Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κινώ [κινῶ] κι-νώ ρ. (μτβ.) {κιν-είς ..., -ώντας, (λόγ. μτχ. ενεστ. -ών, -ούσα, -ούν) | κίν-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε (λόγ. εκιν-ήθη, -ήθησαν, μτχ. κιν-ηθείς, -ηθείσα), -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω κάτι (που αδρανεί ή είναι στάσιμο) σε κίνηση ή λειτουργία· (μεσοπαθ., για άψυχα) βρίσκομαι ή τίθεμαι σε κίνηση, λειτουργώ: Ισχύς που ~εί την αντλία/το αυτοκίνητο/το μηχάνημα. Ο άνεμος ~ούσε τις γεννήτριες. Δυσκολευόταν να ~ήσει (= κουνήσει) τα άκρα του.|| (μτφ.) Η καινοτομία/το χρήμα ~εί την αγορά/επιχειρηματικότητα. ~ούν (= καθορίζουν) τις εξελίξεις. ~ούσα: αρχή/δύναμη (του Σύμπαντος).|| Η Γη ~είται (= περιστρέφεται). Το αίμα ~είται μέσα στις φλέβες. Οχήματα που ~ούνται με ηλεκτρική ενέργεια/πετρέλαιο (= ηλεκτρο-/πετρελαιο-κίνητα). Οι συρμοί του προαστιακού θα ~ηθούν (= εκτελέσουν τα δρομολόγια) κανονικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~είται ο λογαριασμός (: γίνονται αναλήψεις και καταθέσεις).|| (μτφ.) Δεν ~είται τίποτα (: για απόλυτη ησυχία ή αδράνεια). Βλ. ανα~, δια~, εκ~, ξανα~, συγ~, κινούμενος. 2. μετατοπίζω κάτι· (μεσοπαθ.) αλλάζω θέση, μετακινούμαι, κατευθύνομαι, πηγαίνω κάπου: ~ το πιόνι/ποντίκι (του υπολογιστή).|| ~είται από τα δυτικά προς τα ανατολικά/αργά προς τα πίσω/δεξιά/εναντίον του εχθρού. Μην ~είσαι!|| (ΦΥΣ.) Σωματίδιο που ~είται (: τρέχει) με την ταχύτητα του φωτός.|| (μτφ.) Οι έρευνες ~ούνται (= στρέφονται) προς κάθε κατεύθυνση/στο σκοτάδι. ~είται ανάμεσα σε διαφορετικά στιλ γραφής.|| (λαϊκό-λογοτ.) ~ησε για ... (= αναχώρησε, ξεκίνησε). 3. (μτφ.) προκαλώ, προξενώ, διεγείρω: ~ το ενδιαφέρον/τον θαυμασμό/τον οίκτο/την προσοχή/τις υποψίες κάποιου. ~ησε τον φθόνο των αντιπάλων του. Μου έχει ~ήσει την περιέργεια. Πβ. εξάπτω. 4. (μτφ.) ωθώ, παροτρύνω κάποιον: Τον ~εί η δύναμη της ψυχής του/ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Τι τον ~ησε να πει τέτοιο ψέμα; Πβ. παρα~, προτρέπω.|| ~είται από ζήλια/ιδιοτέλεια/συμφέρον. ~ούνται από αγάπη/ένστικτο. Πβ. ορμώμαι. Βλ. παρασύρω, υπο~. 5. (επίσ.) ξεκινώ, προωθώ κάτι, προβαίνοντας στις απαιτούμενες ενέργειες: ~ αγωγή/δίκη/πόλεμο εναντίον κάποιου. (ΝΟΜ.) ~θείσα διαδικασία (π.χ. επιδίκασης διατροφής). Βλ. παγώνω. ● Παθ.: κινούμαι 1. ενεργώ, δρω για την επίτευξη στόχου· ειδικότ. αναπτύσσω δράση σε συγκεκριμένο τομέα, χώρο: ~είται γρήγορα και αποτελεσματικά/εκτός των ορίων της νομιμότητας/εκ του ασφαλούς/έξυπνα/μεθοδικά/με άκρα μυστικότητα/νομικά/παρασκηνιακά/υπογείως/ύπουλα. ~ήθηκαν υπέρ της ειρήνης. Δεν ξέρει πώς να ~ηθεί (= φερθεί). Αν δεν ~ηθούμε αμέσως, ...|| ~είται με άνεση στην υψηλή κοινωνία/μεταξύ αριστεράς και κέντρου. Εταιρεία που ~είται στον χώρο της πληροφορικής. Ζουν και ~ούνται στην περιφέρεια. Πβ. δραστηριοποιούμαι. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) (για μέγεθος) κυμαίνεται· (για δραστηριότητα, κατάσταση) αφορά: Ο γενικός δείκτης τιμών ~είται ανοδικά/πτωτικά. Η συμμετοχή του κόσμου ~ήθηκε σε υψηλά επίπεδα. Σε υψηλούς τόνους ~ήθηκε η ομιλία του.|| Η εκδήλωση/συζήτηση θα ~ηθεί γύρω από τρεις βασικούς άξονες. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούν αίτιο(ν) βλ. αίτιο ● ΦΡ.: κινώ γη και ουρανό & (σπάν.) θεούς και δαίμονες {συνηθέστ. σε αόρ. και μέλλ.} (μτφ.): μεταχειρίζομαι κάθε μέσο: ~ησε ~, για να δικαιωθεί/τη βρει. Πβ. βάζω λυτούς και δεμένους, κάνω τα αδύνατα δυνατά., κινώ ένα θέμα/ζήτημα: το φέρνω στο προσκήνιο: ~ησε το θέμα της παραχώρησης δικαιώματος ..., κινεί τα νήματα/τα γρανάζια βλ. νήμα, κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο βλ. Σάββατο, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά βλ. βουνό, συν Αθηνά και χείρα κίνει βλ. χειρ [< αρχ. κινῶ]

