Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κηποτεχνία κη-πο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της γεωπονίας που έχει ως αντικείμενο τη διαμόρφωση κήπων και η σχετική τεχνική: φυτά ~ας (: καλλωπιστικά, εξωτερικού χώρου). Βλ. κηπευτική, κηπουρική, -τεχνία. ΣΥΝ. κηποτεχνική