Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κινούμενος , η, ο κι-νού-με-νος επίθ. {-ου (λόγ.) -ένου, -ης (σπάν.-λόγ.) -ένης} 1. που κινείται: ~ο: όχημα (βλ. αυτο~)/ρομπότ/σώμα. Πβ. κινητός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: εικόνα. Βλ. βιντεοτέχνη, πολυμέσα.|| (μτφ.) ~οι προς την κατεύθυνση της συνεργασίας. ΑΝΤ. ακίνητος 2. που παρακινείται να προβεί σε ορισμένη ενέργεια· ωθούμενος: ~ από ένστικτο/οικονομικά κίνητρα/οίκτο/περιέργεια/συμφέρον/φθόνο. Βλ. υποκινώ. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενα σχέδια: ταινία αποτελούμενη από σειρά σχεδίων, τα οποία προβάλλονται γρήγορα το ένα μετά το άλλο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της κίνησης· η αντίστοιχη τέχνη ή ο σχετικός τομέας της κινηματογραφικής βιομηχανίας: τρισδιάστατα/ψηφιακά ~ ~. Ήρωες/χαρακτήρες ~ων ~ων. Πβ. καρτούν. Βλ. η ένατη τέχνη, κόμικς. [< αγγλ. animated cartoons, 1915] , κινούμενη άμμος βλ. άμμος, κινούμενος στόχος βλ. στόχος [< αρχ. κινούμενος]

άμμος

άμμος[ἄμμος] άμ-μος ουσ. (θηλ.) 1. πάρα πολύ μικροί, ασύνδετοι και ευδιάκριτοι κόκκοι, προερχόμενοι από θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων, που βρίσκονται στις ακρογιαλιές, τον βυθό της θάλασσας και των λιμνών, την κοίτη και τις εκβολές των ποταμών και σε ερήμους: βρεγμένη/ζεστή/καυτή/λεπτή/λεπτόκοκκη/μαύρη/χοντρή/χρυσή/ψιλή ~. ~ στα μαλλιά/παπούτσια. Παχύ στρώμα ~ου. Παραλία με άσπρη/λευκή ~ο. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην ~ο. Ο αέρας έφερνε την ~ο στα πρόσωπά μας.|| Θραυστή (: λατομείου)/φυσική ~ (: θαλάσσης, ορυκτή, ποταμίσια, ως οικοδομικό υλικό). Βλ. αμμοχάλικο, παιπάλη.|| ~ της γάτας (: για τα περιττώματά της). 2. αμμώδες έδαφος και ιδ. αμμουδιά: παιχνίδια στην ~ο. Διανυκτερεύω/κάνω ηλιοθεραπεία/κοιμάμαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω/παίζω/περπατώ στην ~ο. Τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα/πύργους στην ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενη άμμος: ψιλή άμμος που αποτελείται από άργιλο και μεγάλη ποσότητα νερού, με αποτέλεσμα να βυθίζεται όποιος ή ό,τι πατά σε αυτή. Βλ. βάλτος, έλος.|| (μτφ. για κάτι που παγιδεύει ή απογοητεύει:) ~ ~ το Χρηματιστήριο για τις κατασκευαστικές. [< γαλλ. sables mouvants] ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο (μτφ.): κοπιάζει άδικα., σαν την άμμο της θάλασσας (ΠΔ): πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός: Οι σκέψεις μου για σένα ~ ~ (πβ. αμέτρητες, άπειρες)., χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο: (επιτιμητικά) εθελοτυφλώ: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, δε μπορούμε να ~ουμε ~ (: να κλείνουμε τα μάτια). (ειρων.) ~ουν ~ και το πρόβλημα εξαφανίζεται! Βλ. στρουθοκαμηλίζω., αίμα και άμμος! βλ. αίμα [< αρχ. ἄμμος]

