα: αρχεία. Πβ. μεταφορτώνω. Βλ. ξανα~.|| ~ μια εφαρμογή στο κινητό μου. ΣΥΝ. καταφορτώνω (1) ΑΝΤ. ανεβάζω (3) 5. (μτφ.-προφ.) παρουσιάζω, προτείνω: Ο προπονητής ~σε νέα ενδεκάδα/επιθετικό σχήμα στον αγώνα. Το κόμμα ~σε σημαντικό αριθμό νέων υποψηφίων στις εκλογές.|| ~ πρόταση (= καταθέτω, υποβάλλω). Να δούμε τι δικαιολογία/(ειρων.) εξυπνάδα θα ~σει (= επινοήσει, σκαρφιστεί) πάλι. Πβ. προβάλλω. 6. (μτφ.-προφ.) καταπίνω μονομιάς, καταβροχθίζω: ~σε ένα μπουκάλι ουίσκι/μια γουλιά κρασί/μονορούφι την μπίρα.|| ~ει ένα ταψί φαγητό στην καθισιά του. 7. (μτφ.-προφ.) ξεστομίζω: ~ει μπινελίκια. 8. (μτφ.-προφ.) αποσύρω, διακόπτω, σταματώ: ~σαν την παράσταση (: δεν είχε επιτυχία). ΑΝΤ. ανεβάζω (6) 9. (μτφ.-προφ.) υποβαθμίζω, υποβιβάζω: Μην ~εις το επίπεδο της συζήτησης!|| Η ήττα ~σε την ομάδα στη δεύτερη θέση.|| Τον ~σαν από την εξουσία/τον θρόνο (= τον καθαίρεσαν). ● ΦΡ.: κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου (προφ.): μου έρχεται μια ιδέα: Για στάσου μήπως ~σει ~ κάτι καλό., τα κατεβάζω (αργκό): εξευτελίζομαι, ταπεινώνομαι., του κατεβάζει μια (προφ.): τον χτυπά (με το χέρι): ~ ~ γροθιά/μπουνιά. Του κατέβασε μια στο κεφάλι/στα μούτρα., αλί που/άμα το 'χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες βλ. κούτρα, ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, βγάζω/κατεβάζω γάλα βλ. γάλα, κατεβάζει (τα) ρολά βλ. ρολό, κατεβάζει τα βρακιά (του) βλ. βρακί, κατεβάζει τους διακόπτες βλ. διακόπτης, κατεβάζω (την) προβοσκίδα (μου) βλ. προβοσκίδα, κατεβάζω το ακουστικό/το τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια βλ. καντήλι, κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες βλ. χριστοπαναγίες, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, με κατεβασμένα χέρια βλ. χέρι, ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει βλ. βρέχω, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου βλ. αυτί, τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει βλ. ανεβάζω, τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο βλ. περίδρομος [< μεσν. κατεβάζω 4: αγγλ. download, 1975]
κατεβαίνωκα-τε-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατέβ-ηκα, κατέβ-α, κατέβ-ει κ. κατεβ-εί, κατεβα-σμένος, κατεβαίν-οντας} ΣΥΝ. κατέρχομαι 1. (για έμψυχα ή άψυχα) κινούμαι από πάνω προς τα κάτω ή προς ένα χαμηλότερο σημείο· κατ' επέκτ. κινούμαι από τον βορρά προς τον νότο, από την περιφέρεια στο κέντρο, από την ενδοχώρα στα παράλια: ~ τον δρόμο/το μονοπάτι/την πλαγιά (= κατηφορίζω)/το φαράγγι (βλ. καταρρίχηση). ~ στο υπόγειο. ~ηκε από το βήμα/δέντρο/ποδήλατο. ~α αμέσως κάτω!|| Θα ~ώ με το ασανσέρ/τα πόδια. ~ηκε βιαστικά/τρέχοντας τις σκάλες.|| (αποβιβάζομαι:) ~ηκε από το λεωφορείο. ~είτε στην επόμενη στάση!|| ~ από το άλογο (= ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω).|| ~ στο νησί/στην πλατεία. ~ηκα (για ψώνια/μια βόλτα) στην αγορά/στο κέντρο/στα μαγαζιά.|| Το ποτάμι ~ει από το βουνό. Η φωτιά ~ει προς το χωριό.|| (μτφ.) Δεν του κατέβαινε μπουκιά (: δεν είχε όρεξη). Δεν θα ~ω (= πέσω) στο επίπεδό του.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ο τόνος ~ει στην παραλήγουσα. ΑΝΤ. ανεβαίνω (1) 2. (μτφ.-προφ.) συμμετέχω, παίρνω μέρος: ~ σε αγώνες/συνέδριο. ~ηκαν στην απεργία/στη διαδήλωση/στην πορεία/στο συλλαλητήριο.|| Θα ~ει για βουλευτής/ως υποψήφιος στις εκλογές.|| ~ να ψηφίσω. ● κατεβαίνει 1. ελαττώνεται, μειώνεται: ~ουν οι βάσεις/τα ενοίκια/τα επιτόκια/οι τιμές. ~ηκε η θερμοκρασία/ο πληθωρισμός/ο πυρετός/η στάθμη της θάλασσας. Ο Γενικός Δείκτης (του Χρηματιστηρίου) ~ηκε στις ... μονάδες. Έχει ~ει ο μέσος όρος ηλικίας (π.χ. των παικτών μιας ομάδας). Πβ. πέφτει.|| ~ ο ήχος (ΑΝΤ. δυναμώνει). 2. εκτείνεται, φτάνει: Ο δρόμος ~ όλο στροφές προς την ακτή. Τα δέντρα ~ουν ως/μέχρι τη θάλασσα.|| Το φουστάνι ~ ως τον αστράγαλο. 3. εκκρίνεται, παράγεται: ~ γάλα (: για θηλασμό). Δάκρυα ~ουν από τα μάτια. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρεται από ένα κεντρικό σε ένα περιφερειακό σύστημα: Η ιστοσελίδα ~ αργά. ~ουν αρχεία/εικόνες. 5. (για θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο) σταματά η παρουσίαση ή η προβολή του. ● ΦΡ.: κατέβα να φάμε (ειρων.-χιουμορ.): σε πολύ ψηλό άνθρωπο., κατέβαινε (λαϊκό): πλήρωνε: ~ το παραδάκι!, κατέβηκε από την εξουσία/τον θρόνο: καθαιρέθηκε, εκθρονίστηκε., μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) (προφ.): για κάτι που γίνεται ξαφνικά, αυθόρμητα, χωρίς πολλή σκέψη: Κάνει/λέει ό,τι του κατέβει ~. ~ ~ηκε (= μου ήρθε) μια ιδέα/λύση στο μυαλό. ~ ~ηκε να ... Έτσι μου ~ηκε! Πβ. έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου. ΣΥΝ. μου καπνίζει, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (1), μου τη βιδώνει (1), από το βουνό κατέβηκε; βλ. βουνό, βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους βλ. δρόμος, κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα βλ. δεύτερος, κατεβαίνω από το τρένο βλ. τρένο, ο (ίδιος ο) Θεός να κατέβει κάτω βλ. θεός, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1 [< μεσν. κατεβαίνω]
κεραμίδακε-ρα-μί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) απροσδόκητο και δυσάρεστο γεγονός: Φόροι-~ για τους μισθωτούς. Πβ. ψυχρολουσία. 2. (σπάν.) κεραμίδι. ● ΦΡ.: έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) (μτφ.-προφ.): αιφνιδιάστηκα από αρνητικό συμβάν ή κακή είδηση: Του 'ρθε ~, όταν έμαθε ότι ... Πβ. είδα τον ουρανό/μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι, μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς. [< 2: αρχ. κεραμίς]
κεραμίδικε-ρα-μί-δι ουσ. (ουδ.) {κεραμιδιού} 1. ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό, συνήθ. από ψημένο πηλό, για την κάλυψη της στέγης σπιτιών: ασφαλτικά (: επίπεδα)/γυάλινα/κεραμικά/μεταλλικά ~ια. Κεραμοσκεπές με βυζαντινά/ρωμαϊκά ~ια.|| (περιληπτ.) Σκεπή με γαλλικό ~. Βλ. -ίδι. ΣΥΝ. κέραμος 2. (συνεκδ.-προφ.) ιδιόκτητη κατοικία: Δούλευε μια ζωή για ένα ~ (= σπίτι). ● ΦΡ.: (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου & (σπάν.) ένα κεραμίδι στο κεφάλι μου (προφ.): (αποκτώ) δικό μου σπίτι: Πήραν δάνειο, για να βάλουν ~ ~ πάνω απ' το κεφάλι τους., βγαίνει στα κεραμίδια (προφ.): διαμαρτύρεται έντονα: Η αντιπολίτευση βγήκε ~ για το ασφαλιστικό., τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; βλ. νιάου [< μεσν. κεραμίδι]