αίτιο

αίτιο[αἴτιο] αί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {αιτί-ου | -ων} (λόγ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} αιτία: ειδικά/πραγματικά ~α. Σχέση ~ου-αιτιατού. ~α και αφορμές. Τα ~α του δυστυχήματος/του εγκλήματος/της ήττας/της καταστροφής/του ναυαγίου/της παρακμής/του πληθωρισμού/του πολέμου/της πτώχευσης/της πυρκαγιάς/της τραγωδίας. Αναζητώ/αναλύω/βρίσκω/διαπιστώνω/διερευνώ/εντοπίζω/εξετάζω/μελετώ τα ~α. Αλυσίδα ~ων και αποτελεσμάτων. Τα ~α και οι επιπτώσεις/συνέπειες ενός φαινομένου. Τα ~α που γεννούν τη βία. Πβ. αιτιολογία, λόγος. 2. ΦΙΛΟΣ. η αιτία των όντων: πρωταρχικό ~. ΣΥΝ. αρχή (6) ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικό αίτιο: ΓΡΑΜΜ. προσδιορισμός που δηλώνει την αιτία της ενέργειας του ρήματος: π.χ. Έκλαιγε από τη χαρά και τη συγκίνησή της., κινούν αίτιο(ν) (λόγ.): αιτία, κίνητρο, δύναμη που ωθεί σε μια εξέλιξη: το ~ ~ των ανθρώπων/των εξελίξεων/της ιστορίας.|| (ΘΕΟΛ.) Η ενοποιός αρχή του κόσμου, το ~ ~ (= ο Θεός)., ποιητικό αίτιο: ΓΡΑΜΜ. εμπρόθετος προσδιορισμός που εκφέρεται με την πρόθεση "από" και αιτιατική και δηλώνει από ποιο πρόσωπο ή πράγμα παθαίνει κάτι το υποκείμενο: π.χ. Η διαδήλωση οργανώθηκε από τα συνδικάτα. [< αρχ. αἴτιον]

