Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κοινωνικός , ή, ό κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοινωνία και τα μέλη της: ~ός: θεσμός/πολιτισμός/ρατσισμός/τομέας/φορέας/χαρακτήρας. ~ή: αλλαγή/αλληλεπίδραση/ανάπτυξη/άνοδος/βελτίωση/διαστρωμάτωση/διαφοροποίηση/ειρήνη/ελίτ/ευημερία/ζωή/ιεραρχία/καταξίωση/κρίση/μειονότητα/οργάνωση/παθογένεια/πραγματικότητα/πρόοδος/προσαρμογή/συμπεριφορά. ~ό: αγαθό/ζήτημα/θέμα/σύνολο/σύστημα. ~οί: δεσμοί/παράγοντες. ~ές: αντιθέσεις/δεξιότητες/εντάσεις/εξελίξεις/συγκρούσεις/συμβάσεις/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: δεδομένα/στρώματα/φαινόμενα. Βλ. ατομικός, ψυχο~.|| Ο άνθρωπος αποτελεί ~ό όν (: έχει την τάση να δημιουργεί κοινωνίες και να ζει σε αυτές). ~ά: έντομα (π.χ. οι μέλισσες). 2. που αναφέρεται ή στοχεύει στη βελτίωση της ζωής σε μια κοινωνία: ~ός: εθελοντισμός/σχεδιασμός/φιλελευθερισμός/χάρτης (: που περιέχει τα θεμελιώδη ~ά δικαιώματα των εργαζομένων). ~ή: απασχόληση/ατζέντα/βοήθεια/δράση/έρευνα/ευαισθητοποίηση/μέριμνα/νομοθεσία/προσφορά/συνεισφορά/υγεία/φροντίδα. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/πρόγραμμα. ~οί: αγώνες. ~ές: κατακτήσεις/παροχές/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: μέτρα. Δίκτυο ~ής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών. Ευρωπαϊκό ~ό Ταμείο (ακρ. ΕΚΤ). Τμήμα ~ής Διοίκησης/Εργασίας. Ο ~ ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης.|| (για τη στήριξη ευπαθών ομάδων) ~ό: ιατρείο/παντοπωλείο/φαρμακείο. 3. (για πρόσ.) που έχει πολλές (κοινωνικές) συναναστροφές ή που χαρακτηρίζεται από τάση και επιθυμία για γνωριμία με άλλους ανθρώπους: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Είναι πολύ ~, κάνει πολύ εύκολα φίλους. Πβ. κοσμικός. ΣΥΝ. εξωστρεφής ΑΝΤ. ακοινώνητος (1), αντικοινωνικός (2), απόμακρος (2), μονόχνοτος 4. που αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα ή/και προβλήματα: ~ή: (τηλεοπτική) σειρά/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα/σίριαλ. Μήνυμα ~ού περιεχομένου. ● Ουσ.: κοινωνικά (τα): (στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο) στήλη με αγγελίες γεννήσεων, γάμων, θανάτων ή άλλων κοινωνικών γεγονότων. ● επίρρ.: κοινωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός/αποκλεισμένος/απομονωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση & σόσιαλ μίντια: ΔΙΑΔΙΚΤ. τρόπος διαδραστικότητας που επιτρέπει στους χρήστες να επικοινωνούν εικονικά, να δημιουργούν περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να το μοιράζονται με άλλους χρήστες: ιστότοποι/κοινότητες/μέσα/πλατφόρμες/υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα/μέσα (βλ. ίνσταγκραμ, τουίτερ, φέισμπουκ). Βλ. ιμέιλ, τσατ. [< αγγλ. social networking, 1998, social media, 2004] κοινωνικές επιστήμες: που έχουν ως αντικείμενο τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία των (ανθρώπινων) κοινωνιών καθώς και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Βλ. ανθρωπο-, κοινωνιο-, ψυχο-λογία., κοινωνική δικαιοσύνη: ισότητα μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (στην οικονομία, τη μόρφωση)· ειδικότ. η κατανομή των υλικών αμοιβών με βάση ηθικές και κοινώς αποδεκτές αρχές: αγώνας για ~ ~. Πολιτική ~ής ~ης, κοινωνική δομή: η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης μιας κοινωνίας (με θεσμούς, οικονομικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις): η ~ ~ μιας αρχαιοελληνικής πόλης/της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας/ενός ευρωπαϊκού κράτους., κοινωνική εργασία 1. εφαρμοσμένη επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών με στόχο την κοινωνική ευημερία· συνεκδ. το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού: Τμήμα ~ής ~ας. 2. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης στα πλαίσια της εναλλακτικής θητείας και γενικότ. κάθε εθελοντική εργασία που παρέχεται συνήθ. σε νοσοκομεία, κοινωφελή ιδρύματα και φυλακές., κοινωνική θέση: η θέση ενός ατόμου ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας με βάση τον κοινωνικό ρόλο που έχει ή σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά κριτήρια (π.χ. οικονομική κατάσταση, επάγγελμα, μόρφωση): υψηλή/χαμηλή ~ ~. Η ~ ~ της γυναίκας σήμερα., κοινωνική κινητικότητα: η μεταβολή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του (π.χ. ένας φτωχός που γίνεται πλούσιος και αντίστροφα). [< αγγλ. social mobility, 1927] , κοινωνική συνείδηση: το ενδιαφέρον για τα προβλήματα της κοινωνίας και των μελών της, που συχνά συνοδεύεται από ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους., κοινωνική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ψυχοκοινωνιολογία. Βλ. δυναμική της ομάδας. [< αγγλ. social psychology] , κοινωνικοί εταίροι : ΠΟΛΙΤ. (κυρ. για συλλογικές διαπραγματεύσεις) οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή συχνότ. οι εκπρόσωποί τους: εθνικοί/Ευρωπαίοι ~ ~. Οικονομικοί και ~ ~. Διάλογος με ~ούς ~ους. Βλ. συνομιλητής., κοινωνικοί κανόνες: που περιέχουν πρότυπα αποδεκτής από την κοινωνία συμπεριφοράς και δράσης: άγραφοι ~ ~., κοινωνικός διάλογος: που γίνεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων για την επίλυση εργασιακών ζητημάτων: ~ ~ για την προώθηση της απασχόλησης., κοινωνικός τουρισμός: κρατικός θεσμός με τον οποίο παρέχονται φτηνές ή δωρεάν διακοπές σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων (οικονομικά ασθενείς, άτομα με ειδικές ανάγκες): εσωτερικός/ευρωπαϊκός ~ ~. Δελτίο/εισιτήρια/πρόγραμμα ~ού ~ού. ~ ~ για αγρότες/για την τρίτη ηλικία., (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη, κοινωνικές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κοινωνικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, κοινωνική αλληλεγγύη βλ. αλληλεγγύη, κοινωνική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, κοινωνική ανισότητα βλ. ανισότητα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κοινωνική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, κοινωνική ασφάλιση βλ. ασφάλιση, κοινωνική ένταξη βλ. ένταξη, κοινωνική μητέρα βλ. μητέρα, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία, κοινωνική ομάδα βλ. ομάδα, κοινωνική πολιτική βλ. πολιτική, κοινωνική πρόνοια βλ. πρόνοια, κοινωνική προστασία βλ. προστασία, κοινωνική συνοχή βλ. συνοχή, κοινωνική τάξη βλ. τάξη, κοινωνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, κοινωνικό κράτος βλ. κράτος, κοινωνικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, κοινωνικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, κοινωνικό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, κοινωνικό φύλο βλ. φύλο, κοινωνικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, κοινωνικός αυτοματισμός βλ. αυτοματισμός, κοινωνικός δαρβινισμός βλ. δαρβινισμός, κοινωνικός έλεγχος βλ. έλεγχος, κοινωνικός ιστός βλ. ιστός, κοινωνικός λειτουργός βλ. λειτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός, λαϊκή/κοινωνική συναίνεση βλ. συναίνεση [< αρχ. κοινωνικός, γαλλ. social, sociable]

αγωγή

αγωγή[ἀγωγή] α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική διαδικασία για την ψυχική, πνευματική μόρφωση και σωματική διάπλαση του ανθρώπου, εκπαίδευση, κατάρτιση σε ένα ορισμένο αντικείμενο ή ανατροφή: αισθητική/διαπολιτισμική/εικαστική/ελληνική/επαγγελματική/ηθική/θεατρική/θρησκευτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/μουσειακή/πολυπολιτισμική/προγεννητική (: προετοιμασία για τον γονεϊκό ρόλο)/προσχολική/στρατιωτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υποχρεωτική/χριστιανική ~. ~ νου και ψυχής (πβ. γαλούχηση). ~ του καταναλωτή. Προβλήματα ~ής και παιδείας (πβ. διαπαιδαγώγηση).|| (για άνθρωπο:) με/χωρίς ~ (: με καλή ανατροφή/ανάγωγος). Έχει λάβει ~/στερείται ~ής από το σπίτι. Έδωσε καλή ~ στα παιδιά του. Βλ. δι~. 2. ΝΟΜ. αίτηση δικαστικής προστασίας με σκοπό την ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος και συνεκδ. το έγγραφο με το οποίο υποβάλλεται η ανωτέρω αίτηση (το δικόγραφό της): δικαστική/ένδικη/ποινική ~. ~ διαζυγίου/έξωσης (λόγω ιδιοχρησίας). ~ για ηθική βλάβη/καταβολή αποζημίωσης/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος (κάποιου). Ασκώ/εγείρω/κάνω (πβ. ενάγω)/καταθέτω/κινώ/προβαίνω σε/προχωρώ σε/υποβάλλω ~. Απορρίπτεται/γίνεται δεκτή/κοινοποιείται/συζητείται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η ~. Αξίωσε με ~ την αναγνώριση της πατρότητας. Βλ. αναφορά, αντ~, καταγγελία, μήνυση, προσ~. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας: αντιβιοτική/αντιμικροβιακή/αντιπηκτική/εναλλακτική/θεραπευτική/ιατροφαρμακευτική/παρηγορητική/προληπτική/συντηρητική/φαρμακευτική ~. ~ για αντιμετώπιση επιπλοκών/οστεοπόρωση/υπέρταση. Ο γιατρός όρισε ~ με δίαιτα/φάρμακα. Πβ. θεραπεία, κούρα. 4. ΦΥΣ. μετάδοση ενέργειας μέσα από ένα υλικό μέσο: ~ ηλεκτρισμού/θερμότητας. Βλ. αγώγιμος, εισ~, εξ~, περι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας: ΝΟΜ. που ασκεί κάποιος εναντίον δικαστικού λειτουργού ή δικηγόρου για ζημία σε βάρος του, λόγω αμέλειας ή παραδρομής κατά την άσκηση των καθηκόντων του: Δικαστήριο Αγωγών ~., αγωγή του πολίτη & Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή: σχολικό μάθημα και βιβλίο που αναφέρεται στη λειτουργία της κοινωνίας και τη διοίκηση των δήμων, καθώς και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών., αγωγή υγείας: δραστηριότητα που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης σε θέματα υγείας: προγράμματα ~ής ~ στα σχολεία., γλωσσική αγωγή: που στοχεύει στην καλλιέργεια της γλώσσας και συγκεκριμένα του προφορικού λόγου, της ακρόασης, της ανάγνωσης και της γραφής: ~ ~ στο νηπιαγωγείο. Αξιοποίηση των υπολογιστών στη ~ ~., ειδική αγωγή/εκπαίδευση: αγωγή ατόμων που αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό διανοητικά, σωματικά, κοινωνικά ή συναισθηματικά από αυτόν που θεωρείται φυσιολογικός: ~ ~ κωφών. ~ ~ και αυτισμός. [< αγγλ. special education, 1921] , κυκλοφοριακή αγωγή: που αποσκοπεί στην εκμάθηση της σωστής οδικής κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών: ~ ~ παιδιών ηλικίας ως δώδεκα ετών., περιβαλλοντική αγωγή: διαδικασία που οδηγεί στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στάσεων απαραίτητων για την κατανόηση και την εκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τον πολιτισμό του και το βιοφυσικό περιβάλλον και κυρ. την προστασία του τελευταίου: οικολογική παιδεία και ~ ~. Βιώσιμη ανάπτυξη με την ~ ~. Ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα ~ής ~ής. [< αγγλ. environmental education] , πολιτική αγωγή: ΝΟΜ. (σε ποινικό δικαστήριο) αξιώσεις αστικής φύσεως (για αποζημίωση, αποκατάσταση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), όπως και ποινικές, οι οποίες προκύπτουν από έγκλημα· ειδικότ. ο παθών ή κυρ. καταχρ. ο δικηγόρος του παθόντος: Ο εκπρόσωπος/ο συνήγορος της ~ής ~ής. Οι συγγενείς των θυμάτων μπορούν να παραστούν στο δικαστήριο ως ~ ~., σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση: που έχει ως στόχο την εξοικείωση με τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου, με θέματα ανατομίας και υγιεινής και την ενημέρωση σχετικά με την αντισύλληψη και την αναπαραγωγή: ~ ~ στα σχολεία. Διαφυλικές σχέσεις/έφηβοι και ~ ~. [< αγγλ. sex(ual) education, 1920, γαλλ. éducation sexuelle] , φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή: σύνολο κινητικών και αισθητικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στη βιολογική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και την καλλιέργεια της συνεργασίας, της ομαδικότητας και της πειθαρχίας, γυμναστική· ειδικότ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα: ~ ~ των νέων/στο σχολείο. Βλ. αθλητισμός.|| Διδάσκω/σπούδασε ~ ~. [< αγγλ. physical education] , αναγνωριστική αγωγή βλ. αναγνωριστικός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, διεκδικητική αγωγή βλ. διεκδικητικός, καταψηφιστική αγωγή βλ. καταψηφιστικός, ρυθμική αγωγή βλ. ρυθμικός ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου βλ. κλήρος [< 1: αρχ. ἀγωγή, 2: μτγν. 3: γαλλ. procès, 4: αγγλ. conduction]

αλληλεγγύη

αλληλεγγύη[ἀλληλεγγύη] αλ-λη-λεγ-γύ-η ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συνείδηση αμοιβαιότητας, συνήθ. ανάμεσα στα μέλη ενός συνόλου, η οποία οδηγεί στην ηθική υποχρέωση παροχής βοήθειας· κατ' επέκτ. αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη: διεθνής/έμπρακτη/επαγγελματική/εργατική/κοινοτική (: μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/πολιτική/συναδελφική/χριστιανική ~. Ανθρωπιά και ~. Η ~ ανάμεσα στους λαούς/(μεταξύ) των ανθρώπων (πβ. συνοχή). ~ ενάντια στον ρατσισμό. Κίνημα/μήνυμα/πνεύμα/πράξη ~ης (πβ. αδελφικ-, συντροφικ-ότητα). Ταμείο ~ης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (: για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών). Εισφορά/καλάθι/κουμπαράς/φόρος ~ης. Εκδήλωση σε ένδειξη ~ης προς τους πληγέντες/στους πρόσφυγες. Δείχνω/εκφράζω την ~ μου προς/σε κάποιον (πβ. συμπαράσταση). (Δεν) έχουν/υπάρχει ~ μεταξύ τους. 2. ΝΟΜ. νομική σχέση που προσδίδει σε μια υποχρέωση τον χαρακτήρα της αμοιβαιότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική αλληλεγγύη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σχέσεις και δεσμοί αμοιβαίας στήριξης και συμπαράστασης που αναπτύσσουν τα μέλη μιας κοινωνίας και ο βαθμός ενσωμάτωσής τους μέσα στο σύνολο: Κοινοτικό πρόγραμμα για την απασχόληση και την ~ ~. (Εθνικό) Κέντρο/πολιτική/(Ειδικό) Ταμείο ~ής ~ης. Επίδομα ~ής ~ης Συνταξιούχων (= ΕΚΑΣ). Βλ. ΕΚΚΑ. [< γαλλ. solidarité sociale] , απεργία αλληλεγγύης βλ. απεργία, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία [< μτγν. ἀλληλεγγύη ‘αμοιβαία εγγύηση’, γαλλ. solidarité]

ανθρωπο- & ανθρωπό- & ανθρωπ-

ανθρωπο- & ανθρωπό- & ανθρωπ-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών με αναφορά στον άνθρωπο: ανθρωπο-ειδής. Ανθρωπό-μορφος.|| Aνθρωπο-γεωγραφία/~θάλασσα/~μήνας.

