Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κλωθογυρίζω κλω-θο-γυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (προφ.) 1. στριφογυρίζω επίμονα: ~ει ανήσυχος.|| (μτφ.) ~ει διαρκώς στο μυαλό μου η ιδέα ... 2. (μτφ.) (ανα)μασώ: ~ει γύρω απ' τα ίδια και τα ίδια. Σταμάτα να τα ~εις! [< μεσν. κλωθογυρίζω]