βουνό

βουνόβου-νό ουσ. (ουδ.) 1. φυσικό ύψωμα γης που ξεπερνά τα τριακόσια μέτρα σε ύψος (είναι δηλ. μεγαλύτερο από τον λόφο): απόκρημνο/ιερό/κακοτράχαλο/καταπράσινο/χιονισμένο/ψηλό ~. Γυμνό/φαλακρό ~ (: χωρίς δέντρα). (ΜΥΘ.) Το ~ των θεών (: ο Όλυμπος). Κορυφή/μονοπάτια/πλαγιά/πρόποδες (παρυφές/ρίζες/υπώρειες) ~ού. Τσάι/χόρτα του ~ού. Απάτητα/δασωμένα/δύσβατα/πετρώδη ~ά. ~ά με απότομα φαράγγια/βαθιές χαράδρες/πλούσια βλάστηση. ~ά και πεδιάδες. ~ που υψώνεται στα βόρεια του νομού. Διασχίζω/κατεβαίνω το ~. Ανεβαίνω στο/το ~. Ο ήλιος έδυσε πίσω από τα ~ά. Περιοχή που περιβάλλεται από ~ά. Πβ. όρος. Βλ. παγόβουνο, πρόβουνο.|| (Αθλήματα/σπορ ~ού:) Ποδηλασία/σκι ~ού. Ανάβαση/αναρρίχηση/ορειβασία/πεζοπορία σε ~. 2. (κατ΄επέκτ.) ορεινή περιοχή: άνθρωπος του ~ού (= βουνίσιος). Διακοπές/ταξίδι στο ~ (βλ. στη θάλασσα). Ζει στα ~ά. 3. (μτφ.-εμφατ.) πληθώρα, σωρός· ειδικότ. για κάτι πολύ δύσκολο, ακατόρθωτο ή μεγάλο, ογκώδες: ~ από άπλυτα (= ίσα με το ταβάνι)! ~ά σκουπιδιών/από σκουπίδια. Σκυμμένος πάνω από ένα ~ βιβλία. Πβ. πλήθος, στοίβα, σωρεία.|| ~ οι δυσκολίες/τα εμπόδια/τα προβλήματα/τα χρέη. Η υπόθεση μού φαίνεται/φαντάζει ~! Πβ. σκόπελος, τροχοπέδη, φραγμός.|| Κύματα ~ά (= τεράστια). ● Υποκ.: βουναλάκι & (λαϊκό-λογοτ.) βουνάκι & βουνί (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ποδήλατο βουνού βλ. ποδήλατο ● ΦΡ.: (να ζήσεις) σαν τα ψηλά βουνά!: ευχή για υγεία και μακροζωία: Να 'σαι γερός ~ ~!|| Έργο αθάνατο σαν ~ ~., από το βουνό κατέβηκε; (ειρων.-μειωτ.): για άνθρωπο ανίδεο ή αγροίκο, αγενή. ΣΥΝ. κατέβηκε/ήρθε/είναι από τα Γκράβαρα, βουνά και λαγκάδια: δύσβατες περιοχές, συνήθ. μακρινές: Περάσαμε μέσα από ~ ~., βουνό με βουνό δεν σμίγει: για να δηλωθεί ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα να ξανασυναντηθούν δυο άνθρωποι. Βλ. καλώς τα μάτια μου τα δυο!, σαν τα χιόνια!, η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους) (παροιμ.): λέγεται για πράξεις παράλογες, απερίσκεπτες., μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια (παροιμ.): όποιος έχει συναντήσει μεγάλες δυσκολίες στο παρελθόν, αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα τις αντιξοότητες. ΣΥΝ. ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά (μτφ.): μπορεί να πετύχει ακόμα και κάτι θεωρητικά ανέφικτο., παίρνω τα (όρη και τα) βουνά (μτφ.) 1. φεύγω μακριά, συνήθ. επειδή βρίσκομαι σε κίνδυνο ή/και σε απόγνωση. 2. (σπάν.) τρελαίνομαι, παραφρονώ., στα όρη, στ' άγρια βουνά & στα όρη και στα βουνά (προφ.): πάρα πολύ μακριά (και απόκρημνα): Τι γύρευαν ~ ~ μες στα μεσάνυχτα; Ήταν ανάγκη να τρέχεις ~ ~;, τύχη βουνό (προφ.): (συνήθ. σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος) πολύ μεγάλη, εξαιρετική τύχη: ~ ~ είχε ο οδηγός του ΙΧ που έπεσε στον γκρεμό και σώθηκε., βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό βλ. βοηθώ, κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό) βλ. κρατώ, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) βλ. νύχτα, όταν/αν/άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ βλ. Μωάμεθ [< μεσν. βουνό(ν)]

