Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κλαπέτο κλα-πέ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): βοηθητική πέδη με φραγή καυσαερίων σε μεγάλα οχήματα: ~ εξάτμισης. Πβ. βαλβίδα. Βλ. ABS. ● ΦΡ.: μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο βλ. μαγκιά [< γαλλ. clapet]

μαγκιά

μαγκιάμα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μειωτ.) αλαζονική επίδειξη δύναμης ή τόλμης: Άσε/κόψε τις ~ιές, δεν περνάνε σε μένα! Πβ. ζοριλίκι, κουτσαβακ-, λεονταρ-, παλικαρ-ισμός, νταηλίκι, τσαμπουκαλίκι, τσαμπουκάς, ψευτο-μαγκιά, -παλικαριά.|| Ξεκίνησε το κάπνισμα για ~ και στιλ. 2. γενναιότητα, ικανότητα: Έχει τη ~ να παραδέχεται τα σφάλματά του. Πβ. λεβεντιά, παλικαριά.|| Σιγά τη ~! Βλ. καπατσοσύνη. ● ΦΡ.: μαγκιά μου/σου/του ... (αργκό): (επιδοκιμαστικά) καλά έκανα/-ες/-ε ...: ~ του που κατάφερε να κερδίσει! Πβ. μπράβο, συγχαρητήρια., μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο (αργκό): νιώθω υπερβολική ταραχή, κούραση ή έκπληξη: Του έφυγε η ~, όταν είδε το εκκαθαριστικό της εφορείας (: του ήρθε κόλπος/ταμπλάς).|| Μου έχει φύγει η ~ από τη δουλειά αυτές τις μέρες.|| Θα σας φύγει η ~ με τα νέα γκάτζετ/τη νέα τεχνολογία (: θα πάθετε πλάκα)., πουλάω μαγκιά (αργκό): συμπεριφέρομαι προκλητικά: Μη μου πουλάς εμένα ~, γιατί δεν μασάω! Ας μου ~ήσει ~ εμένα και θα τον κανονίσω. Πβ. πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά.

ABS

ABS(το): Σύστημα Αντιεμπλοκής κατά την Πέδηση. [< αγγλ. Antilock Braking System]