αύριο[αὔριο] αύ-ρι-ο επίρρ.: (χρονικό) την επόμενη ημέρα από τη σημερινή, το επόμενο εικοσιτετράωρο: ~ το απόγευμα. Από ~ δίαιτα! Μείνε μέχρι/ως ~. Τα λέμε ~. ~ πάλι. Θα σε δω ~; Ελάτε (καλύτερα) ~. Ο καιρός ~ αναμένεται αίθριος. Οι εργασίες είναι για ~; (: θα παραδοθούν ~;) Σαν ~ γεννήθηκε ο ... Από ~ σε ~ (: για συνεχείς αναβολές). ~ ξημερώνει μια άλλη μέρα. Βλ. (αντι)μεθ~, (προ)χθές, σήμερα. ● Ουσ.: αύριο (το): το μέλλον: Το ~ είναι αβέβαιο/άγνωστο. Τη φοβίζει το ~. Ο κόσμος του ~ (= ο αυριανός, ο μελλοντικός). Κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το ~. Αγωνίζομαι για ένα καλύτερο ~. Σχέσεις χωρίς ~. ● ΦΡ.: (κι/για) αύριο έχει ο Θεός: σε περιπώσεις καθησυχασμού ή αναβολής, για αύριο βλέπουμε: Ας ζήσουμε μ΄αυτά που έχουμε σήμερα και ~ ~., αύριο κλαίνε (προφ.): για επικείμενη τιμωρία ή γενικότ. δυσάρεστη συνέπεια: Άστα να πάνε! ~ ~!, ες αύριον τα σπουδαία (λόγ.-συνήθ. ειρων.): όταν αναμένεται ή αναβάλλεται κάτι για την επόμενη μέρα ή για άλλη στιγμή: Η σημερινή κρίσιμη συνάντηση αναβλήθηκε, ες αύριον λοιπόν τα σπουδαία., σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο: στο άμεσο ή προσεχές μέλλον: ~ ~ αναμένουμε τα αποτελέσματα/την επίσκεψη., σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε: η ζωή είναι σύντομη και απρόβλεπτη: Να απολαμβάνεις το παρόν, γιατί ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι βλ. μέρα, μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα βλ. αναβάλλω [< αρχ. αὔριον]
διακόπτω
δά-κρυ ουσ. (ουδ.) {δακρύ-ου | δάκρυ-α, δακρύ-ων} & (λογοτ.) δάκρυο 1. διαυγές αλατούχο υγρό που εκκρίνεται από τους δακρυϊκούς αδένες λόγω συγκίνησης ή εξωτερικού ερεθισμού στα μάτια: ~α λύπης/χαράς. Συγκινήθηκε μέχρι ~ων (= υπέρμετρα). Αναλύθηκε/ξέσπασε σε ~α. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα ~ά του. Κυλούσαν τα ~α βροχή/ποτάμι στα μάγουλά της. Τα μάτια της πλημμύρισαν με/είναι γεμάτα ~α. 2. (μτφ.) σταγόνα που μοιάζει με δάκρυ: το ~ του πεύκου (= ρετσίνι). ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνητά δάκρυα & φυσικά δάκρυα: ΦΑΡΜΑΚ. ειδικό κολλύριο που υγραίνει την επιφάνεια των ματιών. Βλ. ξηροφθαλμία, σταγόνες, φυσιολογικός ορός., κροκοδείλια δάκρυα βλ. κροκοδείλιος ● ΦΡ.: έχει τα δάκρυα/το δάκρυ στο τσεπάκι/στην τσέπη (ειρων.): κλαίει πολύ εύκολα, με ασήμαντη αφορμή., κλαίω με μαύρο δάκρυ & χύνω μαύρο/πικρό δάκρυ: κλαίω πολύ και κατ΄επέκτ. μετανιώνω πικρά για κάτι που έκανα., κοιλάδα των δακρύων & (λόγ.) κοιλάδα του κλαυθμώνος (ΠΔ): για χώρο όπου επικρατούν εξαιρετικά άσχημες συνθήκες ή για δυσάρεστη κατάσταση. Βλ. κόλαση., με πήραν τα δάκρυα/κλάματα (προφ.): άρχισα να κλαίω., στεγνώνω τα δάκρυα κάποιου: τον παρηγορώ: Ο χρόνος στέγνωσε ~ ~ά της κι επούλωσε τις πληγές της.|| Ακόμη δεν έχουν στεγνώσει ~ ~ά τους (: είναι νωπός ο πόνος). [< γαλλ. sécher les larmes] , (πάει/πέφτει/τρέχει) το δάκρυ κορόμηλο/κορόμηλο το δάκρυ βλ. κορόμηλο, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, ξένος πόνος, ξένα δάκρυα βλ. ξένος, χύνω δάκρυα βλ. χύνω [< αρχ. δάκρυ]