νήμα

νήμα[νῆμα] νή-μα ουσ. (ουδ.) {νήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κλωστή: ακρυλικό/βαμβακερό/μάλλινο ~. ~ από μετάξι. ~ πλεξίματος. Υφαντικά ~ατα. Βλ. στημόνι, υφάδι.|| (μτφ.) Τους δένει/ενώνει/συνδέει ένα αόρατο ~. ΣΥΝ. μίτος (2) 2. (κατ' επέκτ.) δέσμη ινών από ποικίλα υλικά: ελαστικό/μακρύ/χοντρό ~. ~ κοπής. Το (διάφανο/συνθετικό) ~ της πετονιάς. Το (μεταλλικό) ~ του λαμπτήρα (πυρακτώσεως). ~ατα μεγάλης αντοχής. Βλ. ανθρακόνημα. 3. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) ειρμός, ακολουθία, αλληλουχία: το ~ της ομιλίας/της σκέψης (κάποιου). Ξεδιπλώνω το ~ της αφήγησης/των γεγονότων/της μνήμης. (Ξανα)πιάνει το ~ από την αρχή/από εκεί που το άφησε. Πβ. σύνδεση, συνέχεια.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ μηνυμάτων. Πβ. θρεντ. Βλ. ουρά. 4. ΒΟΤ. το άγονο τμήμα του στήμονα: ~ και ανθήρας. ● Υποκ.: νηματάκι (το): Πβ. νημάτιο. ● ΣΥΜΠΛ.: νήμα της στάθμης: όργανο για τον έλεγχο της καθετότητας μιας επιφάνειας, το οποίο αποτελείται από κλωστή με βαρίδι δεμένο στην άκρη της. Βλ. αλφάδι. [< γαλλ. fil à plomb] , οδοντικό νήμα: δέσμη λεπτών νάιλον ινών για την απομάκρυνση των τροφών και της οδοντικής πλάκας ανάμεσα στα δόντια. [< αγγλ. dental floss, 1910] ● ΦΡ.: (κόβω) το νήμα (του τερματισμού): ΑΘΛ. (σε αγώνα δρόμου) (περνώ την) ταινία ή τη γραμμή που δηλώνει το τέλος αγωνιστικής διαδρομής· τερματίζω πρώτος και κατ' επέκτ. αναδεικνύομαι νικητής: Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, κόβοντας ~.|| (μτφ.) Κανείς δεν ξέρει ποιος θα κόψει πρώτος το ~ (του διαγωνισμού).|| Φτάνουμε στο ~ ~ (= στο τέλος) της εκλογικής μάχης., έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου): τον σκότωσε ή σκοτώθηκε, πέθανε: Έκοψε ο ίδιος ~ ~ του (= αυτοκτόνησε). Κόπηκε αναπάντεχα/πρόωρα το ~ ~ του., η άκρη του νήματος (μτφ.): η αιτία, εξήγηση, λύση: Η Αστυνομία αναζητά την ~ ~ στην υπόθεση (πβ. ο μίτος της Αριάδνης). Νέα στοιχεία οδηγούν στην ~ ~., η αρχή του νήματος (μτφ.): αφετηρία μιας σειράς εξελίξεων, συνήθ. για την εξιχνίαση υπόθεσης: Τυχαίο συμβάν που υπήρξε ~ ~ για τη διαλεύκανση του εγκλήματος., κινεί τα νήματα/τα γρανάζια & κρατά τα νήματα (μτφ.): ελέγχει, κατευθύνει μια κατάσταση: ~ ~ της δράσης/εξουσίας (από το παρασκήνιο). [< αγγλ. pull the strings/wires] , στο νήμα (μτφ.): την τελευταία (και κρίσιμη) στιγμή: ήττα/νίκη ~ ~. ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο τσακ/στο τσαφ, ξετυλίγω το κουβάρι/το νήμα βλ. ξετυλίγω [< αρχ. νῆμα, γαλλ. fil, αγγλ. thread]