ανθρωπολογία

ανθρωπολογία[ἀνθρωπολογία] αν-θρω-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμη που μελετά το ανθρώπινο είδος και ειδικότ. τα φυσικά του χαρακτηριστικά, την προέλευση, την κατανομή του σε φυλές, τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές σχέσεις του και τον πολιτισμό του: αστική/δομική/εξελικτική/ιατρική/ιστορική/οικολογική (: εξετάζει τη σχέση κοινωνίας και περιβάλλοντος)/οικονομική (: μελετά τη σχέση ανθρώπου και οικονομικού συστήματος)/παιδαγωγική/πολιτική (: ερευνά το φαινόμενο της πολιτικής εξουσίας)/συμβολική/φιλοσοφική (: διερευνά την ουσία του ανθρώπου, τη θέση του στο Σύμπαν, τη συμπεριφορά του στο περιβάλλον) ~. (H) ~ της εκπαίδευσης/των φύλων/του χορού. Βλ. -λογία, παλαιο~. 2. ΘΕΟΛ. τομέας της χριστιανικής θεολογίας που εξετάζει τη γένεση, τη φύση και το μέλλον του ανθρώπου σε σχέση με τον Θεό: ορθόδοξη/πατερική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ανθρωπολογία: επιστημονικός κλάδος που μελετά τις δομές των απλών, μη βιομηχανικών, πολιτισμών και κοινωνιών. ΣΥΝ. εθνολογία, πολιτισμική ανθρωπολογία & πολιτιστική ανθρωπολογία: εξετάζει τους ανθρώπινους πολιτισμούς με μεγαλύτερη έμφαση στις κοινωνικές δομές, τη γλώσσα, τους νόμους, την πολιτική, τη θρησκεία, την τέχνη και την τεχνολογία. [< αγγλ. cultural anthropology, γαλλ. anthropologie culturelle] , φυσική ανθρωπολογία: ερευνά την καταγωγή, τις ποικιλίες και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Βλ. ανθρωπομετρία. ΣΥΝ. ανθρωποβιολογία [< γαλλ. anthropologie physique] [< γερμ. Anthropologie, γαλλ. anthropologie]

ανισότητα

ανισότητα[ἀνισότητα] α-νι-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ανισοτήτ-ων} 1. έλλειψη ισότητας: οικονομική/ταξική/φορολογική ~. Εισοδηματικές/μισθολογικές/περιφερειακές ~ες. ~ ευκαιριών/των δύο φύλων. ~ στην εκπαίδευση/εργασία. ~ εις/σε βάρος των ... Άμβλυνση/άρση/διεύρυνση/καταπολέμηση των ~ων. Μάχη ενάντια στη φτώχεια και την ~. Πβ. ανισο-μέρεια, -ρροπία, -σκέλεια. 2. ΜΑΘ. σχέση μεταξύ δύο ποσοτήτων (αριθμών ή μεταβλητών) που συνδέονται με τα σύμβολα ">", "<" ή "≠", τα οποία σημαίνουν "μεγαλύτερο από", "μικρότερο από" ή "διάφορο του" αντίστοιχα (π.χ. 4 > 3, x < 5, y ≠ 2): αλγεβρικές/γεωμετρικές/τριγωνομετρικές ~ες. Πβ. ανίσωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ανισότητα: άνιση κατανομή των κοινωνικών αγαθών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων: ~ ~ και κοινωνικός αποκλεισμός. [< γαλλ. inégalité sociale] [< αρχ. ἀνισότης, γαλλ. inégalité]

αντίληψη

αντίληψη[ἀντίληψη] α-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, γνώμη, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κατανοεί κάτι: αισιόδοξη/αποδεκτή/επαναστατική/εσφαλμένη/ηθική/κυρίαρχη/λαϊκή/μοντέρνα/οικολογική/παιδαγωγική/προοδευτική/τεχνοκρατική/φιλελεύθερη ~. Αναχρονιστικές/θρησκευτικές/ξεπερασμένες/παραδοσιακές/προσωπικές ~ήψεις (= εκτιμήσεις, κρίσεις). Αναθεωρώ/διαμορφώνω/καλλιεργώ/ξεπερνώ μια ~. Έχω την ~ (= νομίζω)/υπάρχει η ~ ότι/πως ... Έχουν τις ίδιες/κοινές ~ήψεις για .../περί ... Σύμφωνα με την επικρατούσα/καθιερωμένη ~ ... Οι ~ήψεις της εποχής εκείνης διαφέρουν από τις σημερινές. Βλ. αυτο~, συν~. 2. σύνθετη νοητική λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση, συνείδηση της πραγματικότητας είτε με τις αισθήσεις (ερεθίσματα) είτε με τη λογική· το αποτέλεσμά της: αισθησιακή/αισθητήρια/αισθητική/απτική/μουσική/οξεία/οπτική/ταχεία ~. ~ του κόσμου (= κοσμο~)/του πόνου (= αίσθημα, αίσθηση)/του χρόνου/των χρωμάτων (βλ. δαλτονισμός)/του χώρου. ~ και φαντασία. Η ικανότητα/τα όρια/το πεδίο/η ψυχολογία (βλ. γνωστική ψυχολογία) της ~ης. Άτομα μειωμένης ~ης (πβ. ευφυΐα, νοημοσύνη). Έχω καθαρή/ξεκάθαρη/σαφή ~ (= γνώση, επίγνωση) της κατάστασης/του προβλήματος/του τι μου συμβαίνει. Δεν έχει απόλυτη ~ του περιβάλλοντός της. Βλ. νοημοσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική αντίληψη: ΝΟΜ. ειδικό νομικό καθεστώς που αφορά ορισμένες κατηγορίες προσώπων (σωματικά ή πνευματικά ανάπηρους, με συνήθεια μέθης, τοξικομανία), βάσει του οποίου ορίζεται από το δικαστήριο δικαστικός αντιλήπτορας για τις πράξεις τους. Βλ. επιμέλεια, επιτροπεία, κηδεμονία., κοινωνική αντίληψη & δημόσια αντίληψη: βοήθεια που παρέχεται από το κράτος, φιλανθρωπικά ιδρύματα ή άλλους οργανισμούς και υπηρεσίες σε άτομα με βιοτικές ή άλλες ανάγκες: πρόνοια και ~ ~., ακουστική αντίληψη βλ. ακουστικός, οπτική αντίληψη βλ. οπτικός, υπεραισθητική αντίληψη βλ. υπεραισθητικός ● ΦΡ.: εξ ιδίας αντιλήψεως & έχω ιδίαν αντίληψη (λόγ.): από προσωπική γνώμη, άποψη ή εμπειρία: Γνωρίζει την κατάσταση εξ ιδίας ~.|| Έχει ιδίαν ~ για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν., πέφτει στην αντίληψή μου & (λόγ.) υποπίπτει στην αντίληψή μου: γίνεται αντιληπτό από μένα: Δεν (υπ)έπεσε κάτι ύποπτο ~ ~. [< γαλλ. tomber sous mon sens] [< μτγν. ἀντίληψις, γαλλ. perception, conception]

αποκλεισμός

αποκλεισμός[ἀποκλεισμός] α-πο-κλει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απαγόρευση εισόδου, εξόδου, διέλευσης, διακοπή της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο: δίωρος/συμβολικός ~ της κυκλοφορίας από τους αγρότες (πβ. μπλόκο). ~ του λιμένα/της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ της περιοχής από τους αστυνομικούς (βλ. περικύκλωση). Πβ. κλείσιμο, μπλοκάρισμα.|| ~ των ορεινών χωριών από την κακοκαιρία.|| Γεωγραφικός ~ του νησιού. Βλ. άγονη γραμμή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναδυόμενων παραθύρων. 2. στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής, εξαίρεση: αδικαιολόγητος/αυθαίρετος ~. Οικονομικός (πβ. εμπάργκο)/πολιτικός/σχολικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. ~ υποψηφίου από τις εξετάσεις (πβ. κόψιμο).|| (ΑΘΛ.) Οριστικός/προσωρινός ~ από τους αγώνες. Του επιβλήθηκε ~ ενός χρόνου για χρήση αναβολικών (: ως ποινή). ~ της ομάδας από τον τελικό (: λόγω ήττας). 3. ΣΤΡΑΤ. (σε περίοδο πολέμου) παρεμπόδιση από εχθρική δύναμη της επικοινωνίας μιας περιοχής με άλλες, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα ανεφοδιασμού: αεροπορικός/ηπειρωτικός/θαλάσσιος/ναυτικός/στρατιωτικός/χερσαίος ~. ~ των λιμανιών/της πόλης. ~ από τον στόλο/στρατό. ~ από αέρος/θαλάσσης/ξηράς. Τα πλοία (δι)έσπασαν τον ~ό. Πβ. πολιορκία. 4. απόρριψη πιθανότητας: ~ του ενδεχόμενου να παραιτηθεί. ~ κάθε σκέψης για ανακωχή.|| ~ ευθύνης για ζημίες. 5. ΙΑΤΡ. διαταραχή των διεγέρσεων που προκαλούν τις συστολές της καρδιάς· απόφραξη, αναισθησία μιας περιοχής: καρδιακός/κολποκοιλιακός ~.|| Παρασπονδυλικός ~. ~ νεύρων. ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαίος αποκλεισμός: ΠΛΗΡΟΦ. συνθήκη που εμποδίζει την παράλληλη εκτέλεση κρίσιμων τμημάτων δύο διεργασιών: ~ ~ με χρήση λογισμικού. [< αγγλ. mutual exclusion] , ανταγωνιστικός αποκλεισμός: ΟΙΚΟΛ. αδυναμία συνύπαρξης επ’ αόριστον δύο ειδών στην ίδια οικοθέση λόγω περιορισμένων πόρων, με αποτέλεσμα τον αφανισμό ή την απομάκρυνσή τους. || (ΒΙΟΧ.). ~ ~ παθογόνων μικροοργανισμών. [< αγγλ. competitive exclusion] , εμπορικός αποκλεισμός: ΟΙΚΟΝ. διακοπή των εμπορικών συναλλαγών μιας ή περισσότερων χωρών με άλλη, κυρ. για πολιτικούς λόγους: ~ ~ (κατά) της .../μεταφορών (Διεθνούς δικτύου). Ήρθη (εντελώς) ο ~ ~. Αποφασίστηκε/επιβλήθηκε ~ ~ στις εισαγωγές προϊόντων από ... Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή/ο ΟΗΕ απείλησε την ... με ~ό ~ό. Πβ. μποϊκοτάζ. ΣΥΝ. εμπάργκο (1), κοινωνικός αποκλεισμός & κοινωνική απομόνωση : περιθωριοποίηση ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων: ~ ~ μεταναστών/τοξικομανών/τσιγγάνων/ψυχικά άρρωστων. Άτομα που υφίστανται ~ό ~ό. Βλ. γκετοποίηση. ΑΝΤ. ενσωμάτωση, κοινωνική ένταξη [< μτγν. ἀποκλεισμός, γαλλ.-αγγλ. exclusion 3: γαλλ. blocus 5: αγγλ. block]

ασφάλεια

ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~.ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]

ασφάλιση

ασφάλιση[ἀσφάλιση] α-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. σύναψη σύμβασης για την αποζημίωση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο σε περίπτωση ασθενείας ή άλλου περιστατικού: θαλάσσια/ιδιωτική/ταξιδιωτική ~. ~ αναπηρίας/ανεργίας/ανικανότητας/αστικής ευθύνης/γήρατος/ζωής/σύνταξης/υγείας. Ομαδική ~ εργαζομένων. ~ ιατροφαρμακευτικής/νοσοκομειακής περίθαλψης. ~ εργατικών ατυχημάτων. Τεχνικές ~ίσεις. ~ίσεις κατά ζημιών.|| ~ κατοικιών/οχημάτων/περιουσίας/σκαφών. ~ πυρός και σεισμού. Μεσίτης ~ίσεων (βλ. ασφαλειομεσίτης).|| (για μείωση πιστωτικού κινδύνου των επιχειρήσεων:) ~ πιστώσεων. Πβ. ασφάλεια. Βλ. αλληλ~, αντ~, αυτ~, δι~, συν~, υπ~, υπερ~. 2. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτειακός θεσμός που καλύπτει υπό όρους τους εργαζομένους και γενικότ. τα άτομα που έχουν ανάγκη σε θέματα υγείας, τοκετού, ατυχημάτων, σύνταξης: διαδοχική (: σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς λόγω ανάληψης άλλης εργασίας ή άσκησης άλλου επαγγέλματος)/κρατική ~. Παράλληλη ~ (: ταυτόχρονη ~ σε δύο ασφαλιστικούς φορείς). Κύρια και επικουρική ~. Χρόνος ~ης. Δικαίωμα στην ~. 3. ενεργοποίηση μηχανισμού ασφαλείας: συναγερμός με αυτόματη ~ θυρών. ΑΝΤ. απασφάλιση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ασφάλιση: που παρέχεται από το κράτος σε διάφορες κατηγορίες πολιτών, όπως ανέργους και ηλικιωμένους: δημόσια ~ ~. Δίκαιο/κάρτα/αριθμός μητρώου/σύστημα/φορείς ~ής ~ης. Ίδρυμα ~ών ~ίσεων (ακρ. ΙΚΑ). Πβ. κοινωνική ασφάλεια. Βλ. Η.ΔΙ.Κ.Α. [< αμερικ. Social Security, 1935, γαλλ. sécurité sociale, 1945] [< μεσν. ασφάλισις 'εξασφάλιση', γαλλ. assurance, sécurité]