κεφαλήκε-φα-λή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) κεφάλι: ακουστικά/κόσμημα/μασάζ/στηρίγματα ~ής. Αερόσακοι ~ής. (ΙΑΤΡ.) Οστά/σκελετός (βλ. κρανίο)/τραυματισμοί της ~ής. Φθειρίαση του τριχωτού της ~ής. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μαρμάρινη ~ (πβ. προτομή).|| (συνεκδ.-ειρων.) Ομιλούσες ~ές (: στα τηλεπαράθυρα). Οι σοφές ~ές (= οι σοφοί). 2. (μτφ.) αρχηγός, επικεφαλής· συνεκδ. ηγετική θέση, αρχηγικό αξίωμα: η ~ της Εκκλησίας (ο Χριστός, ο Πατριάρχης, ο μητροπολίτης ή ο Πάπας)/των Ενόπλων Δυνάμεων/του κράτους/της οικογένειας.|| Αποχώρηση/παραίτηση από την ~ του κόμματος. ΣΥΝ. ηγεσία (1) 3. (μτφ.) αρχή, κορυφή, άκρο, το μπροστινό ή πάνω μέρος: η ~ της παρέλασης/πορείας/φάλαγγας (ΑΝΤ. ουρά). Η ~ του κρεβατιού (βλ. κεφαλάρι). Ο Πρόεδρος κάθισε στην ~ του τραπεζιού.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανταλλακτική/κινούμενη/κοπτική ~. ~ εκτύπωσης/ξυρίσματος. Πύραυλος με συμβατική/χημική ~ (βλ. βλήμα).|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) (Αλουμινένια) ~ κινητήρα/κυλίνδρου (= κυλινδρο~).|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ της κερκίδας/του μηριαίου οστού. Η ~ του παγκρέατος (: το διογκωμένο τμήμα του).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ του κομήτη.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κιθάρας/μπάσου (: το τμήμα των έγχορδων οργάνων, στο οποίο βρίσκονται τα κλειδιά). 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. τμήμα συσκευής για εγγραφή, αναπαραγωγή ή διαγραφή μαγνητικών σημάτων: ~ μαγνητοφώνου/ντιβιντί/πικάπ. ~ ανάγνωσης. Βίντεο έξι ~ών. Κασέτα καθαρισμού ~ών. 5. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. ο βασικός τύπος με τον οποίο λημματογραφείται μια λέξη, συνήθ. με έντονα γράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: κάλυμμα (της) κεφαλής & κάλυμμα (του) κεφαλιού: ό,τι προφυλάσσει ή κρύβει το κεφάλι ή/και το πρόσωπο: ισλαμικό ~ ~ (βλ. μπούρκα, νικάμπ, σαρίκι, τσαντόρ, φερετζές). ~ ~ ανδρικής (= φέσι)/γυναικείας (= κεφαλόδεσμος) παραδοσιακής ελληνικής φορεσιάς. Πβ. καλύπτρα. Βλ. καπέλο, κασκέτο, μαντίλα, μπερές, πηλήκιο, σκούφος, τσεμπέρι, φακιόλι.|| (ΑΘΛ.) ~ατα ~ για παίκτες χόκεϊ επί πάγου/μπέιζμπολ., ασώματος κεφαλή βλ. ασώματος, κυνήγι κεφαλών βλ. κυνήγι, κυνηγός κεφαλών βλ. κυνηγός, πυρηνική κεφαλή βλ. πυρηνικός ● ΦΡ.: δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη & δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι (ΚΔ): (μτφ.) δεν έχει/έχω καμία βοήθεια, κανένα στήριγμα., κατά κεφαλή(ν) (επίσ.): που αντιστοιχεί σε κάθε άτομο ξεχωριστά: ετήσιο ~ ~ εισόδημα. ~ ~ ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. ~ ~ δαπάνες/φόροι., με βραχεία κεφαλή (μτφ.-λόγ.): με ελάχιστη διαφορά: επικράτηση/νίκη/προβάδισμα ~ ~. Προηγούνται ~ ~., ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του βλ. μαλλί [< 1,2,3: μεσν. κεφαλή 3,4: αγγλ. head 5: αγγλ. headword]
κόβωκό-βω ρ. (αμτβ. κ. μτβ) {έκοψε, κόψει, προστ. κόψε (κόφτο κ. κόφ' το), -ψ(ε)τε, κόπ-ηκε, -εί, κομμένος, κόβ-οντας} & (σπάν.-λόγ.) κόπτω 1. αποσπώ, ξεχωρίζω, αφαιρώ κάτι από ένα μεγαλύτερο σύνολο: ~ τα κλαδιά (= κλαδεύω)/σύκα. ~ονται δέντρα (βλ. υλοτομώ). Έκοψα (= μάζεψα) λίγα λουλούδια. Μου ~εις λίγο ψωμί (ενν. κομμάτι); Μου ~ηκε (= έφυγε) ένα κουμπί. ~ει άρθρα από εφημερίδες/περιοδικά. ~ τα γένια/το μουστάκι (= ξυρίζω)/τα νύχια/τις φαβορίτες μου. Έκοψες τα μαλλιά σου (= κουρεύτηκες); Έκοψε (= έσκισε) μια σελίδα από το τετράδιο. Πβ. αποκόπτω, αποχωρίζω.|| Έκοψαν (= λογόκριναν) τις ερωτικές σκηνές.|| (μτφ.-προφ.) Δεν μου έκοψε τίποτα (: δεν μου έκανε έκπτωση). Το κάπνισμα ~ει χρόνια από τη ζωή. 2. (προφ.) παύω, σταματώ, διακόπτω: ~ τα γλυκά (= δεν τρώω)/τον καφέ/το ποτό (= δεν πίνω). Έχω κόψει το κάπνισμα/τσιγάρο (: δεν καπνίζω πια). Δεν ~εις την πλάκα; Κόφ' το δούλεμα! Συνέχεια με ~εις, όταν μιλάω. Ή θα μιλήσουμε ειλικρινά ή ~ουμε εδώ την κουβέντα/τη συζήτηση! (Πάνω) στο καλύτερο μας έκοψες! Έκοψε κάθε επαφή/σχέση μαζί της (: δεν επικοινωνεί καθόλου).|| (μτφ.) Μη μου ~εις την τύχη!|| Η σειρά ~ηκε (: έπαψε να προβάλλεται). Έκοψαν (= ακύρωσαν, ματαίωσαν· βλ. αναβάλλω) τη συναυλία εξαιτίας των επεισοδίων.|| Του ~ηκε η γλώσσα (: δεν ήξερε τι να πει)/το κέφι (= χάλασε η διάθεσή του).|| Ο αέρας έκοψε (= κόπασε) τελείως.|| (ειδικότ. για διακοπή παροχής αγαθού, υπηρεσίας) ~ηκε το νερό/ρεύμα/η σύνδεση (στο ίντερνετ). Από χθες μου κόψανε το τηλέφωνο. Πβ. αποσυνδέω. 3. (ειδικότ.) καταργώ, μειώνω, περιορίζω: ~ την αναβολή μου. Μου έκοψαν το χαρτζιλίκι/την υποτροφία. ~ουν άδειες/δρομολόγια/επιδόματα/θέσεις εργασίας/παροχές/συντάξεις.|| ~ (= ελαττώνω τα έξοδα) κι από το φαγητό, για να τα βγάλω πέρα. Πβ. κουτσουρεύω, περικόπτω, πετσοκόβω.|| Οι δουλειές τώρα τελευταία έχουν κόψει (= λιγοστέψει). 4. (για δέρμα ή μέλη του σώματος) πληγώνω, τραυματίζω, συνήθ. με κοφτερό αντικείμενο, με αποτέλεσμα να τρέξει αίμα: Έκοψε το δάχτυλό του. ~ηκα στο ξύρισμα. Πρόσεξε, θα/μην ~είς!|| Του 'κόψαν/του κόψανε το δεξί πόδι/το κεφάλι (= τον αποκεφάλισαν, καρατόμησαν).|| (μτφ.) ~ηκαν (= κουράστηκαν, πόνεσαν) τα χέρια μου από τα ψώνια. 5. (προφ.) απορρίπτω, αφήνω· αποκλείω: Μ' έκοψαν στις εξετάσεις. Ο καθηγητής έκοψε τη μισή τάξη. ~ηκε με τέσσερα (: σε βαθμολογική κλίμακα με άριστα το δέκα)/στην έκθεση/στο τεστ. Αν δεν διαβάσεις, θα ~είς. ~ηκε από απουσίες (: δεν προάγεται). Λυπάμαι, ~ήκατε (= αποτύχατε. ΑΝΤ. περνώ).|| (για υποψήφιο κόμματος) ~ηκε από το ψηφοδέλτιο. 6. βγάζω, δίνω, εκδίδω, τυπώνω: ~ει απόδειξη (παροχής υπηρεσιών)/επιταγή/τιμολόγιο. Μου έκοψε κλήση/πρόστιμο για ... Η εταιρεία έχει κόψει μέρισμα ύψους ... || ~ηκαν νομίσματα (: κυκλοφόρησαν). 7. (προφ.) (για το τιμόνι) στρίβω απότομα, εντελώς: Έκοψε όλο το τιμόνι δεξιά. 8. (προφ.) εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι: Μου ~εις τον δρόμο (= κλείνεις)/τον ήλιο/τη θέα (: δεν μπορώ να δω· πβ. κρύβω)!|| (ΑΘΛ.) Καθυστέρησε να σουτάρει και ~ηκε (πβ. ανακόπηκε, αναχαιτίστηκε) από τους αμυντικούς. 9. (σπάν.-προφ.) ξεκόβω: Έκοψε (= απομακρύνθηκε) απ' όλους τους παλιούς του φίλους. 10. διαιρώ, (δια)χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη, χρησιμοποιώντας συνήθ. κοφτερό εργαλείο: ~ το κρέας (= κομματιάζω, τεμαχίζω) με το μαχαίρι. ~ ένα καρπούζι στη μέση. ~ τις μελιτζάνες σε (λεπτές/χοντρές) λωρίδες/ροδέλες/φέτες (βλ. ψιλο~). ~ ξύλα με το πριόνι (= πριονίζω, πβ. πελεκώ). Ο δυνατός άνεμος έκοψε το σχοινί. Έκοψε την κορδέλα των εγκαινίων. Ο σύλλογος θα κόψει τη βασιλόπιτα. Ο κιμάς ~εται παρουσία του πελάτη. ~ηκε η αλυσίδα/~ηκαν τα καλώδια. Μηχανή που ~ει (= αλέθει) καφέ.|| (σε χαρτοπαίγνια) Έκοψε (την τράπουλα) και μοίρασε.|| (ΓΕΩΜ.) Η ευθεία ~ει (= τέμνει) τον κύκλο στο σημείο ...|| Δρόμοι που ~ονται από ρυάκια.|| (μτφ.) Η χώρα ~ηκε στα δύο λόγω της κακοκαιρίας (: συνήθ. όταν είναι αδύνατη η κυκλοφορία οχημάτων σε κάποιο σημείο του εθνικού οδικού δικτύου). ● κόβει (προφ.) 1. είναι κοφτερός, κατάλληλος για κοπή: Πάρε το άλλο μαχαίρι, ~ καλύτερα. 2. στενεύει: Με ~ουν (= με χτυπάνε) τα παπούτσια μου. 3. αλλοιώνεται, χαλά: ~ψε το αβγολέμονο/η κρέμα γάλακτος. ΑΝΤ. δένει.|| (για χρώματα) ~ουν στον ήλιο (: ξεβάφουν, ξεθωριάζουν). ● Παθ.: κόβομαι (προφ.): ενδιαφέρομαι έντονα, μου αρέσει πάρα πολύ: Δεν ~ να γυρίσω πίσω. Γιατί ~εσαι τόσο για το τι λένε οι άλλοι για σένα; Πβ. κόπτομαι. ● ΦΡ.: θα σου κόψω τα πόδια! (μτφ.-απειλητ.): Αν κάνεις να φύγεις, ~ ~!, θα σου κόψω τη γλώσσα (μτφ.): ως απειλή σε κάποιον που αυθαδιάζει ή λέει κακίες., κόβω (κάποιον) (αργκό) 1. σχηματίζω άποψη, εντύπωση για κάποιον: Μια χαρά σε ~. Σας ~ κακόκεφους. Τον έκοψα αμέσως (: κατάλαβα τον χαρακτήρα του). Πβ. παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά. 2. κοιτάζω, παρατηρώ: Την έκοβε για πολλή ώρα. Πβ. κοζάρω, παρακολουθώ, φερμάρω., κόβω (τους) δεσμούς & τον δεσμό (μτφ.): δεν έχω πια επαφή, σχέση με κάποιον ή κάτι: Ποτέ δεν έκοψε ~ με την οικογένειά/την πατρίδα του. Είναι αποφασισμένη να κόψει ~ με το παρελθόν., κόβω αντιδράσεις (νεαν. αργκό): βλέπω, παρατηρώ τις αντιδράσεις των άλλων: Τρελαίνομαι να τους πειράζω, για να ~ ~., κόβω κίνηση (νεαν. αργκό): παρακολουθώ με προσοχή τον κόσμο που βρίσκεται σε ένα μέρος ή διέρχεται από αυτό· γενικότ. προσέχω, παρατηρώ μια διαδικασία, κατάσταση, για να αντλήσω πληροφορίες: Κοίταζε (αριστερά-δεξιά/τριγύρω)/κοντοστάθηκε, για να κόψει ~.