παγώνω

παγώνωπα-γώ-νω ρ. (μτβ κ. αμτβ.) {πάγω-σα, παγώ-σει, -μένος, παγών-οντας} 1. ψύχω· καταψύχω: ~ τις μπίρες. Αφήνουμε τη ζύμη να ~σει για μία ώρα. ~μένο: κρασί/τσάι.|| Έβγαλε το ~μένο κρέας από την κατάψυξη. ΑΝΤ. ζεσταίνω (1), ξεπαγώνω (1) 2. (εμφατ.) κρυώνω πάρα πολύ: Ρίξε κάτι πάνω σου, θα ~σεις! Κλείσε το κλιματιστικό, έχουμε ~σει. ΣΥΝ. ξεπαγιάζω, πουντιάζω.|| Έχουν ~σει τα αυτιά/τα χέρια μου (= κοκαλώσει). ΣΥΝ. ξυλιάζω ΑΝΤ. ζεσταίνομαι, σκάω (1) 3. (μτφ.) σταματώ διαδικασία ή εξέλιξη, αναστέλλω, διακόπτω: Μακάρι να μπορούσα να ~σω τον χρόνο!|| Θα ~σουν τους διορισμούς/μισθούς. ~ουν (προσωρινά) οι άδειες/τα έργα. ~σε ο νόμος/η συμφωνία. Το θέμα/σχέδιο έχει ~σει εδώ και καιρό (= μπήκε στον πάγο, στο ψυγείο/στην κατάψυξη). Πβ. καθηλώνω.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί (= δεσμεύονται). Πβ. παγοποιώ. ΑΝΤ. ξεπαγώνω (2) 4. (μτφ.) αδυνατώ να αντιδράσω λόγω πολύ δυσάρεστου συναισθήματος, κυρ. έκπληξης ή τρόμου: ~σα απ' τον φόβο μου, όταν τον είδα. ~σε στο άκουσμα του θανάτου της (= έμεινε κάγκελο, κόκαλο, σύξυλος). ΣΥΝ. κοκαλώνω (1), μαρμαρώνω (2), παραλύω (3), πετρώνω (1) 5. (μτφ.) γίνομαι ψυχρός, ψυχραίνομαι: Έχει ~σει απέναντί μου. Το γέλιο/χαμόγελο ~σε στα χείλη της (: αιφνιδιάστηκε δυσάρεστα). ~μένο βλέμμα. 6. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. ακινητοποιώ φιλμ, βίντεο σε συγκεκριμένο καρέ: Ο σκηνοθέτης ~σε την εικόνα (βλ. πάγωμα της εικόνας). ~μένη σκηνή.παγώνει 1. (για υγρό) γίνεται πάγος, στερεοποιείται· καλύπτεται από πάγο: Το ποτάμι ~ τον χειμώνα. ~μένος: καταρράκτης.|| Οι σωλήνες ~σαν (ενν. το νερό που κυκλοφορούσε μέσα τους) κι έσπασαν.|| Οι δρόμοι έχουν ~σει (= έχουν πιάσει πάγο). ~μένο: έδαφος. (ΓΕΩΓΡ.) Βόρειος/Νότιος ~μένος Ωκεανός. 2. (επιτατ.) γίνεται πολύ κρύος: ~σε ο καιρός/η χώρα (πβ. κρυώνω, ψυχραίνω). ~μένος αέρας (πβ. ψυχρός). Βούτηξε στα ~μένα νερά. 3. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. παύει να λειτουργεί, μπλοκάρει: ~σε η οθόνη/το σύστημα/ο υπολογιστής (πβ. κόλλησε). ● ΣΥΜΠΛ.: παγωμένος ώμος βλ. ώμος ● ΦΡ.: όταν/τη μέρα που θα παγώσει η κόλαση βλ. κόλαση, πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου βλ. αίμα [< μεσν. παγώνω, γαλλ. geler, glacer, αγγλ. freeze]