ατομικός

ατομικός, ή, ό [ἀτομικός] α-το-μι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο άτομο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: (ΣΤΡΑΤ.) οπλισμός (: του κάθε στρατιώτη)/φάκελος (μαθητή/υπαλλήλου). ~ή: ασφάλεια/δράση/έκθεση/επιλογή/επιχείρηση/εργασία/θέρμανση (= αυτόνομη)/πίτσα/προσπάθεια/πρωτοβουλία/σύμβαση/συσκευασία/χρήση/ψυχοθεραπεία. ~ό: βιβλιάριο/δελτίο (υγείας). ~ές: δαπάνες/ελευθερίες. ~ά: στοιχεία. Σε ~ή βάση. Σε ~ό επίπεδο. ~ές διαφορές στη μάθηση. ~ά και κοινωνικά δικαιώματα. Βλ. ενδο~, υπερ~. ΣΥΝ. ιδιαίτερος (1), προσωπικός (1) ΑΝΤ. ομαδικός (2), συλλογικός 2. ΑΘΛ. που αφορά μόνο έναν ή συγκεκριμένο αθλητή: ~ή: διάκριση/επίδοση/προπόνηση. ~ό: άθλημα/παιχνίδι. Κάθε χρόνο βελτιώνει το ~ό της ρεκόρ. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στο άτομο της ύλης ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: φυσική. ~ό: εργοστάσιο. ~ό: ρολόι (καισίου). Πβ. πυρηνικός. Βλ. μονο~, δι~, τρι~, πολυ~.|| (ΦΥΣ.-ΑΣΤΡΟΝ.) Διεθνής ~ χρόνος. ● επίρρ.: ατομικά ● ΣΥΜΠΛ.: ατομικά όπλα: πυρηνικά όπλα., ατομική βόμβα 1. βόμβα από ραδιενεργή ύλη με ισχύ που παράγεται από τη διάσπαση του ατόμου: ~ ~ ουρανίου/πλουτωνίου. Δοκιμή/κατοχή/ρίψη ~ής ~ας. ~ές ~ες και βόμβες υδρογόνου. ~ ~ πολλών μεγατόνων. Πβ. όπλα μαζικής καταστροφής. ΣΥΝ. πυρηνική βόμβα 2. (μτφ.) συνταρακτική πληροφορία ή εξέλιξη: Η είδηση έσκασε σαν ~ ~. [< αγγλ. atom(ic) bomb, 1914, γαλλ.  bombe atomique, 1945] , ατομική ενέργεια 1. ΑΘΛ. (σε ομαδικό άθλημα) ενέργεια που γίνεται αποκλειστικά από έναν παίκτη: Πέτυχε το νικητήριο γκολ με ~ ~. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνική ενέργεια. [< 2: αγγλ. atomic energy, 1922] , ατομική θεωρία (η): ΦΙΛΟΣ. ατομοκρατία, ατομισμός., ατομική μάζα & σχετική ατομική μάζα: ΧΗΜ. η σχέση της μάζας του ατόμου ενός στοιχείου ως προς το δωδέκατο της μάζας του ατόμου του άνθρακα 12. [< γαλλ. masse atomique] , ατομικό βάρος: ΧΗΜ. η μάζα του ατόμου ενός στοιχείου υπολογισμένη σε μονάδες ατομικής μάζας. [< γαλλ. poids atomique] , ατομικός αριθμός (σύμβ. Z): ΧΗΜ. ο αριθμός των πρωτονίων του πυρήνα του ατόμου ενός χημικού στοιχείου που δηλώνει και τη θέση του στο περιοδικό σύστημα: ~ ~ του νατρίου/ουρανίου/πυριτίου. [< γαλλ. nombre/numéro atomique] , μονάδα ατομικής μάζας: ΧΗΜ. μονάδα που ισούται με το 1/12 της μάζας του ατόμου του άνθρακα 12. [< αγγλ. atomic mass unit, 1955] , σύνθετο ατομικό: ΑΘΛ. σύνολο αγωνισμάτων της ρυθμικής ή ενόργανης γυμναστικής, στα οποία διαγωνίζεται ένας αθλητής και νικητής αναδεικνύεται εκείνος που συγκεντρώνει το υψηλότερο άθροισμα στη συνολική βαθμολογία του: ~ ~ ανδρών/γυναικών/κορασίδων/νεανίδων/παίδων., ατομική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, ατομικό καλοριφέρ βλ. καλοριφέρ, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο [< 1,2: γαλλ. individuel, personnel 3: γαλλ. atomique, αγγλ. atomic]

αγροτ

αγροτ[αὐτοματισμός] αυ-το-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματη εκτέλεση λειτουργίας και κατ' επέκτ. μηχανισμός που λειτουργεί αυτόματα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση: ηλεκτρονικός/πλήρης ~. Ηλεκτρικοί/ιατρικοί/υδραυλικοί/ψηφιακοί ~οί. ~ γραφείου/διαχείρισης/επιχειρήσεων (με χρήση Η/Υ)/μηχανημάτων/της παραγωγής/σπιτιού/υπηρεσιών. ~ στα κτίρια και τη βιομηχανία/στο σύστημα ασφαλείας. Ρομποτική/τηλεματική και ~. ~οί γκαράζ/θέρμανσης/θυρών (οροφής)/ψύξης. ~οί για αρδεύσεις/θερμοκήπια. 2. ΙΑΤΡ. ακούσια, ασυνείδητη εκτέλεση κινήσεων· λειτουργία οργάνου χωρίς τη μεσολάβηση του κεντρικού νευρικού συστήματος. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός αυτοματισμός: διχασμός, συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που συνήθ. προκαλούνται σκόπιμα με σκοπό τον αποπροσανατολισμό τους: ενεργοποίηση/υποδαύλιση του ~ού ~ού. Η αντιλαϊκή τακτική του ~ού ~ού. Κινητοποιήσεις, απεργίες και ~ ~. ~οί ~οί απεργοσπαστών. Βλ. κοινωνικός διάλογος. [< πβ. αρχ. αὐτοματισμός 'τύχη', αγγλ. automation, 1912, γαλλ. ~, 1955, γαλλ. automatisme, αγγλ. automatism]

δαρβινισμός

δαρβινισμόςδαρ-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. η θεωρία του Δαρβίνου για την προέλευση και εξέλιξη των βιολογικών ειδών μέσω της φυσικής επιλογής. Βλ. νεο~, γενετική, θεωρία της εξέλιξης, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός δαρβινισμός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία που ερμηνεύει την υπερίσχυση των ισχυρότερων κοινωνικών ομάδων με αναγωγή στους βιολογικούς νόμους της δαρβινικής εξέλιξης. Βλ. κοινωνιοβιολογία, ρατσισμός, το δίκαιο του ισχυρότερου. [< αγγλ. social darwinism, 1877] [< αγγλ. Darwinism, 1860, γαλλ. darwinisme]

δυναμική

δυναμικήδυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) σύνολο δυνάμεων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους σε ένα ευρύτερο σύστημα και οδηγούν σε θετικές εξελίξεις: η ~ της αγοράς/του διαδικτύου (= οι δυνατότητες). Η ~ της ιστορίας. 2. ΦΥΣ. (κ. με κεφαλ. Δ) κλάδος της Μηχανικής που έχει ως αντικείμενο την κίνηση των σωμάτων σε σχέση με τις δυνάμεις που την προκαλούν: οι νόμοι της ~ής. Βλ. αερο~, βιο~, γεω~, ηλεκτρο~, κινηματική, ρευστο~, υδρο~. ΑΝΤ. στατική 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. οι διαδικασίες και δυνάμεις που οδηγούν στη διαμόρφωση, την εξέλιξη, τη μεταβολή ομάδας, κοινότητας ή κοινωνίας. Βλ. εμψύχωση. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμική της ομάδας ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.: τομέας της ψυχοκοινωνιολογίας που μελετά τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων σε μία μικρή κοινωνική ομάδα. [< αγγλ. group dynamics, 1939] , δυναμική (των) πληθυσμών βλ. πληθυσμός [< γαλλ. dynamique]

έλεγχος

έλεγχος[ἔλεγχος] έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) {ελέγχ-ου | -ων} 1. εξέταση προσώπων, πραγμάτων, δεδομένων, διαδικασιών με στόχο την εξακρίβωση της εγκυρότητας, της λειτουργίας, της ισχύος, της ορθότητας ή της νομιμότητάς τους· συνεκδ. η αρμόδια υπηρεσία: αιφνιδιαστικός/ακτινολογικός/αστυνομικός/αυστηρός/αυτόματος/δημοσιονομικός/έκτακτος/ενδελεχής/εξονυχιστικός/επιτόπιος/εργαστηριακός/ηλεκτρονικός (βλ. τηλε~)/ιατρικός/μοριακός/οικονομικός/οπτικός/ορθογραφικός/περιοδικός/προγεννητικός/προληπτικός/πρωτοβάθμιος/στατιστικός/τακτικός/τελωνειακός/τεχνικός/υγειονομικός/φορολογικός/χημικός ~. ~ αποσκευών/διαβατηρίων/διαθεσιμότητας (δικτύου)/εισιτηρίων (πβ. τσεκ-ιν)/επιχειρήματος (πβ. ανασκευή)/καυσαερίων/κυκλοφορίας/λογιστικών βιβλίων/παραγωγής/πληροφοριών (: διασταύρωση)/πλοίων (πβ. επιθεώρηση)/προϊόντων/στοιχείων (πβ. επαλήθευση)/τιμών/υγείας (πβ. τσεκάπ)/φαρμάκων. Διαχειριστικός ~ των πράξεων. Δυναμικός ~ ευστάθειας. Προσεισμικός ~ κτιρίων. ~ της συμπεριφοράς ανθρώπου/συστήματος. ~ της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων (πβ. δοκιμασία). Ασκώ/διεξάγω/πραγματοποιώ ~ο. Υποβάλλεται/υπόκειται σε ~ο. Περνώ από ~ο. ~ για ιούς (σε υπολογιστή). ~ εξ αποστάσεως. Διενεργούνται ~οι στην αγορά.|| Επιτροπή/όργανα/τμήμα ~ου. Πβ. κοντρόλ, τεστ-, τσεκ-άρισμα. Βλ. αυτο~, επαν~, προ~. 2. διεύθυνση, εξουσία: Αποκτώ/διατηρώ τον (απόλυτο) ~ο μιας εταιρείας. Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για τον ~ο της περιοχής. Ο οδηγός έχει τον ~ο του αυτοκινήτου. Πβ. διακυβέρνηση, διοίκηση, κυριαρχία.|| (μτφ.) ~ (: χαλιναγώγηση) των παθών/παρορμήσεων/συναισθημάτων. 3. (για κατάσταση, φαινομένο, μέγεθος) περιορισμός της εξάπλωσης, της αύξησης: ~ της ανεργίας/της ασθένειας/της βίας/του πληθωρισμού/της ρύπανσης. Ο ~ του βάρους κάποιου. Πβ. συγκράτηση. 4. & (επίσ.) έλεγχος προόδου: επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφεται η βαθμολογία, ο αριθμός των απουσιών και η διαγωγή μαθητή και δίνεται στον κηδεμόνα του κυρ. κάθε τρίμηνο ή τετράμηνο. 5. επίβλεψη: ~ των παιδιών. Ήθελε να ξεφύγει από τον συνεχή ~ο των γονιών του. Πβ. επιτήρηση, παρακολούθηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αίθουσα ελέγχου: χώρος που φιλοξενεί το προσωπικό και τα μηχανήματα που απαιτούνται, ώστε να ελέγχεται η λειτουργία εγκατάστασης, σταθμού, δικτύου: ~ ~ μηχανοστασίου. [< αγγλ. control room] , έλεγχος (της) προόδου: εξέταση της βελτίωσης, της εξέλιξης: ~ ~ ενός αθλητή/του προσωπικού μιας εταιρείας/ενός υποψήφιου διδάκτορα. ~ ~ των πωλήσεων ενός προϊόντος/υλοποίησης ενός έργου., έλεγχος (των) γεννήσεων: σκόπιμος περιορισμός του αριθμού των γεννήσεων με μεθόδους αντισύλληψης: πολιτική ~ου ~. Βλ. άμβλωση, δημογραφική εξέλιξη, οικογενειακός προγραμματισμός, στείρωση, υπερπληθυσμός, υπογεννητικότητα. [< αγγλ. birth control, γαλλ. contrôle des naissances, 1933] , έλεγχος πρόσβασης: ΠΛΗΡΟΦ. απαγόρευση εισόδου μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε υπολογιστικό σύστημα (με προσωπικά συνήθ. δεδομένα)., έλεγχος προσώπων: εξέταση που στοχεύει στην εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμου ή ατόμων για λόγους ασφάλειας: αστυνομικός ~ ~. ~ ~ στους αερολιμένες/στα σύνορα. ~ ~ και αποσκευών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. φέις-κοντρόλ., έλεγχος των εξοπλισμών: διεθνής συμφωνία για τον περιορισμό της κατασκευής και κατοχής όπλων, καθώς και τα σχετικά μέτρα. , κοινωνικός έλεγχος: το σύνολο των διαδικασιών που αποσκοπούν στη συμμόρφωση των μελών μιας κοινωνίας προς συγκεκριμένα πρότυπα δράσης και συμπεριφοράς. Βλ. κομφορμισμός., μη καταστροφικός έλεγχος: ΤΕΧΝΟΛ. μορφή ποιοτικού ελέγχου που εφαρμόζεται στη βιομηχανία και την επιστήμη για την αξιολόγηση των ιδιοτήτων και της αντοχής ενός υλικού ή αντικειμένου, χωρίς αυτά να καταστρέφονται: ~ ~ σκυροδέματος. Μέθοδος/τεχνικές μη ~ού ~ου. Βλ. διασφάλιση (της) ποιότητας. [< αγγλ. nondestructive testing, 1929] , πίνακας ελέγχου 1. ΠΛΗΡΟΦ. παράθυρο στον υπολογιστή που περιέχει εικονίδια προγραμμάτων για τη ρύθμιση των βασικών παραμέτρων και λειτουργιών του λειτουργικού συστήματος ή του περιβάλλοντος εργασίας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το τμήμα της κονσόλας συσκευής ή μηχανής που περιλαμβάνει ενδεικτικές λυχνίες, ψηφιακές οθόνες και διακόπτες. [< αγγλ. control panel] , ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας : σύνολο διαδικασιών (ανάλυση σχεδιασμού, εξέταση δείγματος) που αποσκοπούν στη διασφάλιση του επιθυμητού επιπέδου ποιότητας, ιδ. κατά την παραγωγή προϊόντων: ~ ~ τροφίμων/υλικών. [< αγγλ. quality control, 1935] , βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος βλ. καταπολέμηση, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, δωμάτιο ελέγχου βλ. δωμάτιο, ζώνη οικιστικού ελέγχου βλ. ζώνη, κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων βλ. κάρτα, κοινοβουλευτικός έλεγχος βλ. κοινοβουλευτικός, ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ βλ. αντιντόπινγκ, ομάδα ελέγχου βλ. ομάδα, πύργος ελέγχου βλ. πύργος, σωματική έρευνα βλ. έρευνα ● ΦΡ.: εκτός ελέγχου: για κάτι που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί: ~ ~ η κρίση/ο πληθωρισμός/η φωτιά. Η κατάσταση βαίνει/βγήκε/βρίσκεται ~ ~.|| (σπάν. για πρόσ.) Είναι ~ ~ (= εκτός εαυτού)., υπό (τον) έλεγχο: για κάτι που περιορίζεται, ελέγχεται ή βρίσκεται υπό την εξουσία, κυριαρχία κάποιου: Η επιδημία γρίπης/η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Όλα είναι υπό ~.|| Οργανισμοί που βρίσκονται υπό τον ~ του κράτους. Πβ. στα χέρια κάποιου., χάνω τον έλεγχο (μτφ.) 1. χάνω την ψυχραιμία μου, παρεκτρέπομαι: ~ει ~ του εαυτού του. Όταν θυμώνει, ~ει ~. 2. αδυνατώ να διευθύνω, να κατευθύνω κάτι: Έχασε ~ του αεροσκάφους/της επιχείρησης. Ο παίκτης έχασε ~ της μπάλας. [< αρχ. ἔλεγχος ‘ανασκευή, εξέταση (σε αντιπαράθεση), απόδειξη’, γαλλ. contrôle, αγγλ. control]

