Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κοινοτοπία κοι-νο-το-πί-α ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) κοινοτυπία: απόψεις που διατυπώνονται κατ' επανάληψη, με αποτέλεσμα να στερούνται πρωτοτυπίας: η ~ του θέματος/λόγου. Κλισέ και ~ες. Θέσεις που αποτελούν/συνιστούν ~. Βλ. πεζολογία, στερεοτυπία. ΣΥΝ. κοινός τόπος (1) [< γαλλ. lieu commun]

πεζολογία

πεζολογίαπε-ζο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. πεζός λόγος, προφορικός ή γραπτός. 2. (αρνητ. συνυποδ.) λόγος που χαρακτηρίζεται από πεζότητα. Βλ. -λογία. [< μτγν. πεζολογία]