παρασύρω

παρασύρωπα-ρα-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {παρέσυρ-α, παρασύρ-θηκα (λόγ. παρεσύρ-θη, μτχ. παρασυρ-θείς, -θείσα, θέν), -θεί, -μένος, -όμενος, παρασύρ-οντας} & (προφ.) παρασέρνω {παράσυρ-α} 1. (μτφ.) επηρεάζω κάποιον σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απομακρυνθεί από τις αρχικές του θέσεις ή από τον σωστό τρόπο ζωής: Ηγέτης που ~ει τα πλήθη. Μη σε ~ουν οι συναισθηματισμοί. ~θηκε σε περιττά έξοδα. ~μένος από το πάθος του για εκείνη (πβ. ξεμυαλίζω).|| Τον ~αν στον κόσμο των ναρκωτικών (πβ. εξαπατώ, ξεγελώ, παραπλανώ). 2. κάνω κάποιον ή κάτι να ακολουθήσει συγκεκριμένη κατεύθυνση ή να αλλάξει αυτή που έχει, εξαιτίας της ορμής, της ταχύτητάς μου, το(ν) παίρνω μαζί μου, το(ν) ανατρέπω από την πορεία του: Το τσουνάμι ~ε τα πάντα. Τα νερά των βροχών έχουν παρασύρει ολόκληρα σπίτια. Ισχυροί άνεμοι τον ~αν στα ανοιχτά. Ασυνείδητος οδηγός ~ε και εγκατέλειψε ηλικιωμένο άνδρα. ~θηκε από τα θαλάσσια ρεύµατα. Μαζί με το πλοίο ~θηκαν στον βυθό και πέντε ναυτικοί. Έχασε τη ζωή του ~όμενος από διερχόμενη αμαξοστοιχία. Πβ. παίρνω σβάρνα, σπρώχνω, ωθώ.|| Τον ~ε σε ερημική τοποθεσία και τον λήστεψε.|| (μτφ.) Άσε τη μουσική να σε ~ει (πβ. συνεπαίρνω). Η αβεβαιότητα ~ει τα χρηματιστήρια. Πβ. συμ~. [< αρχ. παρασύρω ‘οδηγώ με τη βία, διασύρω’]

Σάββατο

ΣάββατοΣάβ-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} & (λαϊκό) Σαββάτο: η έβδομη και τελευταία ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή): η αργία του ~άτου. ~ και Κυριακή κλειστά (: για τράπεζες, κρατικές υπηρεσίες). Πλην ~άτου. Βλ. Δευτέρα, Ψυχο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλο/Μέγα Σάββατο (συντομ. Μ. Σάββατο): ΕΚΚΛΗΣ. το Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας, η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής του Πάσχα., το Σάββατο του Λαζάρου: ΕΚΚΛΗΣ. η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής των Βαΐων, κατά την οποία εορτάζεται η ανάσταση του Λαζάρου. ● ΦΡ.: (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου (προφ.): την τελευταία στιγμή., κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο & είπε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο (παροιμ.): όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει κάτι που είχε αναβάλει, αλλά τελικά τα σχέδιά του ματαιώνονται, γιατί διάλεξε ακατάλληλη χρονική στιγμή ή έτυχε κάτι απρόβλεπτο., τον μήνα που δεν έχει Σάββατο (συχνά ειρων.): για κάτι που δεν θα γίνει ποτέ: Τα νέα μέτρα θα ληφθούν ~ ~. ΣΥΝ. του Αγίου Ποτέ [< μεσν. Σάββατο, Σαββάτο < μτγν. Σάββατον]