Εισδοχη

Εισδοχη

[ἔνταξη] έ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εντάσσω: αρμονική/ισότιμη/ομαλή ~. Διοικητική/οικονομική/πολιτική ~. ~ έργων σε χρηματοδοτικά προγράμματα/χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κριτήρια ~ης στην ευρωζώνη. Για/προς/υπό ~. Πολιτικοποιημένος, αλλά χωρίς κομματική ~ (: δεν είναι μέλος ή οπαδός κόμματος).|| ~άξεις αυθαιρέτων στο σχέδιο πόλης. Πβ. εισδοχή, είσοδος, ενσωμάτωση, προσχώρηση. Βλ. επαν~, προ~. ΑΝΤ. απένταξη ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ένταξη: ενσωμάτωση στο κοινωνικό σύνολο ομάδων που απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό: ~ ~ των ανέργων/ατόμων με ειδικές ανάγκες/μεταναστών/παλιννοστούντων. Επαγγελματική απασχόληση και ~ ~., σχολική ένταξη: το κατά πόσο ένα παιδί είναι ή δεν είναι ώριμο να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις της οργανωμένης μάθησης στο σχολείο: ~ ~ των αλλόγλωσσων μαθητών/των τσιγγανοπαίδων. ~ ~ παιδιών με βαριά αναπηρία. [< γαλλ. intégration scolaire] [< μτγν. ἔνταξις ‘ενθεση, παρεμβολή’, γαλλ. incorporation, insertion, intégration]

ευθύνη

ευθύνη[εὐθύνη] ευ-θύ-νη ουσ. (θηλ.) {ευθυν-ών} 1. οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια θέση ή ιδιότητα κάποιου, όπως το να εκπληρώνει τα καθήκοντά του ή/και να λογοδοτεί γι' αυτά: ακαδημαϊκή/βαριά/βαρύτατη/βασική/διοικητική/επαγγελματική/ιατρική/ιστορική/κεντρική/κύρια/μερική/περιβαλλοντική/πλήρης/πολιτική ~. Από κοινού ~ (= συν~). Η ηθική ~ του επιστήμονα. Θέση ~ης (= υπεύθυνη). Όλοι έχουμε ~. Οι αγωνιζόμενοι συμμετέχουν με δική τους αποκλειστική ~. Ο νέος ΚΟΚ καθιερώνει την ατομική/προσωπική ~ των επιβατών για τη χρήση της ζώνης. Η ~ ανήκει εξ ολοκλήρου στην/βαραίνει την κυβέρνηση. Έχει ανεπτυγμένο/έντονο το αίσθημα (της) ~ης απέναντι στους γονείς του (= υπευθυνότητα). Με υψηλό αίσθημα ~ης. Ο λαός με την ψήφο του τού ανέθεσε την ~ της διακυβέρνησης. Ο διευθυντής φέρει την ~ της εφαρμογής του προγράμματος. Το ερευνητικό κέντρο είναι στην ~ του Υπουργείου ... (πβ. αρμοδιότητα, καθήκον, χρέος). Από μικρή φορτώθηκε με πολλές ~ες.|| Νόμος περί ~ης υπουργών (βλ. ανεύθυνο). Νομική ~ (: αστική, πειθαρχική, ποινική). Βλ. δικαίωμα. 2. ενοχή, υπαιτιότητα: Αρνήθηκαν κάθε ~. Διενεργείται έρευνα για απόδοση ~ών. Ανέλαβε/παραδέχτηκε τις ~ες του. Έχει την ~/τεράστιες ~ες για τα λάθη που έγιναν. Ο ένας ρίχνει την ~/το μπαλάκι των ~ών στον άλλο. Αυτός φέρει ~. Του απέδωσαν/καταλόγισαν την ~ για ... Μετέθεσε τις ~ες στους ανωτέρους της. Απέσεισε από πάνω του τις ~ες (πβ. νίπτω τας χείρας μου). Αποποιήθηκε κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του (συχνότ. εσφαλμ. των ευθυνών του). Απεκδύθηκε κάθε ~ης/~η της εταιρείας για ...|| Αποποίηση ~ών. Περιορισμός ~ης. Πβ. φταίξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: (όλο) το βάρος της ευθύνης: κάθε υποχρέωση και καθήκον που απορρέει από κάτι: Επωμίστηκε ~ ~ μόνος του. Έριξαν ~ ~ για το τραγικό συμβάν στους αρμοδίους., ανάληψη (της) ευθύνης/(των) ευθυνών (+ για/+ γεν.): δημόσια παραδοχή από κάποιον ότι είναι υπεύθυνος για κάτι: ~ ~ για τις βομβιστικές επιθέσεις (από την τρομοκρατική οργάνωση). Απαιτείται ~ πολιτικών ευθυνών., εταιρική κοινωνική ευθύνη (ακρ. ΕΚΕ) & (συχνότ.) εταιρική υπευθυνότητα: οικειοθελής δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων, πέρα από νομοθετικές επιταγές και κερδοφορία, σε πρακτικές που προάγουν το κοινό συμφέρον: ~ ~ των ΜΜΕ. ~ ~ και πολιτιστική κληρονομιά. Η ~ ~ συνδέεται με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ενίσχυση της απασχόλησης. Δείκτης ~ ~. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. [< αγγλ. corporate social responsibility (CSR), δεκαετία '90] , συλλογική ευθύνη: τα μέλη μιας ομάδας θεωρούνται συνυπεύθυνα για πράξη που διέπραξε ένα τουλάχιστον από αυτά: Όλοι έχουμε ~ ~ απέναντι στη φύση., αλληλέγγυα ευθύνη βλ. αλληλέγγυος, άμοιρος ευθυνών βλ. άμοιρος, αστική ευθύνη βλ. αστικός, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης βλ. εταιρεία & εταιρία, μερίδιο ευθύνης βλ. μερίδιο ● ΦΡ.: (με) ιδία ευθύνη (λόγ.): με ευθύνη του ίδιου του προσώπου: Η χρήση της ιστοσελίδας γίνεται ~ ~., αναζητώ/ζητώ ευθύνες: απαιτώ από κάποιον να απολογηθεί για τις πράξεις, τη συμπεριφορά του: Ο υπουργός ζήτησε ~ από την κατασκευάστρια εταιρεία για τις κακοτεχνίες. Αναζητούνται ~ για το ναυάγιο., με (την) ευθύνη/(λόγ.) υπό την ευθύνη/υπ' ευθύνη (κάποιου): όντας υπεύθυνος: Τα γραπτά φυλάσσονται ~ ~ του εξεταστή για δύο εξάμηνα. Οι εργασίες συνεχίζονται ~ ~ των τοπικών Αρχών. Το ιατρείο έχει ~ ~ (= επιβλέπει, παρακολουθεί) του μεγάλο αριθμό νεφροπαθών., προ/ενώπιον των ευθυνών (λόγ.): αντιμέτωπος με τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα: Ήρθε προ ~ του. Το άρθρο έφερε τους αρμοδίους ~ ~ τους. Σύντομα όλοι θα βρεθούν ~ ~ τους., αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον βλ. επιρρίπτω, θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) βλ. θέτω [< μτγν. εὐθύνη, αρχ. εὔθηνα ‘έλεγχος, απολογισμός, κατηγορία για κατάχρηση’, γαλλ. responsabilité]

θητεία

θητείαθη-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. & (συνήθ.) στρατιωτική θητεία: υποχρεωτική στράτευση, υπηρεσία κληρωτού στον στρατό: δωδεκάμηνη/εννιάμηνη/πρόσθετη ~. ~ στην Εθνική Φρουρά/στις Ένοπλες Δυνάμεις (/στην Αεροπορία/στο Ναυτικό/στον Στρατό Ξηράς)/στα σύνορα. ~ και εφεδρική υπηρεσία. Υπόχρεος μειωμένης ~ας (βλ. προστάτης). Κατάργηση/μείωση της ~ας. Αναγνώριση/εξαγορά της ~ας (για συνταξιοδότηση). Υπηρετώ/(προφ.) κάνω/τελειώνω τη ~ μου. Εκπλήρωσε τη ~ του. Παρουσιάζομαι για ~. (για ανυπότακτο:) Εξαγοράζω τη ~ μου. (ευχετ.) Καλή ~ (βλ. Καλός πολίτης)! Πβ. στρατιωτικό, φανταριλίκι. Βλ. κλάση, στρατεύσιμος. 2. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος κατέχει ένα αξίωμα ή γενικότ. ασκεί τα καθήκοντά του από μια θέση: βουλευτική/δημαρχιακή/πολιτική/προεδρική/πρωθυπουργική/υπουργική ~. Ενιαύσια ~/~ ενός έτους. Κατά τη/στη διάρκεια/στο διάστημα της ~ας του. Με την εκπνοή της ~ας του στο αξίωμα του Προέδρου. Διορισμένος με δοκιμαστική ~. Γιατροί/θέσεις/Πάρεδρος με/(λόγ.) επί ~. Περιορισμός του αριθμού των ~ών. Εκλεγμένος για δύο πλήρεις/συνεχείς/συνεχόμενες ~ες. Η ~ (των μελών) του ΔΣ διαρκεί ... χρόνια. Ανανεώθηκε/έληξε/ολοκληρώθηκε/παρατάθηκε η ~ του. Διεκδικεί/εξασφάλισε και δεύτερη/νέα (κυβερνητική) ~. 3. (μτφ.) επαγγελματική ενασχόληση με κάτι, κυρ. καλλιτεχνικό ή πνευματικό: επιτυχημένη/μακρόχρονη/σύντομη ~ στα γράμματα/στο θέατρο/στο τραγούδι. Πβ. καριέρα, σταδιοδρομία. ● ΣΥΜΠΛ.: άοπλη (στρατιωτική) θητεία: ΣΤΡΑΤ. εναλλακτική δυνατότητα που δινόταν ως το 2010 σε αντιρρησίες συνείδησης να υπηρετήσουν θητεία προσαυξημένη κατά δώδεκα μήνες, από εκείνη που θα υπηρετούσαν ενόπλως, σε μονάδες και Υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με καθήκοντα που δεν συνεπάγονταν τη χρήση όπλων., εναλλακτική (κοινωνική) θητεία: ΣΤΡΑΤ. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης σε φορείς του Δημόσιου Τομέα, αντί της στράτευσης: καθιέρωση της ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική εργασία. [< αρχ. θητεία]

ιμέιλ

ιμέιλ[ἰμέιλ] ι-μέ-ιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μέιλ & e-mail & email ΔΙΑΔΙΚΤ. 1. ηλεκτρονικό μήνυμα και γενικότ. ηλεκτρονική αλληλογραφία: Έχω/πήρα ~.|| Eπικοινωνούμε μέσω ~. Βλ. σπαμ. 2. (ειδικότ.) διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: Ποιο είναι το ~ σου; Βλ. ατ. [< αμερικ. e-mail, 1982, γαλλ. ~ 1994]

