Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κεχηνώς κε-χη-νώς επίθ. {πληθ. -ότες, μόνο στο αρσ.} (αρχαιοπρ.): που κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη ή θαυμασμό: Έμεινε ~ (= ενεός, κατάπληκτος). Βλ. χάσκας. [< μτχ. παρακ. του ρ. χαίνω & χάσκω]

χάσκας

χάσκαςχά-σκας ουσ. (αρσ.) (προφ.): χάνος. Βλ. κεχηνώς.