Δια χειρός

Δια χειρός

ουσ. (θηλ.) {χειρ-ός, -α | -ες, -ών} (αρχαιοπρ.) & (λόγ.) χείρα: χέρι. ● χειρός (λόγ.) για κάτι που 1. δεν τοποθετείται μόνιμα κάπου, αλλά μεταφέρεται ή φοριέται στο χέρι: ανεμιστηράκι/κομπιουτεράκι/μίξερ/ομπρέλα/όπλο (βλ. βαλλίστρα, ξίφος, πιστόλι)/(ηλεκτρικό) σκουπάκι/συσκευές/τσάντα ~. (ΤΕΧΝΟΛ.) Οθόνη ~ (βλ. ηλεκτρονικό χαρτί, ψηφιακό χαρτί).|| Ρολόι ~. 2. λειτουργεί χειροκίνητα: εργαλεία ~ (βλ. σφυρί, φτυάρι). 3. είναι χειροποίητο: κεντήματα/χαλιά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο χέρι βλ. χέρι, αόρατο χέρι βλ. χέρι, υπολογιστής παλάμης/χειρός βλ. υπολογιστής, χείρα βοηθείας βλ. βοήθεια ● ΦΡ.: ανά χείρας & (σπάν.) μετά χείρας (λόγ.): στο χέρι: με το βιβλίο ~ ~.|| Η ~ ~/μετά χείρας (= παρούσα, προκείμενη) μελέτη., διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών: ΕΚΚΛΗΣ. με τοποθέτηση του χεριού ιερωμένου στο κεφάλι κληρικού ή πιστού. Βλ. χειρο-θεσία, -τονία., διά χειρός & (σπάν.) δια χειρών (λόγ.): από ή με το χέρι (ή τα χέρια): αγιογραφία/πίνακας ~ ~ ... (: ακολουθεί το όνομα του δημιουργού). Έπιπλα κατασκευασμένα ~ ~ (= χειροποίητα).|| Βραβεύτηκε ~ ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας.|| Τα συμπληρωμένα έντυπα επιδίδονται ~ ~ (: δεν αποστέλλονται ταχυδρομικά)., εις χείρας: ΝΟΜ. στα χέρια, στη δικαιοδοσία: Το κτίριο περιήλθε ~ ~ του Κράτους., ιδίαις χερσί(ν) (αρχαιοπρ.) 1. (συντομ. Ι.Χ.) ένδειξη σε φάκελο, που σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί προσωπικά στον παραλήπτη. 2. με τα ίδια μου/σου/του τα χέρια. Πβ. ιδιόχειρα. Βλ. ιδίοις όμμασι(ν)., συν Αθηνά και χείρα κίνει (αρχαιοπρ.-παροιμ.): μη βασίζεσαι αποκλειστικά στην τύχη ή στη βοήθεια ανώτερης δύναμης για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά να προσπαθείς και μόνος σου., τείνω/απλώνω/δίνω/παρέχω χείρα (μτφ.-λόγ.) & χέρι: προσφέρω, προτείνω κάτι: ~ουν ~ ειρήνης/προσέγγισης/συνεργασίας/φιλίας στη γείτονα χώρα., ζητώ το χέρι βλ. ζητώ, ήρξατο χειρών αδίκων βλ. άδικος, κατάσχεση στα χέρια τρίτου βλ. κατάσχεση, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, νίπτω τας χείρας μου βλ. νίπτω [< αρχ. χείρ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.