ιτιά[ἰτιά] ι-τιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος δέντρων ή θάμνων (γένος Salix) που ευδοκιμούν κυρ. σε ποτάμια ή λίμνες και έχουν στενά φύλλα και άνθη ενωμένα σε ταξιανθίες: λευκή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλαίουσα ιτιά: είδος ιτιάς (επιστ. ονομασ. S. sepulcralis chrysocoma, S. babylonica) με φύλλωμα που γέρνει προς το έδαφος. [< γαλλ. saule pleureur] [< μεσν. ιτέα, ετιά < αρχ. ἰτέα]
λεφτάλε-φτά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. (λαϊκό) λεφτό} & λεπτά (προφ.): χρήματα: αεριτζίδικα/εύκολα/σίγουρα ~. Δεν (μου) φτάνουν τα ~. Όλα της τα ~ πάνε (= τα ξοδεύει) σε κοσμήματα. Έφαγε/έχασε όλα του τα ~ (= την περιουσία) στα χαρτιά. Πόσα ~ έδωσες/χρωστάς; Το αγόρασα με δικά μου/με τα πρώτα μου ~. Μας κόστισε/χαλάσαμε ένα κάρο/μάτσο/σωρό ~. Σκορπά ~ δεξιά κι αριστερά. Έχω ορισμένα ~ στην άκρη/μπάντα (βλ. αποταμιεύω). Σήκωσαν τα ~ τους από την τράπεζα (= έκαναν ανάληψη). Έμεινε από ~ (= ρέστος, ταπί). Δεν έχω ~ για πέταμα/σπατάλη. Με τα ίδια ~ θα μπορούσες να ... (: με το ίδιο χρηματικό ποσό). Τα κάνει όλα για τα ~. (γνωμ.) Τα ~ δεν είναι το παν/δεν φέρνουν την ευτυχία. Τα ~ αλλάζουν χέρια. (μειωτ.) Ζει με τα ~ του μπαμπά του. Πβ. τάλιρα.|| Σου περισσεύει κανά λεφτό; Πβ. φράγκο. ● Υποκ.: λεφτάκια & λεφτουδάκια & (σπάν.) λεφτούλια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά: για άσκοπο ξόδεμα χρημάτων σε κάτι που δεν αξίζει· συνεκδ. η αντίστοιχη αγορά: Πλήρωσα ~ ~ (γι' άχρηστα πράγματα).|| ~ ~, δεν το έχω ούτε έναν μήνα το κινητό και χάλασε. Πβ. τζερεμές., χοντρά/τρελά λεφτά βλ. χοντρός ● ΦΡ.: (είναι) όλα τα λεφτά (νεαν. αργκό): για κάποιον ή κάτι απολαυστικό, που ξεχωρίζει, υπερέχει: Είσαι ~ ~!|| Οι ατάκες του είναι ~ ~., βγάζω/κάνω λεφτά: αποκτώ χρήματα, περιουσία: Δουλεύει μέρα-νύχτα για να βγάλει ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Πβ. καζαντίζω., κλαίω τα λεφτά μου: μετανιώνω για χρήματα που ξόδεψα σε κάτι που τελικά δεν άξιζε., λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά: πάρα πολλά χρήματα: Έχει ~ ~ (= είναι πολύ πλούσιος). Πβ. με το καντάρι, να φαν κι/φάνε και οι κότες., τα λεφτά πάνε στα λεφτά (παροιμ.): σε περιπτώσεις που άνθρωποι ήδη πλούσιοι αποκτούν ακόμα περισσότερα χρήματα ή συναναστρέφονται, παντρεύονται άτομα της ίδιας οικονομικής και κοινωνικής τάξης., τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας: όταν συμβαίνει απρόοπτα κάτι δυσάρεστο ή όταν κάποια θετική κατάσταση δεν είναι αναμενόμενη: Κόπηκε το ρεύμα! Τώρα μάλιστα, ~ ~ (= τη βάψαμε, την κάναμε από κούπες, την κάτσαμε τη βάρκα, την πατήσαμε)!|| Αν περιμένεις να σε βοηθήσει, τα 'πιασες/τα βρήκες τα λεφτά σου (= σώθηκες). Πβ. ζήτω που καήκαμε!, αξίζει τα λεφτά (του/της) βλ. αξίζω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, έναν περίδρομο λεφτά βλ. περίδρομος, έρχομαι στα λεφτά μου βλ. έρχομαι, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν βλ. χρήμα [< μεσν. λεφτά < μτγν. λεπτὸν (νόμισμα)]
