Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κηπευτικός , ή, ό κη-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κήπο και την καλλιέργειά του: ανθοκομικά/καλλωπιστικά και ~ά φυτά. Πβ. κηπουρικός. Βλ. ανθο~, γεωργικός. ● Ουσ.: κηπευτικά (τα): λαχανικά. Πβ. οπωρο~. ΣΥΝ. κηπουρικά, κηπευτική (η): καλλιέργεια κηπευτικών ειδών. Πβ. κηπουρική. Βλ. κηποτεχνία, λαχανο-, φυτο-κομία. [< μτγν. κηπευτικός]

κηποτεχνία

κηποτεχνίακη-πο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της γεωπονίας που έχει ως αντικείμενο τη διαμόρφωση κήπων και η σχετική τεχνική: φυτά ~ας (: καλλωπιστικά, εξωτερικού χώρου). Βλ. κηπευτική, κηπουρική, -τεχνία. ΣΥΝ. κηποτεχνική