|| Προτείνω να πάμε στα μαγαζιά να κόψουμε ~., κόβω ταχύτητα: επιβραδύνω: Κόψε ~ και πιάσε δεξιά. Το μετρό/πλοίο/ο συρμός έκοψε ~. Δεν πρόλαβε να κόψει ~ (πβ. φρενάρω)., κόβω το κεφάλι/χέρι μου & το δεξί μου χέρι (μτφ.-προφ.): (για να δηλωθεί απόλυτη βεβαιότητα) βάζω στοίχημα: ~ ~ ότι κάπου σε έχω ξαναδεί. Πβ. βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο, βάζω το χέρι μου στη φωτιά, παίρνω όρκο. [< γαλλ. en donner sa tête/main à couper] , κόβω το λαιμό/το σβέρκο μου (μτφ.-προφ.) 1. ως έκφραση έντονης βεβαιότητας: ~ ~ ότι αυτός το έκανε/ότι δεν θα έρθει. 2. {κυρ. στο β' εν.} (ως έκφρ. θυμού) για κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να γίνει: Κόψε ~, το θέλω ως το Σάββατο. Να κόψεις ~ σου να το λύσεις/φτιάξεις. 3. για να δηλωθεί αδιαφορία, περιφρόνηση: Ας/δεν πάει να κόψει ~ του (: δεν με νοιάζει τι θα κάνει)., κόβω τον ομφάλιο λώρο (μτφ.): παύω να εξαρτώμαι από κάποιον ή κάτι: Ποτέ δεν έκοψε ~ με τη μητέρα του., κόφτο & κόφ' το (προφ.): (λέγεται απότομα, θυμωμένα σε κάποιον) πάψε, σταμάτα να μιλάς ή να ενοχλείς: ~ είπα/επιτέλους/τώρα! ~ πια, έχεις καταντήσει κουραστικός!, κόψε κάτι (προφ.) 1. (ειρων.) προς κάποιον που υπερβάλλει: ~ ~, πολλά λες. 2. για να ζητηθεί έκπτωση., με κόβει η κοιλιά μου (προφ.): έχω διάρροια., το κόβω (αργκό) 1. νομίζω, πιστεύω: ~ ~ δύσκολο να προλάβω. Αν και καλή ιδέα, δεν ~ ~ να γίνεται. Πώς ~ ~εις, θα την πάρεις τη δουλειά; ΣΥΝ. το βλέπω. 2. (για κάτι ενοχλητικό) σταματώ: (π.χ. προς κάποιους που τσακώνονται) Δεν ~ ~ετε πρωί-πρωί;, το κόβω με τα πόδια (προφ.): πηγαίνω κάπου περπατώντας., του κόβει (προφ.): έχει μυαλό, είναι έξυπνος: Προσπαθεί, αλλά δεν ~ ~ και πολύ. Μέχρι εκεί σας ~. Μα καλά, δεν τους ~ καθόλου;|| Δεν μου 'κοψε να τον ρωτήσω (: δεν το σκέφτηκα)., (μου) κόβεται η όρεξη/χάνω την όρεξή μου βλ. όρεξη, (το) κόβω λάσπη βλ. λάσπη, δεν κόβει ούτε με βαλέ βλ. βαλές, έκοψε η μαγιονέζα βλ. μαγιονέζα, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έχασε τη μιλιά/τη λαλιά του βλ. μιλιά, κάνω/κόβω/φέρνω βόλτες βλ. βόλτα, κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, κόβει και ράβει βλ. ράβω, κόβει μονέδα βλ. μονέδα, κόβει την ανάσα βλ. ανάσα, κόβει το μάτι (του) βλ. μάτι, κόβει/γκρεμίζει τις γέφυρες βλ. γέφυρα, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, κόβω (και) την καλημέρα/δεν λέω ούτε καλημέρα βλ. καλημέρα, κόβω (με το) μαχαίρι βλ. μαχαίρι, κόβω δρόμο βλ. δρόμος, κόβω εισιτήρια βλ. εισιτήριο, κόβω μισθό σε κάποιον βλ. μισθός, κόβω τα χέρια βλ. χέρι, κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον) βλ. φόρα1, κόβω τις φλέβες μου βλ. φλέβα, κόβω τον κώλο βλ. κώλος, κόβω φάτσες βλ. φάτσα, κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου βλ. φτερό, κόπηκε/έπεσε η γραμμή βλ. γραμμή, με κόβει (η) λόρδα/πείνα βλ. λόρδα, με λούζει/με κόβει κρύος ιδρώτας βλ. ιδρώτας, μου (έ)κοψε το αίμα/τη χολή βλ. αίμα, μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή/η ανάσα βλ. αναπνοή, μου κόπηκαν τα ήπατα βλ. ήπαρ, μου κόπηκαν τα πόδια βλ. πόδι, μου κόπηκε/μου πάγωσε το γέλιο βλ. γέλιο, να μου κοπεί το χέρι βλ. χέρι, πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι βλ. κεφάλι, τι σε κόφτει; βλ. κόφτει, το μυαλό του κόβει σαν ξυράφι & μυαλό ξ(ο)υράφι βλ. ξυράφι ● βλ. κομμένος [< μεσν. κόβω, γαλλ. couper, αγγλ. cut]
κορόνακο-ρό-να ουσ. (θηλ.) 1. στέμμα ή γενικότ. κάθε παρόμοιο κόσμημα κεφαλής: βασιλική/χρυσή ~. Εθνόσημο/θυρεός με ~. Πβ. διάδημα. Βλ. τιάρα. 2. ΙΑΤΡ. (κοινό) στεφάνη: μεταλλική/πορσελάνινη ~. ΣΥΝ. θήκη (2) 3. ΜΟΥΣ. σημάδι που δηλώνει ότι πρέπει να παραταθεί η διάρκεια της νότας ή της παύσης πάνω από την οποία σημειώνεται· συνεκδ. παρατεταμένη διάρκεια της φωνής σε ένα σημείο της μελωδίας: Έβγαλε μια ~. ΣΥΝ. κορωνίδα (5) 4. ΤΕΧΝΟΛ. οδοντωτός τροχός: βιδωτή ~ ρολογιού (πβ. κουρδιστήρι). ~ στο διαφορικό αυτοκινήτου. Βλ. κοχλίας, πηνίο. 5. βασική νομισματική μονάδα ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών: ~ Δανίας/Ισλανδίας/Νορβηγίας/Σλοβακίας/Σουηδίας/Τσεχίας. ● κορόνες (οι) (μτφ.): μεγαλοστομίες, πομπώδη λόγια: ανέξοδες/αντιπολεμικές/δημαγωγικές/εθνικιστικές/προεκλογικές ~. Εκτόξευσε/πέταξε πατριωτικές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακό στέμμα βλ. ηλιακός ● ΦΡ.: (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου: (συχνά ειρων. για τον/την σύζυγο) τον εκτιμώ και τον φροντίζω πολύ., κορόνα (ή) γράμματα βλ. γράμμα, παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα βλ. γράμμα [< μεσν. κορόνα < αρχ. κορώνη ‘κυρτό αντικείμενο’, ιταλ. corona 2,4: αγγλ. crown – παλαιότ. ορθογρ. κορώνα]
κουδούνικου-δού-νι ουσ. (ουδ.) {κουδουν-ιού | -ιών} 1. μηχανισμός παραγωγής ήχου ειδοποίησης με το πάτημα ενός κουμπιού: ασύρματο/αυτόματο/εξωτερικό/ηλεκτρικό/μελωδικό ~. Το ~ της πόρτας. ~ τοποθετημένο στον τοίχο.|| (συνεκδ., ο αντίστοιχος ήχος:) Πρώτο/δεύτερο/τρίτο ~ (: στο θέατρο πριν αρχίσει η παράσταση). Χτύπησε το ~ για διάλειμμα (: στο σχολείο).|| (σε κινητό τηλέφωνο:) Ρυθμιζόμενη ένταση ~ιού. Πβ. κώδων. 2. μεταλλικό όργανο, συνήθ. σε σχήμα μικρής καμπάνας, με γλωσσίδι που παράγει ήχο, όταν χτυπήσει στα πλευρικά τοιχώματα: μπρούντζινο/σφυρήλατο/χάλκινο/χειροποίητο ~. Ποιμενικά ~ια. Τα ~ια των προβάτων. Πβ. κυπρί. Βλ. κουδουνίστρα, σείστρο, -ούνι. ● Υποκ.: κουδουνάκι (το) βλ. σημ. 2. ● Μεγεθ.: κουδούνα (η) βλ. σημ. 2. ● ΦΡ.: γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι κυρ. λόγω ποτού ή φασαρίας., του κρέμασαν κουδούνια βλ. κρεμώ [< μεσν. κουδούνι(ν)]
λαγόςλα-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. {θηλ. λαγουδίνα} γρήγορο τρωκτικό (γένος Lepus), με μακριά πίσω πόδια και μεγάλα αυτιά, το οποίο ζει σε δάση και πυκνόφυτες εκτάσεις· συνεκδ. το κρέας του. ξεφώλιασμα ~ού. Βλ. κουνέλι.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στιφάδο.|| (μτφ.) Με ρυθμούς ~ού (: πολύ γρήγορα· ΑΝΤ. με ρυθμούς χελώνας). Έχει καρδιά ~ού (: είναι δειλός). 2. ΑΘΛ. δρομέας που δίνει γρήγορο ρυθμό σε δρόμο αντοχής, για να βοηθήσει στην επίτευξη ρεκόρ από άλλον αθλητή. ● Υποκ.: λαγουδάκι (το): μικρός λαγός· κατ' επέκτ. κάθε απεικόνισή του. || Λούτρινα/πασχαλινά/σοκολατένια ~ια. Βλ. αρκουδάκι. ● ΦΡ.: βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) (μτφ.-προφ.): ανακαλύπτω ή αποκαλύπτω κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, που θεωρείται μεγάλη επιτυχία: (για δημοσιογράφο:) Έβγαλε ~ (= θέμα, λαβράκι) από τη συνέντευξη., έγινε λαγός (μτφ.-προφ.): έφυγε πολύ γρήγορα, εξαφανίστηκε: Μόλις άκουσαν το περιπολικό, έγιναν ~οί (= την έκαναν, το 'βαλαν στα πόδια). ΣΥΝ. έγινε καπνός, έγινε Λούης, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του (παροιμ.): για κάποιον που βλάπτει από μόνος του τον εαυτό του., λαγούς με/και πετραχήλια (μτφ.-προφ.): για κάτι υπερβολικό, ουτοπικό, απραγματοποίητο: Δίνει/ζητά/τάζει/υπόσχεται ~ ~. ΣΥΝ. τον ουρανό με τ' άστρα, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας βλ. μάτι, άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες βλ. αρμέγω [< 1: μεσν. λαγός 2: γαλλ. lièvre, 1899]