ιστός

ιστός[ἱστός] ι-στός ουσ. (αρσ.) 1. ΝΑΥΤ. κατάρτι: μέγας (βλ. μαΐστρα)/πρυμναίος ~. ~ πλοίου. Στήλη ~ού. ΣΥΝ. άλμπουρο 2. μακριά ράβδος για τη στήριξη ή ανύψωση αντικειμένων: ~ αλουμινίου. ~ σημαίας (= κοντάρι, κοντός). ~ φωτισμού. Βάση/κορυφή ~ού. Βλ. κολόνα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τηλεσκοπικός ~. ~ (τηλεοπτικής) κεραίας. Ενισχυτής/μίκτης ~ού. Πύργοι και δικτυωτοί ~οί (= πυλώνες) από σίδηρο ή χάλυβα. 3. λεπτό πλέγμα με δικτυωτή μορφή: ο ~ της αράχνης.|| (μτφ.) Τον τύλιξε στον ~ό της γοητείας της. Πιάστηκε στον ~ό της απάτης. Πβ. δίχτυ, παγίδα. 4. (μτφ.) τρόπος σύνδεσης και ανάπτυξης των τμημάτων καλλιτεχνικού έργου, η δομή του: συνεκτικός ~. Ο αφηγηματικός ~ ενός μυθιστορήματος/μιας ταινίας. 5. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. άθροισμα κυττάρων με παρόμοια μορφολογία που εκτελούν από κοινού ειδικές λειτουργίες: αδενικός/διάμεσος/επιθηλιακός/ερειστικός/ζωικός/ινώδης/κοκκιώδης/μυϊκός/νευρικός (= λευκή ουσία νωτιαίου μυελού, φαιά ουσία)/ουλώδης/σωματικός/υποδόριος (= υπόδερμα)/χονδρικός ~. Καλλιέργεια ~ού. Μαλακοί ~οί. Δωρεά/μεταμοσχεύσεις ~ών και οργάνων.|| Φυτικός ~. ~ βοοειδών. 6. (μτφ.) οργανωμένο σύνολο δομικών στοιχείων με κοινές λειτουργίες: οικιστικός/οικονομικός/πολεοδομικός ~ μιας πόλης. Πβ. δίκτυο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός ιστός 1. το σύνολο των δομών μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζονται από συνοχή: ο ~ ~ μιας χώρας. Διάρρηξη του ~ού ~ού. Δημιουργία ενός ~ού ~ού ασφάλειας. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.-ΔΙΑΔΙΚΤ. ο τρόπος κοινωνικοποίησης και αλληλεπίδρασης των ανθρώπων μέσω του παγκόσμιου ιστού. [< 2: αγγλ. social web] , παγκόσμιος ιστός & (προφ.) ιστός & (σπάν.) δικτυακός ιστός: ΔΙΑΔΙΚΤ. υπηρεσία του διαδικτύου, σειρά ιστοσελίδων από όλο τον κόσμο που συνδέονται μεταξύ τους και περιλαμβάνουν κείμενα, γραφικά, ήχο και βίντεο: εξυπηρετητής ~ου ~ού.|| Εκπαιδευτικός Δικτυακός Ιστός. Βλ. υπερ-κείμενο, -μέσα. [< αμερικ. World Wide Web (www), 1990] , σημασιολογικός ιστός: ΔΙΑΔΙΚΤ. προέκταση του παγκόσμιου ιστού, που επιτρέπει την καλύτερη αλληλεπίδραση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ανθρώπων. [< αγγλ. semantic web] , υφαντικός ιστός (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. αργαλειός ή το ύφασμα που υφαίνεται με αυτόν., αγωγός ιστός βλ. αγωγός, ακάτιος ιστός βλ. ακάτιος, ελαστικός ιστός βλ. ελαστικός, λιπώδης ιστός βλ. λιπώδης, οστίτης ιστός βλ. οστίτης, συνδετικός ιστός βλ. συνδετικός, φυλλομετρητής ιστοσελίδων βλ. φυλλομετρητής ● ΦΡ.: ο ιστός της Πηνελόπης (μτφ.): έργο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, είναι μάταιο και δεν φέρνει αποτέλεσμα. Βλ. πίθος των Δαναΐδων. [< 1,2,3,4: αρχ. ἱστός 5,6: γαλλ. tissu]

κεφάλαιο

κεφάλαιοκε-φά-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίου} 1. ΟΙΚΟΝ. κάθε αξιοποιήσιμο χρηματικό ποσό ή το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ατόμου ή επιχείρησης· συνεκδ. οι κεφαλαιοκράτες: αναπτυξιακό/άυλο/ζωικό/ιδιωτικό/καταβεβλημένο/κυκλοφοριακό ή κυκλοφορούν/μετοχικό/μονοπωλιακό/ονομαστικό/σταθερό/υβριδικό/φυτικό/χρηματιστικό ~. Αγορά/παραγωγικότητα ~αίου. Αντληθέντα/αποθεματικά/επαναπατριζόμενα/επενδυτικά/επιχειρηματικά/ίδια ~α. ~α εξωτερικού/από δανεισμό. Αξιόγραφα/απόδοση/αποπληρωμή/απόσβεση/αύξηση/διάθεση/διακίνηση/διαχείριση/εισροή/εισφορά/επιστροφή/μεταφορά/πίστωση/ρευστοποίηση/συντελεστής/συσσώρευση/υπεραξία/υποθήκη ~αίων. Έχουν επενδύσει ~α στην έρευνα. Χρειάζονται ~α για να ...|| Το μεγάλο/ντόπιο/ξένο ~. Απαιτήσεις/(πολιτικοί) εκφραστές του ~αίου. Εργάτες και ~. Πβ. καπιταλιστές, πλουτοκράτες. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) οτιδήποτε έχει σημαντική θέση και σπουδαιότητα μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο: επιστημονικό (: οι επιστήμονες)/ηθικό/πνευματικό ~. Το φυσικό και πολιτιστικό ~ μιας περιοχής. Η γνώση είναι ~ (πβ. αξία, πλεονέκτημα). 3. καθεμιά από τις ενότητες στις οποίες χωρίζεται γραπτό κυρ. έργο και φέρει αριθμό ή/και τίτλο· κατ' επέκτ. διακριτή χρονική περίοδος: επόμενο/προηγούμενο/πρώτο/τρίτο ~. ~ νομοσχεδίου. Έκταση/επικεφαλίδα/ερωτήσεις/περίληψη/σύνοψη ~αίου. Το βιβλίο αποτελείται από/περιλαμβάνει ... ~α. Βλ. υπο~.|| ~ συζήτησης (= τμήμα, μέρος). Έκλεισε ένα ~ της ιστορίας μας/στη ζωή μου. Η υπογραφή της συνθήκης άνοιξε ένα νέο ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Πβ. εποχή, σελίδα. ● Υποκ.: κεφαλαιάκι (το): στις σημ. 1, 3. ● ΣΥΜΠΛ.: απασχολούμενα κεφάλαια: ΛΟΓΙΣΤ. αυτά που έχουν επενδυθεί σε εταιρεία από τους μετόχους της και οι μακροπρόθεσμες, κυρ. δανειακές, υποχρεώσεις της. [< αγγλ. capital employed] , εθνικό κεφάλαιο 1. (μτφ.) οτιδήποτε συνιστά πολύτιμο αγαθό για ένα έθνος: Ο μείζων ελληνισμός/το φυσικό περιβάλλον αποτελεί ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. εθνικά περιουσιακά στοιχεία. Βλ. εθνικός πλούτος., κεφάλαιο κίνησης: ΟΙΚΟΝ. ποσό χρημάτων για κάλυψη των συνήθων αναγκών μιας επιχείρησης: διαρκές/εποχικό/μεταβλητό/πρόσθετο ~ ~. Δάνειο/ενίσχυση/χορήγηση/χρηματοδότηση ~αίου ~. [< αγγλ. working capital, 1912] , κοινωνικό κεφάλαιο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. το σύνολο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε άτομα, ομάδες ή δίκτυα κοινωνικών σχέσεων και διευκολύνουν τη συνεργασία και τη συλλογική δράση των ανθρώπων, με στόχο το γενικό συμφέρον: ~ ~ και κοινωνία των πολιτών. Βλ. συμμετοχικότητα. [< γαλλ. capital social] , πραγματικό κεφάλαιο: ΟΙΚΟΝ. που χρησιμοποιείται στην παραγωγή για τη δημιουργία νέων αγαθών: δημόσιες επενδύσεις σε ~ ~ και σε ανθρώπινους πόρους (βλ. εικονικό κεφάλαιο)., αγορά κεφαλαίου βλ. αγορά, αμοιβαία κεφάλαια βλ. αμοιβαίος, ανθρώπινο κεφάλαιο βλ. ανθρώπινος, άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, πάγιο κεφάλαιο βλ. πάγιος, συγκέντρωση κεφαλαίου βλ. συγκέντρωση [< 1: αρχ. κεφάλαιον, γαλλ. capital 2,3: μτγν. κεφάλαιον, γαλλ. chapitre, γαλλ. chapter]

κράτος

κράτοςκρά-τος ουσ. (ουδ.) {κράτ-ους | -η, -ών} 1. (κ. με κεφαλ. Κ) πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνήθ. καταλαμβάνουν μια οριοθετημένη εδαφική έκταση, αναγνωρισμένη από τη διεθνή κοινότητα· οι υπηρεσίες που διαθέτει και συνεκδ. η πολιτική εξουσία: ελεύθερο/ελληνικό/νεοσύστατο/ομόσπονδο/πολυεθνικό/υποτελές ~. Εθνικά ~η. Ο αρχηγός/η κυβέρνηση του ~ους. Ασφάλεια/έξοδα (πβ. δημόσιες δαπάνες)/νόμοι/οικονομικά/περιφέρειες (βλ. νομαρχία)/προϋπολογισμός/σύνταγμα του ~ους. Διοίκηση/κατάλυση/συγκρότηση/σύσταση του ~ους. Συμφωνίες μεταξύ ~ών (βλ. διπλωματία, εξωτερική πολιτική). Βλ. υπερ~, ψευδο~.|| Σχέσεις ~ους-πολίτη. Διαχωρισμός ~ους-εκκλησίας. Εκπρόσωποι του επίσημου ~ους. Επιχείρηση/έργο/μονοπώλιο/τα μυστικά (πβ. κρατικό απόρρητο)/υποθέσεις του ~ους. Σε ετοιμότητα το ~/ο μηχανισμός του ~ους. Οικονομική ενίσχυση από το ~. Η περιουσία του περιήλθε στο ~. Πβ. πολιτεία. 2. (ειδικότ.) η μορφή της διακυβέρνησης: ανθρώπινο/αποικιακό/αποκεντρωμένο/αποτελεσματικό/αστικό/αστυνομικό/αυταρχικό/γραφειοκρατικό/δημοκρατικό/δικτατορικό/ευνομούμενο/καπιταλιστικό/κομματικό/κομμουνιστικό/ολοκληρωτικό/παρεμβατικό/πελατειακό/σοσιαλιστικό/στρατιωτικό/συγκεντρωτικό/σύγχρονο/φιλελεύθερο ~. ~ βίας/ευημερίας/καταστολής/κοινωνικών παροχών. Πβ. καθεστώς. Βλ. παρα~. 3. η γεωγραφική έκταση, η επικράτεια ενός κράτους: τα όρια/σύνορα του ~ους. Πβ. χώρα. 4. (λόγ.) κυριαρχία, εξουσία, ισχύς: το ~ του θανάτου/της λογικής/του νόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ κράτος: υπόγειος μηχανισμός εξουσίας ο οποίος καθοδηγείται από παρακρατικές οργανώσεις, κέντρα και μυστικές υπηρεσίες (κυρ. από τις Ένοπλες Δυνάμεις) και αποσκοπεί στην επιβολή της πολιτικής του στα εσωτερικά και διεθνή ζητήματα., έθνος-κράτος: μορφή πολιτικής οργάνωσης κατά την οποία ένας σχετικά ομοιογενής πληθυσμός με κοινά εθνολογικά χαρακτηριστικά κατοικεί σε ανεξάρτητο κράτος. [< αγγλ. nation-state, 1918] , κοινωνικό κράτος: που λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση των όρων ζωής των πολιτών του., κράτος (-) μέλος & χώρα-μέλος: που ανήκει σε έναν υπερεθνικό πολιτικό οργανισμό με κοινές αρχές και στόχους: ιδρυτικό ~ ~. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ. Ένταξη νέου ~ους ~ους στην Ευρωζώνη. [< αγγλ. member-state, 1931] , (Γενικό) Χημείο του Κράτους βλ. χημείο, ανεξάρτητο/κυρίαρχο κράτος βλ. ανεξάρτητος, αυτόνομο κράτος βλ. αυτόνομος, Γενικά Αρχεία του Κράτους βλ. αρχείο, ένωση κρατών βλ. ένωση, επανίδρυση του κράτους βλ. επανίδρυση, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, κράτος δικαίου βλ. δίκαιο, κράτος πρόνοιας βλ. πρόνοια, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, κράτος-νταντά/γκουβερνάντα βλ. νταντά, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους βλ. νομικός, ομοσπονδιακό κράτος βλ. ομοσπονδιακός, πόλη-κράτος βλ. πόλη ● ΦΡ.: κατά κράτος (λόγ.): ολοκληρωτικά, πλήρως: Νίκησαν ~ ~ τα αντίπαλα στρατεύματα. Κέρδισε ~ ~ τις εντυπώσεις.|| (ως επίθ.) ~ ~ επικράτηση/ήττα., κράτος εν κράτει (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για ομάδα, φορέα ή πρόσωπο που έχει αποκτήσει αυτονομία ή υπέρμετρη εξουσία μέσα σε ένα κράτος., το κράτος είμαι εγώ: (ρήση του Λουδοβίκου ΙΔ' της Γαλλίας) ως έκφραση απολυταρχικού πνεύματος και συγκεντρωτισμού των εξουσιών. [< γαλλ. L'État, c'est moi ] , υπό το κράτος (μτφ.): υπό την κυριαρχία, την επιβολή ή την επήρεια: ~ ~ εκβιασμών και απειλών/της μέθης/του πανικού. Ζουν ~ ~ του φόβου., κράτος-νυχτοφύλακας βλ. νυχτοφύλακας, ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους βλ. ρήτρα [< αρχ. κράτος ‘δύναμη, ανώτατη εξουσία’, γαλλ. état, γερμ. Staat]

λειτουργός

λειτουργόςλει-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. δημόσιος υπάλληλος του οποίου το επάγγελμα έχει σημαντικό κοινωνικό ρόλο: δικαστικός/εκπαιδευτικός/κρατικός ~. (στην Κύπρο:) Ανώτερος ~ εργασιακών σχέσεων/προγραμματισμού. Πρώτος ~ εκπαίδευσης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας: ~ των Θείων Μυστηρίων/του Υψίστου. Πβ. ιερωμένος, κληρικός. Βλ. συλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός λειτουργός {συνηθέστ. στο θηλ. κοινωνική λειτουργός}: πρόσωπο του οποίου κύριο έργο αποτελεί η πρόληψη, αντιμετώπιση και θεραπεία κοινωνικών, οικονομικών και συναισθηματικών προβλημάτων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων και γενικότ. η διατήρηση ή αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ αυτών και του περιβάλλοντός τους: ~ ~ σε ίδρυμα/σχολείο/φυλακές. [< γαλλ. assistante sociale] , θρησκευτικός λειτουργός βλ. θρησκευτικός, οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. λειτουργός, γαλλ. fonctionnaire 2: μτγν. λειτουργός]