μαντίλιμα-ντί-λι ουσ. (ουδ.) {μαντιλ-ιού} & μαντήλι & (λόγ.) μανδήλι 1. μικρό τετράγωνο μαλακό ύφασμα για το σκούπισμα του προσώπου, κυρ. της μύτης: Σκούπισε με το ~ τα δάκρυα. Του κούνησε το ~ από την αποβάθρα (: για αποχαιρετισμό). Βλ. ποσέτ, μυξο-, τραπεζο-, χαρτο-μάντιλο. 2. ορθογώνιο ή τετράγωνο ύφασμα που φοριέται στο κεφάλι, τον λαιμό ή τους ώμους ως αξεσουάρ ένδυσης, κυρ. από γυναίκες: μεταξωτό/πολύχρωμο ~. Πβ. μαντίλα, μπαντάνα, φουλάρι. Βλ. κεφαλομάντιλο.|| Κρητικό ~ (= σαρίκι). ● Υποκ.: μαντιλάκι & μαντηλάκι (το): αντισηπτικά/αντιστατικά ~ια. Υγρά ~ια καθαρισμού (: για τα χέρια, το πρόσωπο, τα γυαλιά). ● ΦΡ.: δεν έχει μαντίλι να κλάψει (προφ.): (για κάποιον) που βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση. [< μεσν. μαντήλι(ον)]
μεγαλείο[μεγαλεῖο] με-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): μεγαλοπρέπεια, σπουδαιότητα, υπεροχή: το ~ της φύσης. Το ~ των αγωνιστών του ΄21 (πβ. ανδρεία, γενναιότητα, ηρωισμός). Υποκλίνομαι στο ~ της ανθρώπινης ψυχής (= ανωτερότητα, μεγαλοψυχία).|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Το ηλιοβασίλεμα ήταν ~ (= θαύμα, όνειρο). ΣΥΝ. αίγλη (1), λαμπρότητα (1) ● μεγαλεία (τα): (συνήθ. ειρων.) δόξα και πλούτη, αξιώματα, τιμές: Δεν θέλω ~α. Ονειρεύεται ~α.|| (για δήλωση θαυμασμού) Για δες ~α! [< γαλλ. grandeurs] ● ΦΡ.: ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) & σε όλη του(/της ...) μεγαλοπρέπεια (προφ.): για κάτι, συνηθέστ. αρνητικό, που εκδηλώνεται στο μέγιστο βαθμό: η υποκρισία σε όλο της το ~. Ο ρατσισμός στο ~ του. Βλ. αποκορύφωμα, ζενίθ, μάξιμουμ., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις): που έχουν πια χαθεί., Ελλάς, το μεγαλείο σου! βλ. Ελλάδα [< μτγν. μεγαλεῖον]
μοίρα[μοῖρα] μοί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ανώτερη ή υπερφυσική δύναμη που θεωρείται ότι έχει προδιαγράψει και καθορίσει το μέλλον κάθε ανθρώπου και συνεκδ. αυτό που έχει ορίσει για τον καθένα: άδικη/ανθρώπινη/βαριά/κακή/καλή/μαύρη/προδιαγεγραμμένη/σκληρή/τραγική ~. Δέσμιος/έρμαιο/θύμα/χτυπήματα της ~ας. Ακολουθώ/δέχομαι/δημιουργώ/διαμορφώνω τη ~ μου. Υπομένει αδιαμαρτύρητα/καρτερικά/στωικά τη ~ του. Υποτάχθηκε στη ~ του. Είναι (γραμμένο/γραφτό) στη ~ /της ~ας να ... (: συνήθ. για κάτι κακό). Η ~ αποφάσισε/το θέλησε να ... Λέω τη ~ (: προβλέπω το μέλλον). Ποιος ξέρει τι επιφυλάσσει η ~! Πβ. τυχερό.|| (ΜΥΘ.) Οι τρεις ~ες.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ ενός έθνους/ενός έργου (: εξέλιξη, τύχη). ΣΥΝ. ειμαρμένη, πεπρωμένο 2. ΣΤΡΑΤ. ομάδα οχημάτων, αρμάτων, πυροβόλων, πλοίων ή αεροσκαφών που έχει οργανωθεί σε ένοπλη δύναμη και η ονομασία της μονάδας όπου βρίσκεται: αεροπορική/ελληνική/ναυτική/πολεμική ~. ~ αναχαίτισης/πυροβολικού. ~ ΓΕΑ/Μεταφορών/Ναυτικής Συνεργασίας/Παντός Καιρού. Παρουσιάζομαι στη ~. 3. ΝΟΜ. κληρονομικό μερίδιο: ίση ~. 4. ΑΝΑΤ. τμήμα οργάνου του σώματος που διαφοροποιείται (ανατομικά ή/και λειτουργικά) από τα υπόλοιπα μέρη του οργάνου αυτού: αυχενική/ενδοκρινής/εξωκρινής/θωρακική/οσφυϊκή/προστατική ~. Άνω/κάτω ~. Μυελώδης/φλοιώδης ~ επινεφριδίων. ~ της ουρήθρας. 