λύκοςλύ-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Canis lupus) που μοιάζει με μεγάλο άγριο σκύλο, έχει φαιό τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι με δυνατές γνάθους και χαρακτηριστικούς μεγάλους κυνόδοντες, όρθια αυτιά, ψηλά πόδια και φουντωτή ουρά: γκρίζος/κόκκινος ~. Επίθεση ~ου σε κοπάδι από πρόβατα. Αγέλη ~ων. Αλύχτισμα/κραυγές/ουρλιαχτά ~ων. Πβ. ζουλάπι. Βλ. θηρίο, κογιότ, κυνοειδή, λύγκας, λύκαινα, τσακάλι. || ~/τίγρης της Τασμανίας. 2. (για πρόσ.) αιμοβόρος, σκληραγωγημένος. Βλ. γερό-, θαλασσό-λυκος. 3. (προφ.) λυκόσκυλο. 4. ΙΑΤΡ. διάσπαρτη φλεγμονώδης νόσος του συνδετικού ιστού, η οποία μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε ή όλα τα συστήματα του οργανισμού: (δισκοειδής/συστηματικός) ερυθηματώδης ~. Πβ. κολλαγόνωση 5. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Λ) αστερισμός του Νότιου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: λυκάκι (το): στις σημ. 1, 3. Πβ. λυκόπουλο. ● ΦΡ.: βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ανατίθεται ευθύνη, εξουσία ή αρμοδιότητα σε πρόσωπο ακατάλληλο, επικίνδυνο και, τελικά, επιζήμιο., γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου (μτφ.-προφ.): ξέφυγα από μεγάλο κίνδυνο. Πβ. γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ’ του χάρου τα δόντια. Βλ. γλιτώνω από τα χέρια κάποιου., θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι (παροιμ.): για άνθρωπο αγνώμονα, αχάριστο., ο άνθρωπος για τον άνθρωπο (είναι) λύκος (γνωμ.): δηλ. ανελέητος, απάνθρωπος, σκληρός. [< λατ. homo homini lupus] , ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του (παροιμ.): δεν αλλάζει (εύκολα) κάποιος χαρακτήρα ή τρόπο σκέψης, όσα χρόνια κι αν περάσουν., πεινώ/τρώω σαν λύκος (προφ.): δηλ. πάρα πολύ, λαίμαργα. Πβ. δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα, με κόβει (η) λόρδα, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας., πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου & ρίχνω/στέλνω κάποιον στο στόμα του λύκου (μτφ.-προφ.): για κάποιον που εκθέτει τον εαυτό του ή που τον εκθέτουν σε μεγάλο κίνδυνο: Από μόνος του έβαλε το κεφάλι του/έπεσε/μπήκε ~ ~ (πβ. βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά). Έριξαν/έστειλαν τα παιδιά τους ~ ~. [< γαλλ. dans la gueule du loup] , (εδώ) τον λύκο (τον) βλέπουμε, τον ντορό γυρεύουμε/ψάχνουμε; βλ. ντορός, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας, από τα μετρημένα τρώει ο λύκος βλ. μετρημένος, μοναχικός λύκος βλ. μοναχικός, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού, ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί [< 1: αρχ. λύκος 4: γαλλ. lupus]
μυαλόμυα-λό ουσ. (ουδ.) 1. νους, σκέψη και ειδικότ. φρόνηση ή τρόπος σκέψης, νοοτροπία: επικίνδυνο/επιχειρηματικό/θετικό/θεωρητικό/καθαρό (: για πνευματική διαύγεια)/μαθηματικό/πονηρό/προοδευτικό/στενό/φτωχό ~. Λογαριάζω με το ~. Ξεπερασμένα/σκουριασμένα ~ά. Η δύναμη/οι δυνατότητες/τα μονοπάτια/παιχνίδια (= πλάνες, ψευδαισθήσεις)/προβολές του ~ού. Άνθρωπος με ανοιχτό/πρακτικό ~. Τρικυμία στο ~ (: για ταραγμένη διανοητική κατάσταση). Με το σκάκι ακονίζω/εξασκώ το ~ μου. Δουλεύει/κουράστηκε/σταμάτησε το ~ μου. Να έχεις στο ~ σου (: να θυμάσαι) ότι ... Δεν έχει το ~ να καταλάβει. Πού να ξέρω τι θέλει; Δεν είμαι στο ~ του. Απωθημένα φωλιάζουν στο πίσω μέρος του ~ού. Στο ~ και την καρδιά μας. Η μορφή του δεν φεύγει από το/τριγυρίζει συνέχεια στο ~ μου.|| Έχει ~ αυτό το παιδί (= είναι έξυπνο)! Δεν έχεις λίγο ~ στο κεφάλι σου (= είσαι άμυαλος, κουτός)!|| Άντε να προκόψεις με τέτοια ~ά! 2. για ευφυή άνθρωπο: Είναι γερό/(δι)ερευνητικό/δυνατό/κοφτερό/μεγάλο/φωτεινό/φωτισμένο/χαρισματικό ~. 3. εγκέφαλος· ειδικότ. στα σφάγια, ως τροφή: ανθρώπινο ~. Τα κύτταρα του ~ού.|| (συνήθ. στον πληθ.) Αρνίσια/μοσχαρίσια ~ά. ~ά βραστά/πανέ. ● Υποκ.: μυαλουδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/θηλυκό μυαλό & (σπάν.) γυναικείος/θηλυκός νους: για άνθρωπο επινοητικό, δημιουργικό: Έχει ~ ~., τετράγωνο μυαλό & τετράγωνος νους: ορθολογιστής: Είναι άνθρωπος με ~ ~ και πολλές γνώσεις. ● ΦΡ.: ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες: κάνει τον άνθρωπο να αποκτήσει ευρύτητα πνεύματος: Το διάβασμα ανοίγει/τα ταξίδια διευρύνουν ~., βάζω μυαλό/νιονιό 1. συνετίζομαι: Την έχω πατήσει πολλές φορές, αλλά δεν λέω να βάλω ~. Πβ. βάζω γνώση. 2. (+ σε κάποιον) συνετίζω: Προσπαθώ να τους βάλω μυαλό, αλλά μάταια., βάζω το μυαλό μου να δουλέψει: χρησιμοποιώ τη σκέψη μου, συνήθ. για να πετύχω κάτι: Βάλε λίγο ~ σου ~, μην περιμένεις έτοιμη τη λύση., γεννά το μυαλό του (προφ.): είναι επινοητικός: Το μυαλό του γεννά συνεχώς καινούργιες ιδέες., είμαι/μπαίνω στο μυαλό κάποιου: ξέρω τι σκέφτεται: Πού να ξέρω τι εννοούσε; Στο ~ του είμαι;, έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου 1. το(ν) σκέφτομαι: Σας έχω στο ~ μου, δεν σας ξεχνώ. Τα λόγια του τα είχα πάντα ~. Μόνο τη νίκη έχουν στο ~ τους, δεν τους νοιάζει τίποτε άλλο. Θέλω να κάνω μια γιορτή, όπως εγώ την ~ ~. 2. σκοπεύω, σχεδιάζω: ~ει πάντα ~ του τη διάκριση. Για την επέτειο κάτι ~ ~. ~ ~ να του κάνω μια επίσκεψη κάποια στιγμή. Πβ. έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι)., έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου: σκέφτομαι επιπόλαια: Πρόκειται για άνθρωπο που έχει ~ του ~ του., καλά μυαλά! (ευχετ.-συχνά ειρων.): προτροπή για συνετή αντιμετώπιση καταστάσεων: Χρόνια πολλά και ~ ~! Ψυχραιμία και ~ ~!, κόβει το μυαλό του & (λαϊκό) η γκλάβα του: είναι (πολύ) έξυπνος. ΣΥΝ. του κόβει, μαζεύω το μυαλό μου: συγκεντρώνομαι: Πρέπει να ~έψω ~ και να γράψω επιτέλους το άρθρο., με τα μυαλά που έχεις/κουβαλάς ... (μειωτ.): με τη νοοτροπία που σε διακρίνει: ~ ~ δεν πρόκειται να δεις προκοπή., με το φτωχό μου το μυαλό: προσποιητή μετριοφροσύνη ως εισαγωγή σε πρόταση κρίσης: Εγώ, ~ ~, βλέπω ότι θέλουν να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο., μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (μτφ.) 1. μου έρχεται κάτι, συνήθ. αρνητικό, στον νου ή μου γίνεται έμμονη ιδέα: ~ ~ η ιδέα/η σκέψη ότι .../να ... Οι εικόνες της φρίκης/τα λόγια της καρφώθηκαν στο μυαλό μου. ΣΥΝ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) 2. κατανοώ ή μου εντυπώνεται κάτι: Αν του το επαναλάβεις πολλές φορές, θα του μπει τελικά ~., μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου (μτφ.): με ξεμυάλισε, με συνεπήρε κάποιος ή κάτι, είμαι παράφορα ερωτευμένος: Ποια σου ~ ~; Η εκδρομή τούς ~ ~., μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο: εκπλήσσομαι, ενθουσιάζομαι: ~ ~ με τις δυνατότητες του νέου μοντέλου! ΣΥΝ. μου 'φυγε/μου 'πεσε η μασέλα, νερούλιασε/έχει νερουλιάσει το μυαλό του (προφ.): αποβλακώθηκε, ξεκούτιανε. Πβ. κουρκουτιάζω., όλα είναι στο μυαλό/θέμα μυαλού: απόφθεγμα σύμφωνα με το οποίο το μυαλό είναι που δημιουργεί παραστάσεις και αντιλήψεις και όχι η εμπειρική πραγματικότητα: Δεν έχεις πρόβλημα, ~ στο μυαλό σου. Μη φοβάσαι, ~ θέμα ~ού, αρκεί να έχεις θέληση., πηγαίνει το μυαλό μου (σε κάτι/κάποιον): το(ν) σκέφτομαι, το(ν) υποψιάζομαι: Δεν θα πήγαινε ~ ~ σ' εκείνον με τίποτε!, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου;: επιτιμητικά για κάποιον που είναι αφηρημένος, απρόσεκτος ή απερίσκεπτος: Δεν με άκουσες που το είπα; ~ ~;, πού μυαλό;/δεν έχω μυαλό για κάτι: δεν έχω διάθεση, δεν μπορώ να επικεντρωθώ σε κάποιο θέμα: Πού ~ για δουλειά; Δεν ~ ~ για διάβασμα., σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου (μτφ.): σκέφτομαι, προβληματίζομαι έντονα: Σπάω το μυαλό μου να θυμηθώ πού σ' έχω ξαναδεί! Στύβω το κεφάλι μου να βρω μια λύση., χάνω το μυαλό/τα μυαλά/το τσερβέλο μου: τρελαίνομαι: Έχει χάσει ~ ~ά του, για να πιστεύει ότι θα σώσει τον κόσμο.