Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • κλουβί κλου-βί ουσ. (ουδ.) {κλουβ-ιού} 1. περιφραγμένη κατασκευή με πλέγμα ή κάγκελα, μέσα στην οποία ζουν σε συνθήκες εγκλεισμού ζώα ή πουλιά: ~ για κουνέλια/χάμστερ. ~ εκτροφής. Η ταΐστρα του ~ιού (: σε ~ για πουλιά).|| ~ μεταφοράς σκύλων. Βλ. κλούβα, τεράριουμ. 2. (μτφ.) περιορισμένος χώρος που δίνει την εντύπωση κελιού ή φυλακής: (κ. ως παραθετικό σύνθ.) διαμέρισμα/δωμάτιο-~. Πβ. κουτί. ● Υποκ.: κλουβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσό κλουβί βλ. χρυσός ● ΦΡ.: το κλουβί με τις τρελές/τους τρελούς (μτφ.): χώρος όπου επικρατούν παράλογες καταστάσεις., σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι [< μεσν. κλουβί(ν)]
  • κλουβιάζει κλου-βιά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κλούβια-σε, κλουβιά-σει, -σμένος} & (σπάν.) κλουβιαίνει (προφ.) 1. (μτφ.) αποβλακώνεται, χαζεύει: ~σε το μυαλό του. Πβ. ζαβλακώνω, κουρκουτ-, μπαφ-ιάζω. 2. (για αβγό) αλλοιώνεται, χαλά.
  • κλούβιος , α, ο κλού-βιος επίθ. (προφ.) 1. (για αβγό) αλλοιωμένος, χαλασμένος. Πβ. μπαγιάτικος, τζούφιος. 2. (μτφ.-μειωτ.) αποβλακωμένος, ανόητος: ~ιο: μυαλό. Το ~ιο (= άδειο) του το κεφάλι τα φταίει όλα! 3. (σπανιότ.-μτφ.) χωρίς νόημα ή αντίκρισμα· κενός, στείρος: ~ιες: θεωρίες/υποσχέσεις (: φρούδες). ~ια: λόγια. Πβ. κούφιος. [< σλαβ. kûlvati]

Θηρίο

Θηρίο[ἀγρίμι] α-γρί-μι ουσ. (ουδ.) {αγριμ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. άγριο ζώο και ειδικότ. το αγριοκάτσικο της Κρήτης, κρι-κρι: κυνηγημένο/λαβωμένο/πεινασμένο ~. Σπηλιά ~ιού. ~ια του βουνού/του δάσους/του λόγγου. Βρυχηθμοί/κραυγές ~ιών. Πβ. θηρίο. || Σαν πληγωμένο ~. 2. (μτφ.) άνθρωπος ακοινώνητος, αγροίκος, ατίθασος: Στη φυλακή έγινε ~. Σωστό ~, δεν ακούει κανέναν (: πολύ ζωηρός, για παιδιά). Έχει το βλέμμα ~ιού. ● Υποκ.: αγριμάκι (το) ● ΦΡ.: σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί: για κάποιον που δυσανασχετεί έντονα, που φαίνεται εξαγριωμένος, επειδή αναγκάζεται να μένει περιορισμένος σε έναν χώρο ή αδρανής: Αισθάνεται/κάνει/νιώθει/συμπεριφέρεται ~ ~. [< μεσν. αγρίμιν]

κλούβα

κλούβακλού-βα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλο αστυνομικό όχημα με τη μορφή κλειστού θωρακισμένου φορτηγού για τη μεταφορά συλληφθέντων, κρατουμένων ή ανδρών των ΜΑΤ. 2. μεγάλο κλουβί, συνήθ. για ζώα. 3. κλειστό φορτηγάκι μεταφοράς, συνήθ. φορτίων. Βλ. βαν.

χρυσός

χρυσόςχρυ-σός ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ευγενές μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Au, Ζ 79) λαμπερού κίτρινου χρώματος, που αποτελεί το πολυτιμότερο μέταλλο και χρησιμοποιείται κυρ. στη χρυσοχοΐα: ακατέργαστος/καθαρός/οξειδωμένος/χυτός ~. Κόκκινος/λευκός (πβ. λευκόχρυσος) ~. ~ ... καρατίων. Εργοστάσιο/μεταλλείο/ορυχείο (= χρυσωρυχείο) ~ού. Το βάρος/η καθαρότητα του ~ού. Περιεκτικότητα σε ~ό. Ο ~ τήκεται. Βλ. ασήμι, παλλάδιο, πλατίνα.|| Κοσμήματα από ~ό (= χρυσά· πβ. μάλαμα, χρυσό). Βλ. ψευδόχρυσος.|| (μτφ., για κάτι πολύτιμο:) Πράσινος ~ (: το ελαιόλαδο). 2. ΟΙΚΟΝ. το αντίστοιχο μέταλλο ως χρηματοοικονομικό μέσο: αγορά/διαπραγμάτευση/κέρδη/ρευστοποιήσεις/υπερτίμηση ~ού. Η αξία/κίνηση του ~ού. Επενδύσεις/ισοτιμία/κεφάλαια/συναλλαγές σε ~ό. Στα ύψη ο ~.|| Νομισματικός ~ (: φυλάσσεται σε ράβδους στην κεντρική τράπεζα ενός κράτους και αποτελεί κρατικό περιουσιακό στοιχείο). 3. (κατ' επέκτ.) πλούτος, ακριβά αντικείμενα, πολυτέλεια, χρήματα: Αγαπά τον ~ό (= χρυσάφι). ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος χρυσός: το πετρέλαιο: η τρελή κούρσα του ~ου ~ού. Σε επίπεδα ρεκόρ ο ~ ~. [< αγγλ. black gold, 1910, γαλλ. l'or noire, 1937] , ράβδος χρυσού βλ. ράβδος, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα ● ΦΡ.: ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός/χρυσάφι: ό,τι κάνει στέφεται με μεγάλη επιτυχία, είναι πολύ τυχερός. Πβ. Μίδας., πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό: χρυσοπληρώνω., η σιωπή είναι χρυσός βλ. σιωπή, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός βλ. λάμπω [< αρχ. χρυσός, γαλλ. or, αγγλ. gold]