5. ΓΕΩΜ. μονάδα μέτρησης των γωνιών και των τόξων του κύκλου, ίση με το 1/360 της περιφέρειάς του (σύμβ. ° ): ~ γεωγραφικού μήκους/πλάτους. Η ορθή γωνία έχει ενενήντα ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: νόμιμη μοίρα: ΝΟΜ. κληρονομικό μερίδιο που δικαιούται o νόμιμος κληρονόμος ανεξάρτητα από την επιθυμία του κληρονομούμενου, ίσο με το μισό της εξ αδιαθέτου διαδοχής, όταν δεν υπάρχει διαθήκη: ~ ~ ανιόντων/γονέων/κατιόντων/τέκνων. ● ΦΡ.: κλαίω τη μοίρα μου (προφ.): αντιμετωπίζω μοιρολατρικά, και συνήθ. με παράπονα, μια δυσάρεστη κατάσταση: Αντί να κάθεσαι (με σταυρωμένα τα χέρια) και να κλαις ~ σου, κοίτα να βρεις μια λύση! Πβ. μεμψιμοιρώ., παιχνίδι της μοίρας (μτφ.): για τα απρόβλεπτα που αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων: Ένα παράξενο/περίεργο ~ ~ τούς έφερε ξανά κοντά.|| Η μοίρα τούς έπαιξε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι., σε ανώτερη/ήσσονα/ίδια/ίση/καλύτερη/κατώτερη/χειρότερη μοίρα (με κάποιον/κάτι): σε περιπτώσεις σύγκρισης της θέσης ή της κατάστασης προσώπου ή πράγματος με κάποιο(ν) άλλο: Βρίσκομαι/είμαι ~ ~., σε δεύτερη μοίρα: για κάτι που θεωρείται λιγότερο σημαντικό, σε σχέση με κάτι άλλο: Βάζω (κάποιον/κάτι) ~ ~. Έχει αφοσιωθεί στη δουλειά του κι άφησε την οικογένειά του/προσωπική του ζωή ~ ~., το έχει/το 'χει η μοίρα μου: για κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο, που μου συμβαίνει συνεχώς: ~ ~ να μου πηγαίνουν όλα ανάποδα., (κάνω) στροφή 180 μοιρών βλ. στροφή, ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου βλ. ακολουθώ, αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, δεν έχει στον ήλιο μοίρα βλ. ήλιος, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου βλ. άξιος, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, όπου φτωχός κι η μοίρα του βλ. φτωχός, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία [< 1,3: αρχ. μοῖρα 2: μτγν. ~, γαλλ. escadron 5: γαλλ. degré]
μυλωνάςμυ-λω-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή εργάτης μύλου. Βλ. -άς. ● ΦΡ.: από μυλωνάς δεσπότης: για κάποιον που παίρνει τη μια προαγωγή μετά την άλλη σε σύντομο χρονικό διάστημα ή καταλαμβάνει ανώτερη θέση χωρίς να το αξίζει. ΑΝΤ. από δήμαρχος κλητήρας, θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά (παροιμ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακό, με ωραία εξωτερική εμφάνιση, αλλά στην πραγματικότητα ασήμαντο., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι: για να δηλωθεί ότι ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του θέματα, αδιαφορώντας για τις υποθέσεις των άλλων. [< μεσν. μυλωνάς]
οδύρομαι[ὀδύρομαι] ο-δύ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: εκφράζω ψυχική οδύνη, θρηνώ: ~εται για τον πρόωρο χαμό του φίλου του. Πβ. δέρνομαι. ΣΥΝ. ολοφύρομαι ● ΦΡ.: κλαίω και οδύρομαι/χτυπιέμαι: κλαίω γοερά, απαρηγόρητα: ~ει και ~εται για το κακό που έπαθε. [< αρχ. ὀδύρομαι]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