|| Έχω ~σει ~ μου μαζί του (: είμαι τρελά ερωτευμένη). Πβ. χάνω τα λογικά μου., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανακαλώ στη μνήμη/στο μυαλό μου βλ. ανακαλώ, βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι βλ. νους, βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου βλ. κεφάλι, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου βλ. νους, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχει κάλο στον εγκέφαλο βλ. κάλος, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ. αέρας, έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι βλ. νους, και τα μυαλά στα κάγκελα βλ. κάγκελο, κουκούτσι μυαλό βλ. κουκούτσι, μέχρι εκεί φτάνει το μυαλό σου/του βλ. φτάνω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, ξεσηκώνω τα μυαλά κάποιου βλ. ξεσηκώνω, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια βλ. πόδι, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, πήζει το μυαλό μου βλ. πήζω, πιπιλίζω το μυαλό κάποιου βλ. πιπιλίζω, τινάζω τα μυαλά κάποιου στον αέρα βλ. τινάζω, το μυαλό μου κολλάει βλ. κολλώ, το μυαλό του κόβει σαν ξυράφι & μυαλό ξ(ο)υράφι βλ. ξυράφι, το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) βλ. λίρα, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω, φουσκώνω τα μυαλά κάποιου βλ. φουσκώνω [< μεσν. μυαλόν < μτγν. μυαλός < αρχ. μυελός]
νους[νοῦς] ουσ. (αρσ.) {νου (λόγ.) νοός | (λόγ.) πληθ. νόες} ΣΥΝ. διάνοια, μυαλό 1. το σύνολο των συνειδητών και ασυνείδητων νοητικών διαδικασιών που σχετίζονται κυρ. με την αντίληψη, τη σκέψη, τη φαντασία, τη μνήμη· το πνεύμα, ο λόγος (δηλ. το λογικό): γέννημα/δημιούργημα/κατασκεύασμα/πλάσμα/προϊόν του νου (πβ. αποκύημα της φαντασίας). Οι δυνάμεις/η εγρήγορση/η καθαρότητα του νου. Έχει δημιουργικό/εύστροφο/οξύ/πρακτικό νου. Πράξη που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου (: αδιανόητη, φρικτή). Αποφασίζει/κρίνει με καθαρό νου (= λογικά, ψύχραιμα). Έσβησε από τον νου του τα πάντα (= τα ξέχασε). Έχασε το(ν) νου της/σάλεψε ο ~ του (= τρελάθηκε). Πβ. νοημοσύνη, νόηση. Βλ. ψυχή.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο ~ του Αναξαγόρα/Ηράκλειτου. Φιλοσοφία του νου. 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο έξυπνο, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη νοητική ικανότητα: φωτισμένος ~ (πβ. ιδιοφυΐα). Μόνο ένας δαιμόνιος/σατανικός ~ θα μπορούσε να σχεδιάσει κάτι τέτοιο! ● ΣΥΜΠΛ.: κοινός νους & (σπάν.) κοινό μυαλό: κοινή λογική., ιθύνων νους βλ. ιθύνων, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό ● ΦΡ.: βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι (προφ.): πάει το μυαλό μου σε κάτι, σκέφτομαι, υποψιάζομαι: Δεν ~εις με τον νου σου τι σε περιμένει!, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) (προφ.): σταματώ να το(ν) σκέφτομαι, το(ν) ξεχνώ: Μη φοβάσαι, δεν θα ξανασυμβεί, βγάλ' το ~ σου! Δεν μπορεί κανείς να μου (το) βγάλει ~ ότι ...|| Βγάλ' την, επιτέλους, ~ σου!, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου (προφ.): δεν μπορεί να το πιστέψει, είναι αδιανόητο: ~ ~ ο νους/το μυαλό του ανθρώπου αυτό που συνέβη!, έχε τον νου σου & το(ν) νου σου (προφ.): πρόσεχε: ~ ~ μην πάθεις κανένα κακό. Τον νου σου! Θα πέσεις!, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) (προφ.) 1. έχω κάποιον ή κάτι στο μυαλό μου, στη σκέψη μου: ~ ~ πολλά πράγματα. Έχε κατά ~ (= έχε υπόψη σου) ότι ... 2. σκοπεύω, προτίθεμαι: Έχει στο(ν) νου του/κατά νου ν' αλλάξει σπίτι. Πβ. έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου., έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι (προφ.): με απασχολεί, το(ν) σκέφτομαι (επίμονα): ~ει ~ της συνέχεια στα παιδιά. Το μυαλό του το έχει στο παιχνίδι. Πού είχες ~ σου, όταν σου μιλούσα;|| Έχει αλλού το ~ του (= είναι αφηρημένος)., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση (παροιμ.): για κάτι που (θεωρείται ότι) είναι αυτονόητο, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη., λέω με το νου μου (προφ.): σκέφτομαι: 'Είμαι πολύ τυχερός σήμερα!', είπε με το νου του. Πβ. λέω (από) μέσα μου., νους υγιής εν σώματι υγιεί (γνωμ.-λόγ.): δεν νοείται πνευματική υγεία χωρίς σωματική· προκειμένου να τονιστεί η σημασία της σωματικής άσκησης (άθλησης) ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την πνευματική ευεξία. [< λατ. mens sana in corpore sano] , ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) (προφ.): ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί· τα πάντα, πολλά και διάφορα (πράγματα): Στο παζάρι μπορούσες να βρεις ~ ~ σου/του ανθρώπου! Πβ. και του πουλιού το γάλα., ψήλωσε ο νους (κάποιου) (μτφ.-προφ.) 1. έχει υπερβολικές φιλοδοξίες. 2. έχασε τα λογικά του., ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου βλ. κακό, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, σταματά ο νους του ανθρώπου βλ. σταματώ, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω [< 1: αρχ. νοῦς, γαλλ. esprit, αγγλ. mind, γερμ. Geist 2: γαλλ. esprit]
ντορβάςντορ-βάς ουσ. (αρσ.) & τορβάς (παλαιότ.-λαϊκό): είδος πάνινου σάκου που χρησιμοποιούνταν ως ταγάρι ή ταΐστρα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα (μτφ.): εκτίθεμαι σε κίνδυνο, διακινδυνεύω: Κανείς δεν θέλει να ανακατευτεί στην υπόθεση και να βάλει ~ του ~. Πβ. πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου., βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά βλ. σακί [< τουρκ. torba]
πολυκέφαλος, η, ο πο-λυ-κέ-φα-λος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει πολλά πρόσωπα στην ηγεσία του: ~η: εξουσία/επιχείρηση. ~ο: στράτευμα. 2. που έχει πολλά κεφάλια. Βλ. -κέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυκέφαλο τέρας & τέρας με πολλά κεφάλια (μτφ.): πολύπλευρο και δυσεπίλυτο πρόβλημα: Η ακρίβεια/η γραφειοκρατία είναι ένα ~ ~. Πβ. Λερναία Ύδρα. [< 1: αρχ. πολυκέφαλος]
εκ των πραγμάτων
[πρᾶγμα] πράγ-μα ουσ. (ουδ.) {πράγμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό) πράμα 1. οτιδήποτε άψυχο έχει αντικειμενική υπόσταση και γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις· γενικότ. οτιδήποτε υπάρχει (συγκεκριμένο ή αφηρημένο) και δεν θέλει ή δεν μπορεί κάποιος να το προσδιορίσει με ακρίβεια: Πρόσωπο, ζώο ή ~. Ελαττωματικό/καινούργιο/μεταχειρισμένο ~. (οικ.) Πρώτο/φρέσκο πράμα (= εμπόρευμα, προϊόν).|| (μειωτ.) Μην το πιείτε αυτό το ~.|| Ένα ~ δεν μπορώ να καταλάβω ... Δύσκολο ~ (το) να κρατάς τις ισορροπίες. Οι δύο έννοιες δεν σημαίνουν το ίδιο ~. Η υπεροψία είναι κακό ~. Το μόνο ~ που του ζήτησα είναι να ... Το πρώτο ~ που προσέχω σε έναν άνθρωπο είναι ... Τέτοιο ~ δεν έχω ξαναδεί. Δεν υπάρχει χειρότερο ~ από το ... Αγόρασα διάφορα ~ατα (βλ. ψώνια). Απλά/λιτά/ταπεινά ~ατα. Τα βασικά/στοιχειώδη ~ατα της ζωής (= αγαθά). Κάποια ~ατα δεν λέγονται. Δεν κατάλαβα/συγκράτησα και πολλά ~ατα απ' όσα είπε.|| (προφ.) Το πράμα της/του (= τα γεννητικά όργανα· πβ. απαυτά, τέτοιο). Έκρυψαν το ~ (= παράνομο εμπόρευμα, συνήθ. ναρκωτικά). Βλ. χαζόπραμα. 2. γεγονός, περιστατικό ή θέμα, ζήτημα που απασχολεί κάποιον: σημαντικό/σοβαρό ~. Η έκβαση των ~άτων. Για ποιο ~ μιλάμε; Το πρώτο/τελευταίο ~ που μου ήρθε στο μυαλό/σκέφτηκα ήταν ... Το ~ (πβ. υπόθεση) είναι πολύπλοκο/σύνθετο. Το ~ για το οποίο διαφωνούν περισσότερο είναι ... Όπως και να το πάρεις το ~, θα έπρεπε να ... Το ~ σήκωνε συζήτηση. Το ~ έχει ως εξής. Αν υπάρξει αμοιβαίο ενδιαφέρον, το ~ προχωράει κανονικά. Θα φανεί το ~. Το ~ θέλει προσοχή/σκέψη/υπομονή/ψάξιμο. Δεν βλέπεις την ουσία του ~ατος. Για την ιστορία του ~ατος, ας σημειωθεί ότι ... Μυστήρια/παράξενα/περίεργα/φοβερά ~ατα. Βλέπω/κρίνω τα ~ατα συνολικά. Είναι κρίμα, αλλά αυτά τα ~ατα συμβαίνουν. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} δουλειά, ασχολία, ενέργεια: Το πρώτο ~ που κάνω είναι να ... Κάνει πολλά και ενδιαφέροντα ~ατα.|| (προφ.) Είναι σοβαρά ~ατα αυτά; (= πβ. φέρσιμο, συμπεριφορά). Δεν είναι για μεγάλα ~ατα (= για σπουδαίες πράξεις, κατορθώματα). Έχει χίλια ~ατα στο μυαλό του (= πολλές έγνοιες). 4. ΝΟΜ. καθετί που έχει ο άνθρωπος στην κατοχή του· περιουσιακό στοιχείο, κτήμα: ακίνητο/κινητό ~. Κατάσχεση/μίσθωση/νομέας/χρήση του ~ατος. Φυσική εξουσία του προσώπου επί του ~ατος. ● πράγματα & πράματα (τα) 1. η πραγματική (πολιτική, κοινωνική ή ατομική) κατάσταση, τα δεδομένα, οι συνθήκες: εκπαιδευτικά/καλλιτεχνικά/οικονομικά/πολιτιστικά ~. Δύσκολα τα ~. Όπως βλέπω/δείχνουν τα ~, δεν μας συμφέρει να ... Τα ~ πάνε από το κακό στο χειρότερο/άσχημα/καλά/στραβά. Αγρίεψαν/άλλαξαν/βελτιώθηκαν/σοβάρεψαν/χειροτέρευσαν τα ~. Για κοίτα κάτι ~. Είδε τα ~ με άλλο μάτι. Θα φτιάξουν τα ~. Τα ~ πήραν ενδιαφέρουσα τροπή. Τα ~ ήρθαν βολικά/καλύτερα απ' ό,τι φανταζόμουν. Αντιμετωπίζω/δέχομαι/παίρνω τα ~ όπως έρχονται. Κάντε τα ~ όσο πιο απλά γίνεται. Έχει θαρραλέα στάση απέναντι στα ~. Συμμετέχει ενεργά στα ~. Τόλμησε μια βαθιά τομή στα ~. Άσε τα ~ να εξελιχθούν/κυλήσουν από μόνα τους. Ο ανασχηματισμός έγινε υπό την πίεση των ~άτων. 2. (+ γεν. προσώπου) προσωπικά αντικείμενα (ρούχα, παπούτσια, βιβλία, αποσκευές): Μάζεψε/πήρε/τακτοποίησε τα ~ά της/του. Άφησαν/έχασαν/ξέχασαν τα ~ά τους στο αεροδρόμιο. Βλ. μικρο~, ψιλο~. ● Υποκ.: πραγματάκι & πραματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια πράγματα: οι υποθέσεις, τα ζητήματα που αφορούν όλους τους πολίτες: Ασχολούμαι με τα ~ ~. Συμμετοχή των νέων στα ~ ~. Πβ. κοινά. Βλ. πολιτικά. [< γαλλ. la chose publique] , πράγμα καθ' εαυτό: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) η πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. [< γερμ. das Ding an sich] , εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη ● ΦΡ.: άλλο πρά(γ)μα! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι μοναδικό ή αξιοσημείωτο: Μια παράσταση ~ ~! ~ ~ ο καθαρός αέρας! Μου έφτιαξε ένα φαΐ, ~ ~!, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι διαφορετικό από κάτι άλλο: ~ ο ενθουσιασμός ~ η αγάπη., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: ας ακολουθήσουμε τη χρονική ή λογική αλληλουχία: ~ ~: πρώτο ..., δεύτερο ..., τρίτο ..., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι: αντιμετωπίζω ρεαλιστικά την πραγματικότητα., δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα & λίγο/μικρό πράγμα το έχεις & λίγο/μικρό πράγμα είναι να ... (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία ορισμένης κατάστασης: Τουλάχιστον είναι υγιής, δεν είναι και λίγο ~. Έχει δική του δουλειά, λίγο (πράγμα) το έχεις αυτό; Δεν είναι (και) λίγο/μικρό πράγμα (= είναι σημαντικό, σπουδαίο) να είσαι πρωταθλητής. Λίγο/μικρό πράγμα είναι να έχεις φίλους στις δύσκολες στιγμές;, δεν λέει/λένε (και) πολλά πράγματα (προφ.) 1. δεν είναι σημαντικός, δεν αξίζει: Το έργο του δεν λέει ~. 2. (+ για) δεν παρέχει ασφαλή, πλήρη στοιχεία: Οι επιμέρους δείκτες δεν λένε ~ για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης., είμαι/έρχομαι στα πράγματα: ανεβαίνω στην εξουσία, έχω ηγετική θέση: Ποιο κόμμα είναι στα ~; Όταν ήρθε στα ~, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα., (ως) εκ των πραγμάτων (λόγ.): (όπως προκύπτει) από τα γεγονότα, από την πραγματικότητα: Ο υπουργός υποχρεώθηκε ~ ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Τίθεται ~ ~ ζήτημα αναδιάταξης της οικονομίας., εν τοις πράγμασι (αρχαιοπρ.): στην πράξη., έξω από τα πράγματα: χωρίς ενημέρωση και εκτός δράσης: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~., έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του: τον απασχολούν άλλες σκέψεις, έγνοιες: Πήγα να του μιλήσω, αλλά ~ ~., κορίτσι/παιδί πράμα (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί η παιδική ηλικία ή αθωότητα, που δεν συνάδει με ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά: Ξημεροβραδιάζεται ~ ~ σε ύποπτα μαγαζιά., μέσα στα πράγματα & στα πράγματα 1. για πρόσωπο ενεργό σε έναν τομέα, ενημερωμένο ή/και σε θέση-κλειδί: Βρίσκεται/είναι ~ ~ (: στην πρώτη γραμμή). 2. για κάποιον που είναι στη μόδα. Πβ. ιν, τρέντι., πολύ πρά(γ)μα (προφ.): για να δηλωθεί πληθώρα, αφθονία: Αν ψάξεις, θα βρεις ~ ~., πού τέτοιο πρά(γ)μα! (προφ.): για κάτι που δεν έχει συμβεί ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Θα πας διακοπές; Μπα, ~ ~. Πβ. πού τέτοια τύχη!, πρά(γ)μα που σαλεύει (μτφ.-προφ.): λέγεται για φρέσκο ψάρι και καταχρ. για πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα., πράγμα που/το οποίο ... (εισάγει αναφορική πρόταση): γεγονός, ζήτημα που: Η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, ~ ~ σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή., πώς είναι/πάνε τα πράγματα; (προφ.): ποια είναι η κατάσταση, η εξέλιξη των πραγμάτων;: -~ ~ στη δουλειά/στο εξωτερικό/στο σπίτι; -Καλά/μια χαρά/όπως τα ξέρεις., σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάτι που δεν είναι τόσο σημαντικό ή δύσκολο όσο το παρουσιάζουν: Σε χαιρέτησε ο πρόεδρος; ~ ~! ~ ~, και τι έγινε; ΣΥΝ. σιγά/σπουδαία τα λάχανα!, τι πρά(γ)μα (εμφατ., σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις): τι: ~ ~ είναι αυτό; Για ~ ~ πρόκειται ακριβώς; Δεν καταλαβαίνω για ~ ~ μιλάς. Σε ~ ~ αναφέρεσαι; Τι πράμα είσαι συ (= τι είδους άνθρωπος);|| (ως έκφρ. έκπληξης) -Θα μετακομίσω στο εξωτερικό. -~ ~ (: τι έκανε λέει);, τι πρά(γ)μα είναι αυτό & τι πρά(γ)μα κι αυτό (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: ~ ~ με τον καιρό! Όλο βρέχει! Μα ~ ~ να μην μπορεί να συγκρατηθεί!, τι πρά(γ)ματα είναι αυτά (προφ.): ως έκφραση έντονης αποδοκιμασίας για συγκεκριμένη ενέργεια ή συμπεριφορά: ~ ~; Ντροπή! Μα είσαι σοβαρός; ~ ~ που λες;, (πράγματα) εκτός συναλλαγής βλ. συναλλαγή, άκου πράγματα! βλ. ακούω, βάζω τα πράγματα στη θέση τους βλ. θέση, ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, καλώς εχόντων των πραγμάτων βλ. καλώς, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, νοικοκυρεμένα πρά(γ)ματα βλ. νοικοκυρεύω, ντροπής πρά(γ)ματα! βλ. ντροπή, ξηγημένα πρά(γ)ματα βλ. ξηγημένος, όνομα και πρά(γ)μα βλ. όνομα, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πάω τα πράγματα βλ. πηγαίνω & πάω, πράματα και θάματα/θαύματα βλ. θάμα, πρόσωπα και πράγματα βλ. πρόσωπο, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τζάμπα πράμα βλ. τζάμπα, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω, το πράγμα μιλάει (από) μόνο του βλ. μιλώ [< αρχ. πρᾶγμα, μεσν. πράμα, γαλλ. chose(s), γερμ. Ding]
προσκέφαλοπρο-σκέ-φα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} & προσκεφάλι: μαξιλάρι, κυρ. κρεβατιού, στο οποίο ακουμπά το κεφάλι για στήριξη ή ανάπαυση· κεφαλάρι: ξύλινο/ψηλό ~.|| (κατ' επέκτ., για όχημα) Αποσπώμενο ~ καθίσματος αυτοκινήτου. Ενεργά ~α (: για προστασία του κεφαλιού σε περίπτωση σύγκρουσης). ● ΦΡ.: στο προσκέφαλο/στο προσκεφάλι (μτφ.) για να δηλωθεί 1. η ιδιαίτερη αξία που αποδίδουμε σε κάτι: Κοιμόταν με τη φωτογραφία της ~ ~ό/~ ~ του. Είχε πάντα το εικόνισμα κάτω από το ~ό/κάτω από το προσκεφάλι του. 2. η φροντίδα, το ενδιαφέρον και η περιποίηση προς κάποιον ανήμπορο, ασθενή: Ξαγρύπνησε στο ~ ~ό/~ ~ του. [< μτγν. προσκέφαλον, γαλλ. appuie-tête]