μητέρα

μητέραμη-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) μήτηρ {μητρ-ός} 1. γυναίκα που έχει γεννήσει ή υιοθετήσει παιδί ή παιδιά: άγαμη/ανύπαντρη/θετή/θηλάζουσα/εργαζόμενη/μέλλουσα/πολύτεκνη/στοργική/χωρισμένη ~. ~ ανήλικων παιδιών/διδύμων. Το γάλα της ~ας. Η γιορτή της ~ας. Ο δεσμός/η σχέση ~ας-γιου/κόρης. Ορφανός από ~. Αδέρφια από την ίδια ~ (= ομομήτρια). Η ~ του γαμπρού/της νύφης. Ονοματεπώνυμο ~ας/~ός. Ωράριο ~ων. Έγινε ~ σε ηλικία είκοσι ετών. Την έχω σαν (δεύτερη) ~ μου. Η ~ της ~ας μου (= γιαγιά). Πβ. μαμά, μάνα.|| (ως προσφών. σε πεθερά) ~, τι να σας φέρω;|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Θεού/Χριστού (: η Παναγία).|| Η ~ των θεών (: διαφορετική για κάθε πολυθεϊστική θρησκεία, π.χ. στην ελληνική μυθολογία η Ρέα). Βλ. πατέρας. 2. θηλυκό ζώο που έχει γεννήσει. 3. (μτφ.) πηγή δημιουργίας, προέλευσης, γενεσιουργός παράγοντας: η ~ γη/φύση. Η αδικία είναι η ~ της βίας. ● Υποκ.: μητερούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική μητέρα 1. η γυναίκα που δανείζει τη μήτρα της και γεννά το εμφυτευμένο έμβρυο. 2. εκείνη που γέννησε ένα παιδί, συνήθ. σε αντίθεση με εκείνη που το μεγάλωσε. ΣΥΝ. φυσική. ΑΝΤ. θετή., κοινωνική μητέρα: αυτή που ανατρέφει το παιδί., μητέρα (όλων) των μαχών (μτφ.): η καθοριστική, σημαντικότερη μάχη: Ο αποψινός αγώνας αποτελεί τη ~ ~ για την εθνική μας ομάδα. Η ~ ~ θα κρίνει τον πρωταθλητή., μητέρα γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή από την οποία προήλθαν εξελικτικά άλλες γλώσσες, η κοινή γλωσσική τους πρόγονος: αναγωγή των ευρωπαϊκών γλωσσών σε μια κοινή ~ ~., παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα: αυτή που κυοφορεί γονιμοποιημένο ωάριο άλλης γυναίκας ή γενικότ. γυναίκα που κυοφορεί έμβρυο, το οποίο, όταν γεννήσει, δεν θα το αναθρέψει η ίδια. Βλ. παρένθετη μητρότητα. [< αγγλ. surrogate mother, 1978, γαλλ. mère porteuse/d’emprunt/de substitution, 1984] , πνευματική μητέρα: η νονά· η Εκκλησία ή η Παναγία., τεκμαιρόμενη μητέρα: αυτή που αποκτά παιδί μέσω παρένθετης μητέρας., φυσική μητέρα: εκείνη που κυοφορεί και γεννά το έμβρυο., η μαμά/η μητέρα πατρίδα βλ. μαμά ● ΦΡ.: αργία μήτηρ πάσης κακίας βλ. αργία, η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης/μαθήσεως βλ. μάθηση [< μεσν. μητέρα < αρχ. μήτηρ]

μισθός

μισθόςμι-σθός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μιστός: το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε εργαζόμενο ως αμοιβή για την εργασία του: ετήσιος/ημερήσιος/ικανοποιητικός/κατώτατος/μηνιαίος/νόμιμος/πενιχρός/πρώτος/σταθερός/συμβατικός (: που καθορίζεται από τη σύμβαση εργασίας)/συντάξιμος ~. Βασικός ~ (: χωρίς επιδόματα και προσαυξήσεις). Καθαρός ~ (: χωρίς κρατήσεις). Ο δέκατος τρίτος ~ (= το δώρο των Χριστουγέννων). ~ βουλευτή/δημοσίου υπαλλήλου. Υπάλληλος με υψηλό/χαμηλό ~ό (πβ. υψηλό-, χαμηλό-μισθος). ~οί και συντάξεις. Αναπροσαρμογή/διαμόρφωση/μείωση/όρια/πάγωμα/περικοπή/πίνακας/συγκράτηση ~ών. Δικαιούμαι/εισπράττω/παίρνω ~ό. Οι εργαζόμενοι ζητούν αυξήσεις ~ών. ΣΥΝ. αποδοχές, απολαβές ● Υποκ.: μισθουλάκος & μισθουλάκι ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός/έμμεσος μισθός: το σύνολο των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων που χορηγούνται ανεξάρτητα από τον μισθό του εργαζομένου (π.χ. ασφάλιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση)., μικτός/ακαθάριστος μισθός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο δεν έχει παρακρατηθεί φόρος ή άλλη εισφορά: μέσος/ωριαίος ~ ~. Αύξηση/φόρος ~ου ~ού., μισθός πείνας (προφ.): πάρα πολύ χαμηλός, που δεν εξασφαλίζει στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση., ονομαστικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. που συμπεριλαμβάνει και τις κρατήσεις: μηνιαίος ελάχιστος ~ ~., πραγματικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με τις αποδοχές του, η αγοραστική δύναμη του μισθού. ● ΦΡ.: άξιος ο μισθός (κάποιου) (συνήθ. ως επιφών.-ειρων.): του αξίζει η ανταμοιβή, η επιβράβευση: Σε καλή μεριά! ~ ~ σου!, κόβω μισθό σε κάποιον (προφ.): χορηγώ, καταβάλλω μισθό. [< αρχ. μισθός, γαλλ. salaire]

ντάμπινγκ1

ντάμπινγκ1ντά-μπινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. μέθοδος αθέμιτου ανταγωνισμού, η οποία συνίσταται στην πώληση αγαθών σε ξένες αγορές σε τιμές χαμηλότερες από εκείνες που ισχύουν στις χώρες εξαγωγής τους ή στη διεθνή αγορά, με σκοπό τον εκτοπισμό των εγχώριων προϊόντων ή των άλλων ανταγωνιστριών χωρών: περιθώριο ~ (: το ποσό με το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής). Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό ντάμπινγκ: πρακτική μιας χώρας, συνήθ. αναπτυσσόμενης, να παράγει και να πωλεί προϊόντα σε χαμηλές τιμές, εκμεταλλευόμενη το φθηνό κόστος εργασίας (φθηνά εργατικά χέρια). [< αγγλ. social dumping, γαλλ. dumping social, 1989] , περιβαλλοντικό/οικολογικό ντάμπινγκ: μείωση του κόστους παραγωγής ενός προϊόντος σε βάρος του περιβάλλοντος. [< αγγλ. environmental/eco(logical) dumping] , σύνδρομο ντάμπινγκ: ΙΑΤΡ. επιπλοκή η οποία εκδηλώνεται με ναυτία, εφίδρωση, ταχυπαλμία, αίσθημα λιποθυμίας και διάρροια, ύστερα από την κατανάλωση συμπυκνωμένων γλυκών ή λιπαρών τροφών ή την ταυτόχρονη λήψη τροφής και υγρών και ενδέχεται να παρουσιαστεί έπειτα από μερική γαστρεκτομή. [< αγγλ. dumping syndrome, 1970] , φορολογικό ντάμπινγκ: επιβολή από μια χώρα ευνοϊκής φορολογίας, με σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων. Βλ. φορολογικός παράδεισος. [< αγγλ. fiscal dumping] [< αγγλ. dumping, γαλλ. ~, περ. 1900]

ομάδα

ομάδα[ὁμάδα] ο-μά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος} 1. σύνολο προσώπων που έχουν κοινά χαρακτηριστικά ή/και ενδιαφέροντα και ειδικότ. που δραστηριοποιούνται από κοινού σε κάποιο τομέα, ακολουθώντας συνήθ. αρχές και κανόνες για την επίτευξη ενός στόχου: ανοικτή/βασική/εξειδικευμένη/ευέλικτη/κλειστή/μεγάλη/μικρή/ολιγομελής/πολυμελής ~. Ανεξάρτητη/εθελοντική/επαγγελματική/ερασιτεχνική/ηγετική/μη κερδοσκοπική ~. Διασωστική/ερευνητική/θεατρική/θρησκευτική/ιατρική/καλλιτεχνική/νομική/οικολογική/περιβαλλοντική/πολιτι(στι)κή/συγγραφική/συμβουλευτική/τεχνική ~. ~ ατόμων/επιστημόνων/(συν)εργατών. ~ ακτιβιστών/διαδηλωτών. ~ τουριστών/χρηστών. ~ ανάγνωσης (βλ. λέσχη)/ανάπτυξης/αξιολόγησης/διαχείρισης/επικοινωνίας/κρούσης (του κόμματος)/μελέτης/προώθησης/(υπο)στήριξης/σύνταξης/συντονισμού/υλοποίησης. Πυρήνας/συγκρότηση ~ας. ~ διοίκησης έργου. Φοιτητική ~ εθελοντικής αιμοδοσίας. Πειραματική ~ χορού. Ταξινόμηση πληθυσμού κατά ηλικιακές ~ες. Επιμέρους ~ες (= υποομάδες). Πβ. όμιλος. Βλ. ένωση, οργάνωση.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ μάχης (: μικρή μονάδα του Πεζικού).|| ~ κακοποιών (πβ. σπείρα, συμμορία).|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) Οδηγός της εργοστασιακής ~ας. Πβ. τιμ. ΣΥΝ. γκρουπ 2. ΑΘΛ. συγκεκριμένος αριθμός αθλητών που ανήκουν σε αθλητικό σύλλογο, συμμετέχουν σε ομαδικό άθλημα και φέρουν διακριτικά ή φορούν την ίδια στολή: αγωνιστική/αθλητική/αντίπαλη/εθνική/ελληνική/ξένη/ποδοσφαιρική/σχολική/τοπική/φορμαρισμένη ~. ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. Μικτή ~ παίδων. ~ βόλεϊ/μπάσκετ. Οπαδός/παίκτης/παράγοντας/προπονητής/φίλαθλος της ~ας. Κατάταξη ~ων. Η ~ θα συμμετάσχει στους παγκόσμιους αγώνες ... Ο ύμνος της ~ας.|| (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Τι ~ είσαι; Βλ. -άδα. 3. ομοειδή πράγματα ή στοιχεία που νοούνται ως ενιαία οντότητα: ~ γλωσσών (βλ. ομογλωσσία)/προϊόντων/φαρμάκων. ~ επιχειρήσεων (= όμιλος)/εφαρμογών/υπηρεσιών. Πβ. κατηγορία, οικογένεια.|| (ΜΑΘ.) Θεωρία ~ων.|| (ΑΝΑΤ.) Οι μυϊκές ~ες του κορμού/των ποδιών. 4. ΧΗΜ. χημικά στοιχεία που εμφανίζουν ομοιότητες στις φυσικές ή/και χημικές ιδιότητές τους και κατατάσσονται σε κοινή στήλη στον περιοδικό πίνακα. ● Υποκ.: ομαδίτσα (η), ομαδούλα (η) ● Μεγεθ.: ομαδάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη ομάδα: που συγκροτείται χωρίς κάποιον κανόνα ή τύπο, στο πλαίσιο της ανάπτυξης δραστηριοτήτων των μελών μιας κοινωνίας: ~ ~ νέων., κοινωνική ομάδα: που χαρακτηρίζεται από αλληλεξάρτηση, κοινά χαρακτηριστικά και συλλογική δράση των μελών της: ευαίσθητες/ευάλωτες/ευπαθείς/κλειστές ~ές ~ες. Ένταξη σε ~ ~., ομάδα αναφοράς ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.: στην οποία ανήκει ή θα ήθελε να ανήκει ένα πρόσωπο και τη χρησιμοποιεί ως πρότυπο για τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και των σχέσεών του. [< αγγλ. reference group, 1942] , ομάδα ΔΙ.ΑΣ.: Ομάδα Δίκυκλης Αστυνόμευσης της ΕΛ.ΑΣ., ομάδα δράσης: κάθε ομάδα προσώπων που συστήνεται, για να επιτελέσει συγκεκριμένο σκοπό σε δεδομένο χρονικό διάστημα: εθελοντική ~ ~. ~ ~ για την παροχή τεχνικής βοήθειας. [< αμερικ. task force, 1941] , ομάδα ελέγχου: ομάδα υποκειμένων πειράματος που δεν δοκιμάζονται κατά τη διάρκειά του, αλλά αποτελούν μέτρο σύγκρισης για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του. [< αγγλ. audit team, control group] , ομάδα εργασίας: ομάδα προσώπων που συνεργάζονται πάνω στο ίδιο αντικείμενο για την επίτευξη ενός στόχου: εθνική/επιστημονική/ευρωπαϊκή ~ ~. ~ες ~ μαθητών. [< αγγλ. working group, task force, 1941] , ομάδα συζήτησης: ΔΙΑΔΙΚΤ. φόρουμ. [< αγγλ. discussion group, 1921] , Ομάδα των Επτά/Οκτώ: ομάδα των επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών του κόσμου (Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ., Ιαπωνία, Ιταλία, Καναδάς, Ηνωμένο Βασίλειο), που συγκροτήθηκε για την άσκηση κυρ. διεθνούς οικονομικής πολιτικής και με την προσθήκη της Ρωσίας έγινε η Ομάδα των Οκτώ. [< αγγλ. Group of Seven (G7), 1977/ Group of Eight (G8), 1994] , ομάδες υψηλού κινδύνου: κατηγορίες προσώπων σε μια κοινότητα που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τον υπόλοιπο πληθυσμό να προσβληθούν από ασθένεια: ~ ~ για επιπλοκές γρίπης. [< αγγλ. high-risk groups] , χαρακτηριστική ομάδα: ΧΗΜ. υποκαταστάτης ατόμων υδρογόνου σε οργανική ένωση που προσδιορίζει τις ιδιότητες και τη χημική συμπεριφορά της. Βλ. καρβοξύλιο. [< αγγλ. functional group, 1906] , αμινική ομάδα βλ. αμινικός, δυναμική της ομάδας βλ. δυναμική, Εθνική (Ομάδα) βλ. εθνικός, ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες βλ. ευαίσθητος, ομάδα αίματος βλ. αίμα, ομάδα Ζήτα βλ. ζήτα, ομάδα του ευρώ βλ. ευρώ, ομάδα-στόχος βλ. στόχος, οργανωμένα συμφέροντα βλ. οργανωμένος, τρομοκρατική οργάνωση/ομάδα βλ. τρομοκρατικός ● ΦΡ.: ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει: δεν υπάρχει λόγος αλλαγής, όταν ένα σύνολο ανθρώπων πετυχαίνει τον στόχο του: (ΑΘΛ., για ομάδα με συνεχή καλά αποτελέσματα) Ο προπονητής πιστεύει ότι ~ ~ .|| Αλλαγή γραφείων και όχι προσώπων, αφού ~ ~., πετάει η ομάδα (προφ.-μτφ.): τα μέλη της είναι σε φόρμα και σημειώνουν υψηλές επιδόσεις. [< μεσν. ομάδα < μτγν. ὁμάς, γαλλ. groupe, équipe, αγγλ. group, team]

