Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κλοπή κλο-πή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του κλέβω: ~ αρχαίων (πβ. αρχαιοκαπηλία)/αρχειακού υλικού/αυτοκινήτου/έργων τέχνης/κινητού (τηλεφώνου)/λογισμικού/νερού (= νερο~)/πιστωτικής κάρτας/ρεύματος (= ρευματο~)/τσάντας (πβ. αρπαγή)/χρημάτων/χρυσαφικών. ~ πνευματικής ιδιοκτησίας (= λογο~). (Ηλεκτρονική) ~ προσωπικών δεδομένων/στοιχείων λογαριασμού (= υπο~). ~ ή απώλεια διαβατηρίου/ταυτότητας. Θύμα ~ής. ~ με τη μέθοδο της απασχόλησης. Ασφάλεια/κάλυψη (μερικής/ολικής) ~ής. Σύλληψη για ~/με την κατηγορία της ~ής. ~ές, διαρρήξεις και ληστείες. Πβ. κλεψιά, κλέψιμο, ξάφρισμα, σούφρωμα, υπεξαίρεση. Βλ. ζωο~, ιδιοποίηση, μικρο~, υφαρπαγή.|| (ΝΟΜ.) Διακεκριμένη ~. [< αρχ. κλοπή]