σηκώνωση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σήκω-σα, σηκώ-θηκα, -μένος, προστ. αορ. σήκω, σηκωθείτε, σηκών-οντας} 1. μετακινώ κάτι σε υψηλότερο σημείο· κινώ προς τα πάνω, υψώνω, ανεβάζω: ~ το ακουστικό/τηλέφωνο. Μη ~εις βάρος (πβ. βαστώ, κρατώ). Πόσα κιλά μπορείς να ~σεις; ~σε τη βαλίτσα. ~σε από κάτω μια πέτρα. ~θηκαν (= απογειώθηκαν) τα αεροσκάφη/ελικόπτερα.|| ~ την ασφάλεια/τον μοχλό/την τέντα (: την τυλίγω προς τα πάνω)/το χειρόφρενο. ~σε το χέρι του, για να ζητήσει τον λόγο. ~σε το βλέμμα/τα μάτια της στον ουρανό (πβ. στρέφω). Είχε ~σει το πόδι του από το γκάζι. ~ομαι στις μύτες των ποδιών.|| ~θηκαν άγρια και απειλητικά κύματα. Ο ήλιος είχε ~θεί ψηλά. ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. (προφ.) κάνω κάποιον να σταθεί όρθιος· ξυπνώ· (για εκπαιδευτικό) εξετάζω μαθητή: Ο προπονητής ~σε τους αναπληρωματικούς για ζέσταμα. Τους ~σε από το τραπέζι. Μη ~εσαι! Σήκω να χορέψεις! ~θηκε από τη θέση του/και τον ακολούθησε/να φύγει. (για ζώο) Η αρκούδα ~θηκε στα πισινά της πόδια.|| (ειδικότ.) Μας ~σε από τον καναπέ (: μας υποχρέωσε να δραστηριοποιηθούμε).|| Την ~σε από τον ύπνο. Τι ώρα ~εσαι το πρωί;|| Ο δάσκαλος με ~σε στο μάθημα/στον πίνακα. ΑΝΤ. ξαπλώνω (3) 3. (μτφ., για αναστάτωση, ταραχή) προκαλώ: Η δήλωσή του ~σε θύελλα αντιδράσεων/διαμαρτυριών. ~θηκε κύμα εξεγέρσεων εναντίον ... Πβ. δημιουργώ, ξε~. 4. (μτφ.) αναλαμβάνω κάτι δύσκολο, επωμίζομαι: ~ει την ευθύνη. ~σε το βάρος του αγώνα/της ενοχής. 5. (μτφ.) αντέχω: Δεν τα ~ τα ξενύχτια/φάρμακα.|| (κυριολ. για υλική κατασκευή) Γέφυρα που μπορεί να ~σει μέχρι δύο τόνους βάρος. Τα δοκάρια ~ουν (= στηρίζουν, υποβαστάζουν) την πλάκα (της οικοδομής). 6. (προφ.) ανέχομαι, υπομένω, δέχομαι: Δεν ~ει άλλο την κοροϊδία. Δεν ~ αντίρρηση/αστεία/κουβέντα/προσβολές. Πβ. επιτρέπω. 7. (προφ.) κλέβω: ~σαν δέκα χιλιάδες ευρώ. Τα ~σαν όλα οι διαρρήκτες. Πβ. αρπάζω, κατακλέβω. 8. (προφ.) κάνω ανάληψη: ~σε όλα τα λεφτά από τον λογαριασμό της. Είχε ~σει τις καταθέσεις του από την τράπεζα. 9. (προφ.) χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω: ~σε πέντε ορόφους. (για κατασκευαστή:) ~ει πολυκατοικίες. Πβ. υψώνω. 10. (προφ.) μαζεύω: Έχουν ~σει το τραπέζι/τα χαλιά. Πβ. ξεστρώνω. ΑΝΤ. στρώνω (1) ● σηκώνει (προφ.-μτφ.) 1. επιδέχεται, αφήνει περιθώριο για κάτι: Πρόταση που ~ (= χωρά) πολλή σκέψη. Το ζήτημα δεν ~ αναβολή/καθυστέρηση. 2. απαιτεί, καθιστά απαραίτητο (κάτι): Η υπόθεση ~ καφέ/ποτό/τσιγάρο.|| Η κατάσταση του τραυματία ~ ακόμη και χειρουργείο. ● Παθ.: σηκώνομαι 1. {μόνο στο γ' εν.} (για φυσικό φαινόμενο που) αρχίζει να γίνεται έντονα αισθητό: ~θηκε αέρας/θύελλα/τρικυμία. Είχε ~θεί ομίχλη. 2. (μτφ.-προφ.) συνέρχομαι από ασθένεια: ~θηκε από την αρρώστια (= αποθεραπεύτηκε). 3. (μτφ.-προφ.-παλαιότ.) ξεσηκώνομαι, επαναστατώ. ● ΦΡ.: (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του): ως ένδειξη άγνοιας, αδιαφορίας: ~ ~ αμήχανα. ~σε ~ με απορία., δεν σηκώνω κεφάλι (προφ.): για να δηλωθεί η αφοσίωση σε κάτι, η εντατική ενασχόληση με κάτι: ~ ~ (= απορροφώμαι) από το βιβλίο. Δεν ~ει ~, δουλεύει απο το πρωί μέχρι το βράδυ., μου σηκώνεται (προφ.): διεγείρομαι, έχω στύση. Πβ. καυλώνω. ΑΝΤ. μου πέφτει, σήκω εσύ, να κάτσω εγώ (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για την προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θέση, αξίωμα που ανήκει σε άλλον., σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο ιεραρχικά κατώτερος εκφράζει αμφισβήτηση ή εναντίωση προς τον ανώτερό του., σηκώνει (πολύ) νερό (μτφ.-προφ.): για κάτι σχετικό ή ασαφές, που επιδέχεται (πολλή) συζήτηση, ανάλυση και διαφορετικές ερμηνείες: Έννοια/θέμα/μεγάλη κουβέντα που ~ ~. , σηκώνει (τη) μύτη (μτφ.-προφ.): φέρεται αλαζονικά: Παρά τις επιτυχίες του, ποτέ δεν ~σε ~. Πβ. έχει ψηλά τη μύτη., σηκώνει στην πλάτη/στις πλάτες του (μτφ.): για ευθύνη που αναλαμβάνει, επωμίζεται κάποιος: ~ ~ τα οικονομικά βάρη/τα χρέη. Πβ. στην καμπούρα (κάποιου)., σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία: για να δηλωθεί έναρξη παράστασης, σειράς παραστάσεων ή γενικότ. θεάματος, εκδήλωσης, διαδικασίας: Το καρναβάλι/φεστιβάλ σηκώνει/ανεβάζει την ~ του.|| Σηκώνεται ~ της 1ης αγωνιστικής. Ανοίγει ~ του διαλόγου/των συνομιλιών. ΑΝΤ. κλείνει/πέφτει η αυλαία. [< γαλλ. lever le rideau] , σηκώνομαι και φεύγω (εμφατ.): φεύγω από κάπου (έναν χώρο, μια επαγγελματική θέση): ~ ~ βιαστικός.|| Μόλις τελειώσει το συμβόλαιό μου, θα σηκωθώ και θα φύγω (βλ. τα βρόντηξε). Αν δεν σου αρέσει, σήκω και φύγε. , σηκώνω κεφάλι (μτφ.) 1. προβάλλω αντίσταση, αντιδρώ: ~ ~ και ζητώ τα κεκτημένα μου. ΑΝΤ. σκύβω το κεφάλι (2) 2. ορθοποδώ: Δεν μπορεί να ~σει ~ από τα χρέη και τους λογαριασμούς. , σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα (μτφ.-προφ.): εναντιώνομαι σε κάτι, επαναστατώ: Έχει ~σει δικό του μπαϊράκι (πβ. κάνει του κεφαλιού του). ~σαν την παντιέρα της αντίστασης/της εξέγερσης., σηκώνω στα χέρια (μου): υψώνω και κρατώ κάποιον ή κάτι ψηλά: Τον ~σαν ~, φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά του (πβ. αποθεώνω). ~σαν ~ τους το τρόπαιο., σηκώνω στο πόδι (μτφ.-προφ.): αναστατώνω, ξεσηκώνω: ~σε ~ όλη τη γειτονιά., σηκώνω τα χέρια ψηλά & σηκώνω ψηλά τα χέρια: για να δηλωθεί αποτυχία, αδυναμία: ~σε ~ και παραδόθηκε.|| (συνήθ. μτφ.) ~ ~ και παραδέχομαι την ήττα μου. ~ ~· δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκέφτεσαι. Η επιστήμη σηκώνει ~ ~ (: σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να επιλυθεί ή να εξηγηθεί λογικά κάτι)., σηκώνω τη σημαία 1. {κυρ στο γ' πρόσ.} (στο ποδόσφαιρο) κάνει σινιάλο, κρατώντας ψηλά το σημαιάκι: Ο επόπτης ~ει ~ του, για να υποδείξει το οφσάιντ. 2. είμαι σημαιοφόρος: ~σε ~ στην παρέλαση. 3. (μτφ.) διακηρύσσω: ~ ~ της αντίστασης/επανάστασης/κάθαρσης/μεταρρύθμισης. ΣΥΝ. υψώνω τη σημαία (2), σηκώνω χέρι (προφ.): χειροδικώ: ~σε ~ πάνω μου. , σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε (προφ.): για να δηλωθεί δουλική υποταγή: Τον έχει "~ ~" (πβ. έχω κάποιον του χεριού μου). Είχε τη δική του προσωπικότητα, δεν ήταν "~ ~". , (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου βλ. τσέπη, (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του βλ. σταυρός, ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) βλ. ανεβάζω, ανοίγω πανιά βλ. πανί, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, δεν με σηκώνει το κλίμα βλ. κλίμα, δεν σηκώνει αστεία βλ. αστείο, δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κουβαλώ/σηκώνω στους ώμους (μου) βλ. ώμος, μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί βλ. πέτσα, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, σηκώνει/υψώνει ανάστημα βλ. ανάστημα, σηκώνομαι από το κρεβάτι βλ. κρεβάτι, σηκώνω (την) άγκυρα βλ. άγκυρα, σηκώνω αντάρτικο βλ. αντάρτικο, σηκώνω σκόνη βλ. σκόνη, σηκώνω τα μανίκια βλ. μανίκι, σηκώνω το γάντι βλ. γάντι, σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο, σηκώνω/υψώνω το ποτήρι βλ. ποτήρι, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< μεσν. σηκώνω, γαλλ. lever]
τακουνάκιτα-κου-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) χαμηλό τακούνι. 2. {χωρ. πληθ.} (στο ποδόσφαιρο) χτύπημα της μπάλας με τη φτέρνα του παπουτσιού: ανάποδο ~. Πάσα-~. Γκολ με ~.