περιβάλλον

περιβάλλονπε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.) {περιβάλλ-οντος | -οντα} 1. ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν τη ζωή, τη συμπεριφορά και την ανάπτυξη των έμβιων οργανισμών: ανθρώπινο/ανόργανο/αστικό/ατμοσφαιρικό/γεωγραφικό/θαλάσσιο/οικιστικό/υδάτινο/χερσαίο ~. Πρόνοια/φροντίδα για το ~. Αναβάθμιση του ~οντος. Προσαρμογή στο ~. Βλ. γεω~, παλαιο~.|| Σε θερμοκρασία ~οντος. Η ζέστη και η υγρασία δημιουργούν πρόσφορο ~ για την ανάπτυξη ιών. 2. το σύνολο των εξωτερικών συνθηκών-ερεθισμάτων που καθορίζουν την ανάπτυξη και δράση των ατόμων: εκπαιδευτικό/επενδυτικό/επιχειρηματικό/θεσμικό/ιδεολογικό/καλλιτεχνικό/μαθησιακό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό/πολυπολιτισμικό/σχολικό/τεχνολογικό ~. Εταιρεία που προσφέρει ένα άνετο/ευέλικτο/δημιουργικό/θετικό/σύγχρονο εργασιακό ~. (ΠΑΙΔΑΓ.) Συνεργατικά ~οντα Μάθησης. Βλ. μακρο~, μικρο~. 3. ατμόσφαιρα, κλίμα: διαμόρφωση ανταγωνιστικού/αρνητικού/εχθρικού/ευχάριστου/θετικού/φιλικού ~οντος. 4. κύκλος ανθρώπων, περίγυρος: το άμεσο/οικείο/οικογενειακό/στενό/φιλικό ~ κάποιου. Άτομα από το προεδρικό ~/του πρωθυπουργικού ~οντος επισημαίνουν ότι ... Ήρθε σε ρήξη με το ~ του. 5. ΠΛΗΡΟΦ. το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί ένας υπολογιστής, ένας χρήστης ή κάποιο πρόγραμμα: διαδραστικό/δικτυακό/εικονικό/εύχρηστο/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. ~ ανάπτυξης εφαρμογών/εκτέλεσης εργασιών. Απλό ~ λειτουργίας/χρήσης. Προγραμματιστικά ~οντα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπογενές περιβάλλον: ΟΙΚΟΛ. δομημένο περιβάλλον., γλωσσικό περιβάλλον 1. ΓΛΩΣΣ. τμήματα εκφωνήματος ή κειμένου που βρίσκονται κοντά ή δίπλα στην υπό εξέταση μονάδα: το ~ ~ ενός φθόγγου (: τα στοιχεία που προηγούνται ή έπονται). Πβ. περικείμενο, συγκείμενο, συμφραζόμενα. 2. (γενικότ.) η γλώσσα του κοινωνικού περίγυρου: Παιδιά που ζουν σε πλούσιο/υποβαθμισμένο/φτωχό ~ ~., κοινωνικό περιβάλλον: οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας του ατόμου, το ύψος του εισοδήματός του, το μορφωτικό του επίπεδο και οι κοινότητες στις οποίες ανήκει., πολιτιστικό περιβάλλον : το σύνολο των πολιτιστικών δημιουργημάτων του ανθρώπου (αρχαιολογικοί χώροι, νεότερα μνημεία, παραδοσιακοί οικισμοί, εκκλησίες και μοναστήρια, λαογραφικές εκδηλώσεις): ιστορικό και ~ ~. [< αγγλ. cultural envirnoment], φυσικό περιβάλλον: οτιδήποτε προϋπήρχε στη φύση και δημιουργήθηκε ανεξάρτητα από τον άνθρωπο: Το ~ ~ διακρίνεται σε βιοτικό (ζώα και φυτά) και αβιοτικό (έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα, κλίμα). Οικολογικά και φιλικά προς το ~ ~ προϊόντα. Διάσωση/καταστροφή/μόλυνση/ρύπανση του ~ού ~οντος. Βλ. οικοσύστημα. ΑΝΤ. δομημένο περιβάλλον, γραφικό περιβάλλον βλ. γραφικός, διαχείριση του περιβάλλοντος βλ. διαχείριση, δομημένο περιβάλλον βλ. δομημένος, λειτουργικό περιβάλλον βλ. λειτουργικός, παραθυρικό περιβάλλον βλ. παραθυρικός, περιβαλλοντική οικονομία βλ. οικονομία, προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. προστασία, υποβάθμιση του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. υποβάθμιση ● ΦΡ.: επαφή με το περιβάλλον βλ. επαφή [< αρχ. περιβάλλον, ουσιαστικοπ. μτχ. εν. ουδ. του ρ. περιβάλλω, αγγλ. environment, γαλλ. environnement, milieu]

περιθώριο

περιθώριοπε-ρι-θώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {περιθωρί-ου | -ων} 1. κενό διάστημα που δημιουργείται σε κάθε σελίδα γύρω από κείμενο ή εικόνα: αριστερό/δεξί/λευκό ~. Ζωγραφιές/σημειώσεις/σχόλια στο ~. Πβ. άκρη. Βλ. μπορντούρα.|| Το ~ του χάρτη. 2. (κατ' επέκτ.) ελεύθερος χώρος σε μία ή περισσότερες πλευρές ενός αντικειμένου (ή επιφάνειας), η άδεια περιοχή γύρω από αυτές: Άφησε λίγο/μερικά εκατοστά ~. 3. (μτφ.) όριο πέρα από το οποίο κάτι δεν είναι πλέον αποδεκτό ή δυνατό: Έχει ~ μιας εβδομάδας/τριών ημερών (για) να τελειώσει (πβ. προθεσμία). Τα χρονικά ~α είναι περιορισμένα/έχουν εξαντληθεί/στενεύουν. Πβ. τράτο.|| Δεν υπάρχει (κανένα) ~ αμφιβολίας/αντίδρασης/βελτίωσης/εφησυχασμού. Κείμενο που αφήνει ~ για πολλές ερμηνείες. Δεν του έδωσαν πολλά ~α αισιοδοξίας/ελιγμών/επιλογών (πβ. δυνατότητα, ευχέρεια). 4. ΟΙΚΟΝ. η διαφορά ανάμεσα στην τιμή πώλησης και κόστους, στην τιμή αγοράς και παραγωγής ενός προϊόντος: εμπορικό ~. ~ ασφαλείας/κέρδους. ● ΣΥΜΠΛ.: (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας: κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού: Βρίσκονται/έχουν τεθεί/ζουν στο ~ ~ για οικονομικούς λόγους/εξαιτίας της ανεργίας., ηπειρωτικό περιθώριο: ΓΕΩΓΡ. η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα μαζί με την ηπειρωτική κατωφέρεια. [< γαλλ. marge continentale] , περιθώριο σφάλματος/λάθους: ΣΤΑΤΙΣΤ. αριθμός που εκφράζει το ποσοστό λάθους με απόκλιςση στα αποτελέσματα μιας έρευνας ή μέτρησης. Βλ. συν-πλην. [< αγγλ. margin of error] ● ΦΡ.: βάζω (ή αφήνω/εξωθώ/θέτω) κάποιον/μπαίνω στο περιθώριο: παραμερίζω, παραγκωνίζω κάποιον ή παραγκωνίζομαι: Έχει εξωθηθεί/τέθηκε στο (πολιτικό και κομματικό) ~ από τους αντιπάλους του.|| Η νεολαία δεν μπαίνει ~ ~., στο περιθώριο 1. για κάτι που γίνεται ανεπίσημα ή κρυφά στο πλαίσιο επίσημης εκδήλωσης: συζητήσεις ~ ~ της συνάντησης/συνόδου κορυφής. Βλ. παρασκήνιο. 2. για κάτι που βρίσκεται εκούσια ή έχει τεθεί ακούσια εκτός ενός νόμιμου ή κοινά αποδεκτού συνόλου: Κινούνται ~ ~ του νόμου (= παράνομα).|| Προβλήματα που βρίσκονται/έχουν στριμωχθεί/έχουν περάσει ~ ~ της πολιτικής (ατζέντας) (= που έχουν παραγκωνισθεί, υποσκελιστεί). [< γαλλ. en marge de] , του περιθωρίου: περιθωριακός: άνθρωποι/γλώσσα (πβ. αργκό) ~ ~. [< μεσν. *περιθεώριον, γαλλ. marge]

πολιτική

πολιτικήπο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. πεδίο δράσης που αφορά τη διαχείριση και την άσκηση εξουσίας σε ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο: Αποσύρθηκε από/ασχολείται με/ενδιαφέρεται για την ~. Αναμείχθηκε/κάνει καριέρα/μπήκε στην ~. Πβ. πολιτικά. Βλ. κοινά. 2. το σύνολο των μέτρων και των χειρισμών που ακολουθούνται από μια κυβέρνηση σε συγκεκριμένο τομέα: αμυντική/αναπτυξιακή/ ανεπίσημη/ βιομηχανική/δημόσια/διαρθρωτική/διεθνής/εκπαιδευτική/εμπορική/ενεργειακή/εξωτερική/επίσημη/επιστημονική/ερευνητική/μεταναστευτική/μεταρρυθμιστική/ναυτιλιακή/νομοθετική/οικογενειακή/περιβαλλοντική/περιφερειακή/τεχνολογική/φορολογική ~. Η εθνική/κρατική/κυβερνητική ~.|| Είναι αντίθετοι/διαφωνούν με την ~ των κομμάτων.|| Η ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ για την απασχόληση. Βλ. υδρο~. 3. (γενικότ.) τρόπος διακυβέρνησης: αποτυχημένη/επιτυχημένη ~. ~ συνοχής. Διαμόρφωση/προώθηση/χάραξη ~ής λιτότητας/παροχών. Οι βασικοί άξονες μιας ~ής. Ασκείται αντιλαϊκή/αυταρχική/δημαγωγική/επεκτατική (βλ. ιμπεριαλισμός)/ήπια/μετριοπαθής/προοδευτική/ριζοσπαστική/ρυθμιστική/σκληρή/συναινετική/συντηρητική/φιλειρηνική/φιλελεύθερη ~. Βλ. μικρο~, παρα~. 4. τρόπος διαχείρισης ή αντιμετώπισης ορισμένης κατάστασης: αποτελεσματική/επιθετική/εποικοδομητική/σταθερή/συνεπής/συνετή ~. Ενίσχυση μιας ~ής. Ακολουθείται/εφαρμόζεται ~ ανοχής/αντιποίνων/απορρήτου/αυξήσεων (των τιμολογίων)/προστασίας προσωπικών δεδομένων/στήριξης (της ανάπτυξης)/συμβιβασμού/συμφιλίωσης. Αναθεωρώ/εισηγούμαι/εγκαταλείπω/προωθώ/συνεχίζω/υιοθετώ μια ~. Δεν θα περάσει η ~ του εκφοβισμού. Πβ. γραμμή, τακτική. Βλ. μεθόδευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτική/τιμολογιακή ~. Η ~ ανταγωνισμού/τιμών της εταιρείας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική πολιτική: που σχετίζεται με την αντιμετώπιση βασικών κοινωνικών προβλημάτων, κυρ. των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων ως προς το επίπεδο διαβίωσης, σε τομείς όπως η υγεία, η πρόνοια, οι ασφαλίσεις, οι αμοιβές, ώστε να εξασφαλίζεται η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η κοινωνική ισορροπία., αγροτική πολιτική βλ. αγροτικός, δημοσιονομική πολιτική βλ. δημοσιονομικός, εισοδηματική πολιτική βλ. εισοδηματικός, νομισματική πολιτική βλ. νομισματικός, οικονομική πολιτική βλ. οικονομικός, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων βλ. κανονιοφόρος, πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας βλ. επικοινωνία, υψηλή πολιτική βλ. υψηλός, χαμηλή πολιτική βλ. χαμηλός [< 1: αρχ. πολιτική, γαλλ. politique 2,3,4: γαλλ. politique, αγγλ. politics]

πρόνοια

πρόνοιαπρό-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας}: σκέψη, φροντίδα για κάτι μελλοντικό· (ειδικότ.-επίσ.) δημόσια μέριμνα για όσους έχουν ανάγκη: ιατρική ~. ~ για τους άστεγους/τις πολύτεκνες οικογένειες/τους σεισμοπαθείς. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να … Είχαν την ~ να διαφυλάξουν τον πολιτιστικό πλούτο (πβ. σύνεση). Διεύθυνση/επιμελητής/ιδρύματα/παροχές/πολιτική/πρόγραμμα/Ταμείο/φορείς ~ας. Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και ~ας. Επαγγέλματα/μονάδες/υποδομές ~ας. Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και ~ας.|| (στην Κύπρο, στον πληθ., πρόβλεψη:) Βασικές ~ες του νόμου. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Πρόνοια & πρόνοια του Θεού: ΘΕΟΛ. η μέριμνα του Θεού για το Σύμπαν και τους ανθρώπους με σκοπό τη σωτηρία τους., κοινωνική πρόνοια: ΠΟΛΙΤ. παροχή από το Κράτος χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών σε οικονομικά ασθενέστερες ομάδες., κράτος πρόνοιας: το οποίο στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά όσους πολίτες έχουν ανάγκη. Βλ. κοινωνική αλληλεγγύη. ΣΥΝ. κοινωνικό κράτος [< γερμ. Wohlfahrtstaat] [< αρχ. πρόνοια]

