Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κοιλαδογέφυρα κοι-λα-δο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): γέφυρα πάνω από κοιλάδα, κατασκευασμένη με σκοπό την ένωση δύο ορεινών τμημάτων ή τη συνέχιση οδικού ή σιδηροδρομικού δικτύου. Βλ. οδογέφυρα.

οδογέφυρα

οδογέφυρα[ὁδογέφυρα] ο-δο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): υπερυψωμένη γέφυρα μεγάλου μήκους, η οποία στηρίζεται σε υποστυλώματα και εξασφαλίζει το πέρασμα σιδηροδρομικής γραμμής ή δρόμου πάνω από κοιλάδα, δρόμο ή ποταμό: πέτρινη θολωτή ~. ~ με καμάρες. [< γαλλ. viaduc]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.