φέρνω
φέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφερα, φέρει, φέρν-οντας, φερμένος} 1. παίρνω κάποιον ή κάτι από κάπου και το(ν) μεταφέρω κάπου αλλού ή το(ν) δίνω σε κάποιον άλλο· ενεργώ ώστε να μετακινηθεί κάποιος ή κάτι: ~ δώρα. Φρέσκα αβγά φερμένα απ' το χωριό. Κανάλια ~ουν νερό από το ποτάμι. Φέρε (μου) μια πετσέτα! Όλα στο χέρι τού τα ~ει. Κοίτα τι σου 'φερα! Μην ξεχάσεις να φέρεις μαζί σου και ζακέτα (πβ. παίρνω).|| (ΓΥΜΝ.) ~ουμε τα γόνατα στο στήθος (πβ. μετακινώ).|| (για πρόσ., ενεργώ ώστε να έρθει κάποιος (μαζί μου) ή να πάει κάπου:) Φέρ' τον μέσα! Σε έφερα στα καλύτερα. Γιατί με έφερες/τι σε έφερε εδώ; Μπορώ να φέρω κι έναν φίλο μου;|| Μας έφερε βοήθεια. Έφεραν την Αστυνομία/τα κανάλια. Πβ. καλώ.|| Ρούχα φερμένα από το εξωτερικό (: εισαγόμενα).|| (μτφ.) ~ καλά νέα. Έφερα δουλειά στο σπίτι. Δεν ξέρω πώς να τον φέρω πίσω (πβ. γυρίζω, επιστρέφω). Έφερε νέους παίκτες στην ομάδα. Μακάρι να φέρναμε το χρυσό (ενν. μετάλλιο, πβ. κατακτώ, κερδίζω). 2. (μτφ.) οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση, σημείο, εξωθώ: ~ κάποιον σε αμηχανία/στο εδώλιο του κατηγορουμένου/ενώπιον των ευθυνών του/στον σωστό δρόμο. Με ~εις τώρα στο σημείο να πω... Με ~ει συνεχώς στα όριά μου. Έφερε στην επικαιρότητα το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας. Η νίκη τους έφερε στην κορυφή της βαθμολογίας/στην πρώτη θέση. Πρόβλημα που μας ~ει αντιμέτωπους με το ζήτημα της ... Με φέρατε ακριβώς στην ερώτηση που ήθελα να κάνω. Ορκίστηκε να φέρει τους υπεύθυνους της δολοφονίας ενώπιον της δικαιοσύνης.|| ~ετε το μείγμα σε σημείο βρασμού.|| (κυριολ.) Ένας στενός δρόμος ~ει τον ταξιδιώτη στην πλατεία του χωριού. 3. (μτφ.) προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα: ~ προβλήματα. Μου ~εις τύχη. Το αλάτι ~ει δίψα. Η κλιματική αλλαγή ~ει πλημμύρες και ξηρασίες. Οι εξελίξεις ~ουν ανατροπές. Η μοίρα το 'φερε. Εύχομαι η νέα χρονιά να φέρει ειρήνη σε όλο τον κόσμο.|| Πώς τα ~ει η ζωή! Τα λεφτά δεν ~ουν την ευτυχία. Η ήττα έφερε απογοήτευση.|| Να ξέρατε τι αναμνήσεις μου φέρατε (πβ. ζωντανεύω, ξυπνώ). 4. εκφράζω, προβάλλω, προτείνω: ~ουν επιχειρήματα/προτάσεις. ~ κάτι σαν/ως απόδειξη/δικαιολογία. Έφερε τον εαυτό του ως παράδειγμα. Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ ... Φοβόταν να μας το πει στα ίσια και το έφερε πλαγίως (: λέω κάτι με έμμεσο τρόπο). Μη σταματάτε να μας ~ετε τις ιδέες/τις παρατηρήσεις σας. Τσουχτερά πρόστιμα ~ει ο νέος ΚΟΚ (πβ. επιβάλλω). 5. πετυχαίνω: Έφερε εξάρες/ισοπαλία. Έφεραν 0-0. 6. αποφέρω: Επενδύσεις που ~ουν κέρδη. 7. (προφ.) μοιάζω με κάποιον ή κάτι: Της ~ει λιγάκι. Η γεύση ~ει προς το γλυκό. Πβ. πλησιάζει. 8. φέρω: ~ει την ευθύνη για ... Πβ. επωμίζομαι, κουβαλώ.|| Τα γκάλοπ τον ~ουν να προηγείται. Πβ. παρουσιάζω. 9. ΜΑΘ. σχηματίζω: ~ την ευθεία ΑΒ. ● Παθ.: φέρνομαι (λαϊκό): φέρομαι. ● ΦΡ.: τα φέρνω δύσκολα (προφ.): δεν τα καταφέρνω από οικονομική άποψη: ~ ~, αλλά είμαι εντάξει., τη(ν) φέρνω σε κάποιον από πίσω (προφ.): συμπεριφέρομαι δόλια. ΣΥΝ. μου την κατάφερε, το ένα φέρνει το άλλο (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχει προηγηθεί μια αλληλουχία γεγονότων, που όμως δεν αναφέρονται και τα οποία οδηγούν σε μια κατάσταση: Το ένα έφερε το άλλο και στο τέλος πιάστηκαν στα χέρια., το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση: ως έκφραση που χρησιμοποιεί ένας συνομιλητής για να στρέψει την προσοχή σε ένα θέμα που ανέκυψε τυχαία κατά τη συζήτηση: Αλήθεια, μια και/μια που ~ ~, έχεις κανένα νέο τους; Συζητούσαμε για διάφορα και, πώς το 'φερε η ~, μου ανέφερε ότι μιλήσατε. Πβ. πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα., το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει (συνήθ. προφ.): σκέφτομαι, δοκιμάζω διάφορους τρόπους: ~ ~, αλλά λύση καμία., του την έφερα (προφ.): τον εξαπάτησα, τον κορόιδεψα: Ωραία μας την έφερες! Ποιος σου την έφερε; Πάλι μου τη φέρατε! Βλ. βάζω/φοράω τα γυαλιά σε κάποιον. , φέρνω (κάποιον) σε δύσκολη θέση: τον κάνω να αισθανθεί άβολα, αμήχανα, άσχημα με τα λόγια ή τις πράξεις μου: Συγγνώμη, δεν ήθελα να σας φέρω σε δύσκολη θέση., φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) (προφ.): τον χτυπώ με αυτό, συνήθ. εκτοξεύοντάς το προς το μέρος του: Λίγο έλειψε να της φέρω την κατσαρόλα ~., φέρνω (την) επανάσταση (εμφατ.): για να δηλωθεί ριζική αλλαγή, καινοτομία: Το ίντερνετ έφερε ~ στην οικονομία. Τα βλαστικά κύτταρα θα φέρουν ~ στον τομέα της ιατρικής., φέρνω μια βόλτα/ένα γύρο (προφ.): κάνω μια στροφή, περιστρέφομαι ή περιστρέφω κάτι: Έφερε ~ στην πίστα του μαγαζιού (: ενν. χορεύοντας). Παίζοντας με τον σκύλο, έφερα ~ την αυλή.|| (σε συνταγές μαγειρικής) Ρίχνουμε τα υλικά στην κατσαρόλα και τα ~ουμε μια βόλτα (= τα ανακατεύουμε)., φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά: ενεργώ, μεσολαβώ κυρ. ώστε να επικοινωνήσουν δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους: Το διαδίκτυο ~ει ~ ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Εγώ τους έφερα ~. Σκοπός του μαθήματος είναι να φέρει τους φοιτητές ~ με τη θεατρική τέχνη.|| Μη ~ετε τη συσκευή σε επαφή με το νερό. ΑΝΤ. απομακρύνω, χωρίζω. [< γαλλ. mettre en contact] , φέρνω στη ζωή/στον κόσμο (για πρόσ.): γεννώ· δημιουργώ: Έφερε ~ ~ ένα κοριτσάκι.|| (μτφ.) Έφερε ~ ~ τη νέα ιατρική., φέρνω τα πάνω κάτω: αλλάζω εντελώς μια κατάσταση: Τον γνώρισα και έφερε ~ ~ στη ζωή μου. Μέσα σε ένα ημίχρονο έφεραν ~ ~., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό βλ. λογαριασμός, ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κάνω/κόβω/φέρνω βόλτες βλ. βόλτα, με έφερε στο σημείο να βλ. σημείο, με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος βλ. δρόμος, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; βλ. άνεμος, τα βγάζω/τα φέρνω πέρα βλ. πέρα, τα βήματά μου με οδηγούν/φέρνουν (κάπου) βλ. βήμα, τα φέρνω βόλτα/γύρα βλ. βόλτα, φέρει στους ώμους του βλ. φέρω, φέρνει αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, φέρνει την καταστροφή βλ. καταστροφή, φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του βλ. βόλτα, φέρνω βόλτα βλ. βόλτα, φέρνω κάποιον γυροβολιά βλ. γυροβολιά, φέρνω κάποιον στα νερά μου βλ. νερό, φέρνω κάποιον τούμπα βλ. τούμπα1, φέρνω κάποιον/κάτι γύρα βλ. γύρα, φέρνω κάτι στα μέτρα μου βλ. μέτρο, φέρνω την άνοιξη βλ. άνοιξη, φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο βλ. φιλότιμο, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας βλ. πέρας [< μεσν. φέρνω < αρχ. φέρω]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