Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κλωθογυρίζω κλω-θο-γυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (προφ.) 1. στριφογυρίζω επίμονα: ~ει ανήσυχος.|| (μτφ.) ~ει διαρκώς στο μυαλό μου η ιδέα ... 2. (μτφ.) (ανα)μασώ: ~ει γύρω απ' τα ίδια και τα ίδια. Σταμάτα να τα ~εις! [< μεσν. κλωθογυρίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.