Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • κλιπ αρτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κλίπαρτ: ΠΛΗΡΟΦ. γραφικά εικονίδια που παρέχονται έτοιμα από επεξεργαστές κειμένου ή προγράμματα σχεδίασης και συνήθ. εισάγονται σε ηλεκτρονικά κείμενα. [< αγγλ. clip art, 1984]
  • κλιπ<sup>1</sup> ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): βιντεοκλίπ: διαφημιστικό/ηχητικό/μουσικό ~. ● Υποκ.: κλιπάκι1 (το) [< αγγλ. (video) clip, γαλλ. clip, 1982]
  • κλιπ<sup>2</sup> ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: πλαστικό ή μεταλλικό μικροαντικείμενο που μοιάζει συνήθ. με μικρό μανταλάκι ή με συνδετήρα και χρησιμοποιείται για τη στερέωση ή συγκράτηση αντικειμένων: ~ ασφαλείας. ~ γραβάτας/χρημάτων (πβ. πιάστρα). ~ για τα μαλλιά. Σκουλαρίκια με ~ς. ● Υποκ.: κλιπάκι2 & κλιψάκι (το) [< αγγλ. clip]