βιντεοτέχνη

βιντεοτέχνηβι-ντε-ο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.) & βίντεο αρτ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που βασίζεται στην προβολή εικόνων σε οθόνη μέσω τεχνολογίας βίντεο: έκθεση/έργα/φεστιβάλ ~ης. Πβ. βιντεοεγκατάσταση. [< αγγλ. video art, 1972]

ή

ή[ἤ] διαζευκτικός σύνδ. δηλωτικός 1. αντιδιαστολής δύο ή περισσότερων αντίθετων εννοιών, αυστηρής επιλογής της μιας από τις δύο, καθώς και οι δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρξουν: αριστερά ~ δεξιά; Κρύο ~ ζέστη; Πρωί ~ βράδυ; Όμορφη ~ άσχημη; Χαρά ~ λύπη; Άσπρο ~ μαύρο;|| (με επανάληψη, για να δοθεί έμφαση στον α' όρο) ~ τώρα ~ ποτέ! ~ εγώ ~ κανένας!|| (προφ., με δυνατότητα παράλειψης ή αντικατάστασής του με το "και") Νέοι (~) γέροι, πλούσιοι (~) φτωχοί, όλοι ήταν μαζεμένοι!|| (δυσαρέσκεια, αγανάκτηση για τη συμπεριφορά κάποιου ή για μια κατάσταση) Φίλος είσαι (εσύ) ~ εχθρός; Άνθρωπος είναι (αυτός) ~ (κανένα) τέρας; Ζωή είναι αυτή ~ μαρτύριο; Δωμάτιο είναι αυτό ~ στάβλος;|| (σε ερωτήσεις) Θα έρθεις ~ δεν θα έρθεις/όχι; (διερεύνηση άποψης) Θα τα καταφέρουμε ~ το θεωρείς απίθανο; 2. διάκρισης δύο ή περισσότερων στοιχείων που παρουσιάζονται ως εναλλακτικές εκδοχές: Τι θα ήθελες; Φαγητό ~ γλυκό; Θα με εξυπηρετήσετε εσείς ~ κάποιος άλλος; Παίρνω ~ το λεωφορείο ~ το μετρό ~ το τραμ (: άλλες φορές, άλλοτε).|| (με επανάληψη) (εμφατ.) ~ θα κοιμάται ~ θα βλέπει τηλεόραση. (αδιαφορία ή αβεβαιότητα) Θα έρθω ~ αύριο ~ (: μπορεί και) μεθαύριο. (ο α' όρος είναι ανυπόστατος και έτσι δηλώνεται εμφατ. ότι ισχύει στην ουσία ο β') ~ είμαστε όλοι τρελοί ~ (πράγματι) κάτι δεν πάει καλά! ΣΥΝ. είτε.|| (σε ερώτηση, προς εξακρίβωση του λόγου για τον οποίο γίνεται κάτι) Γιατί δεν του μιλάς; Ντρέπεσαι ~ φοβάσαι; Τι έχεις; Είσαι άρρωστος ~ απλά κακοδιάθετος; 3. διαφορετικότητας· αλλιώς, σε αντίθετη περίπτωση: Μάθε να συζητάς ~ μην ασχολείσαι μαζί μου!|| (απειλητ.) ~ φεύγεις αυτή τη στιγμή ~ καλώ την Αστυνομία (= αν δεν φύγεις ..., θα καλέσω ...)! Πβ. διαφορετικά, ειδάλλως. 4. εναλλακτικής διατύπωσης, διόρθωσης, τροποποίησης (συνήθ. ακολουθούν οι λ. "μάλλον" ή "καλύτερα"): το ίντερνετ ~ διαδίκτυο (στα Ελληνικά). Δεν καταλαβαίνει ~ μάλλον δεν θέλει να καταλάβει. Πήγαινε να δεις τι κάνει! ~ άσε καλύτερα· πάω εγώ! 5. (προφ.) μεγέθους κατά προσέγγιση, αβεβαιότητας: (κάπου) δεκαπέντε ~ είκοσι κιλά. ● ΦΡ.: ή μήπως δηλώνει 1. ευγενική διατύπωση ερώτησης: Να σου ζητήσω κάτι ~ ~ σε βάζω σε κόπο; 2. πιθανή εκδοχή: Κοιμήθηκες καλά ~ ~ νυστάζεις ακόμα; Προτιμάς σινεμά ~ ~ (καλύτερα) θέατρο;|| (προς έκφρ. ενδιαφέροντος) Χόρτασες ~ ~ να σου φέρω και κάτι άλλο;|| (αβεβαιότητα) Ήταν πριν από δύο ~ ~ τρία χρόνια; 3. αγανάκτηση, δυσαρέσκεια· προκειμένου να εκφραστεί ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει σε καμία περίπτωση ο β΄όρος: Τι κάθεσαι και τεμπελιάζεις; ~ ~ περιμένεις από εμένα να κάνω τις δουλειές; (: δεν πρόκειται να τις κάνω).|| Είναι λογικό να φέρεται έτσι· ~ ~ ξέχασες τι πέρασε; (: θυμάσαι φυσικά)., ή ταν ή επί τας: ΙΣΤ. "ή αυτή ή πάνω σε αυτή", δηλ. "ή να επιστρέψεις με την ασπίδα ως νικητής ή να σε φέρουν επάνω της νεκρό", φρ. που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες στους γιους τους, όταν τους παρέδιδαν την ασπίδα, πριν αναχωρήσουν για τον πόλεμο· (μτφ.-λόγ.) προτροπή σε κάποιον να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί, χωρίς να δειλιάσει και να σκεφτεί το προσωπικό κόστος., αργά ή γρήγορα βλ. αργά, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, να ζει κανείς ή να μη ζει; βλ. ζω1, ναι ή ου; βλ. ου [< αρχ. ἤ]

στόχος

στόχοςστό-χος ουσ. (αρσ.) 1. ό,τι επιδιώκει κάποιος ως στάδιο απώτερου σκοπού ή ο ίδιος ο σκοπός: αντικειμενικός/βασικός/διπλός/δύσκολος/επόμενος/ετήσιος/εύκολος/κύριος/μόνιμος/πρωταρχικός/σημαντικός/στρατηγικός/συνολικός/τελικός/φετινός ~. Βραχυπρόθεσμοι/επιχειρηματικοί/μακροπρόθεσμοι/νέοι/υψηλοί ~οι. Ειδικοί διδακτικοί ~οι. ~ ζωής. ~ για όλους μας/όλων μας. Αποκλειστικός/μοναδικός ~ μας είναι η νίκη. Χωρίς (συγκεκριμένο) ~ο. Με ~ο (= αποσκοπώντας) την κορυφή. Ανάλυση/επιτυχία/καθορισμός/υλοποίηση ~ων. ~ του παιχνιδιού/του προγράμματος/του συνεδρίου είναι ... Η εταιρεία έβαλε/έθεσε (ως) ~ο ή το έχει βάλει ~ο να βελτιώσει την ποιότητα των προϊόντων της. Αναθεωρώ/εξυπηρετώ/επιτελώ/πετυχαίνω/πραγματώνω/προσδι)ορίζω/υλοποιώ τους ~ους (μου). Απέτυχαν στους ~ους τους. Είμαστε εκτός ~ων/κοντά στον ~ο. Ο (πρώτος) ~ επιτεύχθηκε. ~ της κυβέρνησης είναι να ... Στους επιμέρους ~ους περιλαμβάνονται ... Οι συναντήσεις εξυπηρετούν τους ~ους της πολιτικής μας. Δεν έχει ~ους. ΣΥΝ. επιδίωξη (2) 2. σημείο, κυρ. αντικείμενο, περιοχή ή πρόσωπο, προς το οποίο κάποιος επιτίθεται ή γενικότ. κατευθύνει βολή· ειδικότ. αναρτώμενο ταμπλό με ομόκεντρους κύκλους για βολές στη σκοποβολή και την τοξοβολία: (ΣΤΡΑΤ.) Εναέριοι/επίγειοι/εχθρικοί/θαλάσσιοι/υπόγειοι ~οι. Εντοπισμός/καταστροφή ~ων. Ανθρώπινος ~. Η σφαίρα δεν βρήκε (τον) ~ο (της). Η πόλη έχει γίνει επανειλημμένα ~ βομβιστικών/τρομοκρατικών επιθέσεων. Αεροσκάφη/πύραυλοι έπληξαν/χτύπησαν (μη) στρατιωτικούς ~ους.|| (ΑΘΛ.) Σταθερός ~ (ΑΝΤ. κινούμενος ~). Στην τελευταία βολή πυροβόλησε/σημάδεψε σε λάθος ~ο (βλ. άστοχος). 3. (μτφ.) άτομο προς το οποίο κατευθύνεται μια εχθρική ενέργεια, συμπεριφορά: Έγινε ~ ειρωνικών σχολίων/έντονης κριτικής για τις ιδέες του.|| Έχουν βάλει ~ο το περιοδικό μετά τις αποκαλύψεις που έκανε. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενος στόχος 1. που αλλάζει θέση: εκτόξευση ρουκετών κατά ~ου ~ου.|| (μτφ.) ~ ~ ο πληθωρισμός (: ευμετάβλητος και δύσκολος να καταπολεμηθεί). 2. ΑΘΛ. αγώνισμα της σκοποβολής στο οποίο οι αθλητές σκοπεύουν προς έναν κινητό στόχο: ~ ~ ανδρών δέκα μέτρων. Αγώνες ~ου ~ου με πιστόλι ή τουφέκι. [< αγγλ. moving target] , ομάδα-στόχος: σύνολο προσώπων που επιλέγονται σύμφωνα με συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά και αντιμετωπίζονται (σε δημοσκοπήσεις, έρευνες αγοράς, διαφημίσεις) ως δυνητικοί αποδέκτες αγαθών, προϊόντων ή υπηρεσιών: ~ ~ του έργου/του προγράμματος: άνεργοι άνω των τριάντα χρόνων/αλλοδαποί μαθητές. ΣΥΝ. τάργκετ γκρουπ [< αγγλ. target group, 1972] ● ΦΡ.: δίνω στόχο 1. για κάποιον ή κάτι που είναι ευδιάκριτο(ς), με αποτέλεσμα να μπορεί να χτυπηθεί εύκολα: Το χωριό, χτισμένο σε κλειστό μέρος, δεν έδινε ~ στον εχθρό. 2. (μτφ.) προκαλώ την προσοχή ή την αρνητική αντίδραση των άλλων με τη συμπεριφορά μου: Κάθισαν κάπου απόμερα, για να μη δώσουν ~. Με το ντύσιμό τους δίνουν ~ σε κακόβουλα σχόλια., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος βλ. γλώσσα, με απώτερο σκοπό/στόχο βλ. απώτερος [< 1,2: αρχ. στόχος, γαλλ. but 3: αγγλ. target]

υποκινώ

υποκινώ[ὑποκινῶ] υ-πο-κι-νώ ρ. (μτβ.) {υποκιν-είς ... | υποκίν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. προκαλώ κάτι αρνητικό με κρυφό ή ύπουλο τρόπο, υποδαυλίζω: Κατηγορήθηκε ότι ~εί τη βία (πβ. υποθάλπω). Οι πράξεις τους ~ούνται από οικονομικά συμφέροντα. ~ούμενες: καταλήψεις. 2. ενθαρρύνω κάποιον να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο, παρακινώ: Ο εκπαιδευτικός πρέπει να ~εί (= εγείρει, εξάπτει) το ενδιαφέρον των μαθητών. Πβ. παροτρύνω, προτρέπω, ωθώ. [< πβ. αρχ. ὑποκινῶ ‘κινώ, ταράζομαι’, γαλλ. inciter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.