προστασία

προστασίαπρο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαφύλαξη της ακεραιότητας, της ασφάλειας προσώπου ή πράγματος, παροχή υλικής ή/και ηθικής υποστήριξης σε κάποιον ή κάτι, προάσπιση κοινού αγαθού: αντισεισμική/απόλυτη/δασική/ηλεκτρική/μεταλλική/φυσική ~. ~ από ασθένειες/τη βροχή/τον ήλιο/καταστροφές/το κρύο/τη σκουριά. ~ της ανθρώπινης ζωής/αρχαιολογικών μνημείων-χώρων/του εδάφους/(ΝΟΜ.) μαρτύρων/της οικογένειας/της πανίδας/του πλανήτη/πληροφοριών/πνευματικών δικαιωμάτων/πολιτιστικής κληρονομιάς/πολιτών/(ΟΙΚΟΝ.) προϊόντος (βλ. προστατευτισμός)/συμφερόντων/των υδάτων/υποδομών/της χλωρίδας. Ανάγκη/ασπίδα/εταιρεία/κανόνες/μέτρα/οδηγός/πολιτική/πρόγραμμα/συμβάσεις/σχέδιο/(ΝΟΜ.) τίτλος (βλ. υπόδειγμα χρησιμότητας) ~ας. Αρχή/δήλωση/πολιτική ~ας προσωπικών δεδομένων. Ζώνες ~ας. ~ του απορρήτου των επικοινωνιών. Ζητώ την/καταφεύγω στην ~ κάποιου. Το δάσος βρίσκεται/τελεί υπό καθεστώς ~ας. Βαφή για την ~ από τη διάβρωση. Πβ. προφύλαξη. Βλ. ομπρέλα, νευρο~, πυρο~, υπερ~, φωτο~.|| (συνεκδ., το μέσο με το οποίο παρέχεται ~) ~ες οθόνης/υπερθέρμανσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ηλεκτρονικού υπολογιστή από ιό/μνήμης. Κωδικός/λογισμικό ~ας. Ψηφιακή ~ κατά της αντιγραφής DVD.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού/της Παναγίας. 2. παροχή ασφάλειας σε πρόσωπο ή επιχείρηση που γίνεται εκβιαστικά και έναντι αμοιβής, συνήθ. από άνθρωπο του υποκόσμου: ~ νυχτερινών κέντρων. Κατέβαλε χιλιάδες ευρώ για ~. Πληρώνει ~. 3. ΝΟΜ. {χωρ. πληθ.} καθεστώς κηδεμονίας που ασκείται από ισχυρό σε μικρό και ανίσχυρο κράτος: Έζησαν κάτω από ξένη ~ (βλ. προτεκτοράτο). ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης προστασίας: αριθμητική ένδειξη η οποία δηλώνει τον βαθμό προφύλαξης που παρέχει ένα προϊόν απέναντι σε συγκεκριμένο επικίνδυνο παράγοντα, κυρ. τον ήλιο: ~ ~ αντηλιακού. Κρέμες με ~η ~., έννομη προστασία: που παρέχεται από τα αρμόδια όργανα (δικαστήρια), όπως ορίζει ο νόμος: ~ ~ των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων/του περιβάλλοντος., κοινωνική προστασία: το σύνολο των μέτρων κοινωνικής πολιτικής, πρόνοιας και διοίκησης που λαμβάνονται για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται σε άτομα και ομάδες τα οποία χρήζουν θεσμικής φροντίδας από το κοινωνικό σύνολο: δαπάνες/παροχή/πιστοποιητικό ~ής ~ας., νομική προστασία: ΝΟΜ. ασφαλιστικός κλάδος ο οποίος αναλαμβάνει την κάλυψη όλων των δικαστικών εξόδων που θα απαιτηθούν σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος χρειαστεί να προσφύγει στο δικαστήριο, προκειμένου να περιφρουρήσει τα έννομα συμφέροντά του: ~ ~ οικογένειας/οχήματος και οδηγού., πολιτική προστασία: συντονισμένη δράση εθνικών, περιφερειακών και τοπικών υπηρεσιών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών, τεχνολογικών και περιβαλλοντικών καταστροφών: εθελοντικές οργανώσεις/μέτρα/μονάδες/σχεδιασμός/φορείς ~ής ~ας. Κινητοποίηση των μηχανισμών ~ής ~ας. Βλ. ΓΓΠΠ., προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος & της φύσης: ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που στοχεύουν στην πρόληψη της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος (δασών, δρυμών, υδροβιότοπων, τοπίων φυσικού κάλλους, θαλασσών, παραλιών, λιμνών, πηγών, ποταμών, σπηλαίων), καθώς και την αποκατάσταση, διατήρηση και βελτίωσή του. , σύστημα προστασίας: τεχνολογικό προϊόν που προφυλάσσει από ενδεχόμενο κίνδυνο· κατ' επέκτ. σύνολο μέτρων για την προάσπιση κοινού αγαθού αυτόματο/προηγμένο ~ ~. Ηλεκτρονικά (αντικλεπτικά) ~ατα ~ εμπορευμάτων. Πβ. συστήματα ασφαλείας.|| ~ ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων., ανοδική προστασία βλ. ανοδικός, καθοδική προστασία βλ. καθοδικός, κέντρο προστασίας παιδιών βλ. παιδί, οδική βοήθεια βλ. οδικός, προστασία (της) μητρότητας βλ. μητρότητα, προστασία (του) καταναλωτή/(των) καταναλωτών βλ. καταναλωτής, τείχος προστασίας βλ. τείχος ● ΦΡ.: πουλά προστασία: ζητά εκβιαστικά χρήματα, για να διαφυλάξει κάποιον από κίνδυνο, υπαρκτό ή μη: ~ ~ σε νυχτερινά μαγαζιά., υπό την προστασία (κάποιου) (λόγ.) & κάτω από την προστασία: έχοντας την υποστήριξη, τη βοήθεια, τη φροντίδα κάποιου: Είχα/πήρα το παιδί ~ ~ μου. Μην την ενοχλείς, είναι ~ ~ μου. Πβ. (συμ)μαζεύω.|| ~ ~ του ΟΗΕ. Το συνέδριο τελεί ~ ~ (= υπό την αιγίδα) του ... [< μτγν. προστασία, γαλλ.-αγγλ. protection]

συμβόλαιο

συμβόλαιοσυμ-βό-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβολαί-ου}: ΝΟΜ. γραπτή συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, με την οποία οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται απέναντι στους όρους της και ειδικότ. σύμβαση εργασίας· συνεκδ. το σχετικό επίσημο έγγραφο: αποκλειστικό/ασφαλιστήριο/διετές/δισκογραφικό/επαγγελματικό/μεταβιβαστικό/μισθωτήριο/προγαμιαίο/προθεσμιακό/συνταξιοδοτικό/τηλεοπτικό/(μτφ.) χρυσό ~. ~ γονικής παροχής/πώλησης (κατοικίας)/συνεργασίας/συντήρησης (εξοπλισμού)/τεχνικής υποστήριξης. Αθέτηση/αναπροσαρμογή/αξία/διακοπή/εξαγορά/επέκταση/καταγγελία/λύση/όροι/παραβίαση του ~ου.|| ~ διάρκειας ενός έτους/ύψους ... ευρώ. Έκλεισε/έχει συνάψει ~ με την εταιρεία ... Ακύρωσε/ανανέωσε/έσπασε το ~ό του. Ο παίκτης δεσμεύεται με ~/θα τιμήσει το ~ό του (ενν. με την ομάδα). Το ~ό της με τον (τηλεοπτικό) σταθμό λήγει το καλοκαίρι. (μτφ.) Κανείς δεν κάνει ~ με την επιτυχία (: δεν είναι δεδομένη).|| Αντίγραφο ~ου. Η αξία του ακινήτου αναγράφεται στο ~. Το όνομα του παίκτη θα ανακοινωθεί, μόλις πέσουν οι υπογραφές στα ~α. (συνήθ. για συμβολαιογράφο) Ανέλαβε τη σύνταξη του οριστικού ~ου. Πβ. συμφωνητικό. Βλ. προσύμφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό συμβόλαιο: συμφωνία, πραγματική ή υποθετική, μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, βάσει της οποίας καθένα από αυτά παραχωρεί τα φυσικά του δικαιώματα, με αντάλλαγμα έννομα δικαιώματα στο πλαίσιο οργανωμένου κράτους. [< αγγλ. social contract, 1660, γαλλ. contrat social] , λευκό συμβόλαιο: (κυρ. για αθλητή) που δεν αναγράφεται η αμοιβή του ή εμφανίζεται ότι δεν εισπράττει χρήματα: πρακτική ~ών ~ων (: για φοροαποφυγή και των δύο συμβαλλομένων). Έρχομαι στην ομάδα και με ~ ~ (: χωρίς αποδοχές)., συμβόλαιο τιμής: προφορική δέσμευση για εκπλήρωση υπόσχεσης, τήρηση συμφωνίας: (σε προεκλογικό λόγο) Το πρόγραμμά μας είναι ~ ~ με τον λαό., κλειστό συμβόλαιο βλ. κλειστός, συμβόλαιο θανάτου βλ. θάνατος ● ΦΡ.: ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος & (σπάν.) σπαθί (προφ.-μτφ.): για πρόσωπο που τηρεί τις υποσχέσεις του, που είναι άξιο εμπιστοσύνης., στα συμβόλαια (προφ.): στη φάση των τελικών διαπραγματεύσεων πριν ή μέχρι και την οριστική υπογραφή ενός συμβολαίου: Βρήκαμε σπίτι για αγορά και τώρα είμαστε ~ ~. [< αρχ. συμβόλαιον, γαλλ. contrat, αγγλ. contract]

συναίνεση

συναίνεσησυ-ναί-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκατάθεση, συμφωνία: απαραίτητη/γενική/γονική/γραπτή/εθνική/ευρεία/πολιτική/ρητή/σιωπηρή ~. ~ του ενδιαφερομένου/μεταξύ των κομμάτων/των πολιτών. Αποτέλεσμα/βαθμός/επίτευξη/πνεύμα/προϊόν ~ης. Mε ~ ο διάλογος για το ασφαλιστικό. Έδωσε/εξασφάλισε/πέτυχε τη ~ή του.|| (ΝΟΜ.) Γονική ~. ΣΥΝ. συγκατάνευση ΑΝΤ. απόρριψη (1), άρνηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή/κοινωνική συναίνεση: έγκριση που παρέχεται από τον λαό ή γενικότ. το κοινωνικό σύνολο σε αποφάσεις και μέτρα που λαμβάνει η πολιτική ηγεσία και το(ν) αφορούν άμεσα: μεταρρυθμίσεις με ~ ~. ● ΦΡ.: κοινή συναινέσει [κοινῇ συναινέσει]: ΝΟΜ. με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, με κοινή συμφωνία: διαζύγιο/λύση συμβολαίου ~ ~. Έλυσαν τη συνεργασία τους ~ ~. [< γαλλ. de commun accord] [< μτγν. συναίνεσις, γαλλ. consentement]

συνοχή

συνοχήσυ-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ύπαρξη στενού δεσμού ανάμεσα σε πρόσωπα, πράγματα ή αφηρημένες έννοιες: εδαφική/εθνική/εσωτερική/οικονομική/περιφερειακή ~. ~ του κόμματος/του κράτους/της οικογένειας/της Πολιτείας. Πολιτική ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απειλείται/κινδυνεύει η ~ της ομάδας μας. Πβ. δέσιμο, ενότητα.|| ~ αρμών/(οικοδομικών) υλικών. Πβ. συναρμογή, σύνδεση. 2. λογική αλληλουχία: ~ σκέψεων. Επιχειρήματα χωρίς ~. Πβ. ειρμός, συνάφεια.|| (ΓΛΩΣΣ., ως κειμενική λειτουργία, σε ό,τι αφορά τη μορφή:) ~ αφήγησης/λόγου/παραγράφου. Δείκτες/λέξεις ~ής (π.χ. αφού, εφόσον, επιπρόσθετα, κατά συνέπεια). Βλ. συνεκτικότητα. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. δύναμη έλξης μεταξύ των μορίων της ύλης: ~ στερεών/υγρών. Μοριακή ~. Δυνάμεις ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική συνοχή: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία αμβλύνονται οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας και επικρατεί αίσθημα ασφάλειας, ενότητας και αλληλεγγύης: Διαλύεται/θραύεται η ~ ~ του τόπου. Βλ. κοινωνικός ιστός., Ταμείο Συνοχής βλ. ταμείο [< 1,2: μτγν. συνοχή, γαλλ. cohésion]

τάξη

τάξητά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. τήρηση κανόνων, οργάνωση, μεθοδικότητα· κατ' επέκτ. εύρυθμη λειτουργία, κοινωνική ομαλότητα, νομιμότητα: ~ και καθαριότητα/νοικοκυροσύνη. Επιτέλους, έβαλε/μπήκε ~ εδώ μέσα! Στο σπίτι τους βασίλευε/επικρατούσε η απόλυτη ~. ΑΝΤ. ακαταστασία, αταξία.|| Έχει ~ στη δουλειά της (= είναι τακτική). Πβ. οργανωτικ-, συστηματικ-ότητα.|| Η κοινοβουλευτική ~ (: οι κανονισμοί που καθορίζουν τη λειτουργία της Βουλής). Η φυσική ~ των πραγμάτων. (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμική ~ και χάος.|| Αποκατάσταση/διασάλευση/διατήρηση/επαναφορά της ~ης. Μονάδες Αποκατάστασης ~ης (ακρ. ΜΑΤ). Διαφυλάσσω/επιβάλλω την ~. Πβ. ευταξία. ΑΝΤ. αναρχία. 2. υποδιαίρεση του κύκλου σπουδών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σχολικό έτος· συνεκδ. οι μαθητές ή/και ο διδάσκων, η αίθουσα διδασκαλίας: προπαρασκευαστική ~. Το αναλυτικό πρόγραμμα/τα βιβλία/τα μαθήματα/η ύλη κάθε ~ης. ~εις ένταξης/μικτής ικανότητας/υποδοχής (για αλλοδαπούς μαθητές). Επαναλαμβάνω/περνώ/χάνω την ~ (= δεν προβιβάζομαι). Πηγαίνει στην έκτη ~ του Δημοτικού/στην τρίτη ~ του Γυμνασίου/Λυκείου. Eίναι/πάνε στην ίδια ~ (= είναι συμμαθητές).|| (ειδικότ., στη φροντιστηριακή εκπαίδευση:) ~εις ενηλίκων (= τμήματα). Θα βγάλει/κάνει την ~ το καλοκαίρι.|| Οι μικρές/μεγάλες ~εις (: αναφορικά με την ηλικία των μαθητών). Αξιολόγηση/διαχείριση της ~ης. Επίσκεψη της ~ης στο μουσείο. Είναι πρώτος στην ~ (του).|| Η έδρα/τα θρανία/ο πίνακας της ~ης. Απουσιάζω από την ~.|| Εικονική-δυνητική ~ (= τηλε~). 3. θέση σε ιεραρχία: λογιστής/μηχανικός Α'/Β'/Γ' ~εως. Βλ. βαθμίδα, βαθμός. 4. κατηγορία σε σύστημα ταξινόμησης: η Τάξις των Θετικών Επιστημών/των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών/των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (: της Ακαδημίας Αθηνών).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~εις λαμπρότητας αστέρων.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) Η ~ των κολεόπτερων. Βλ. (συν)ομοταξία, υπερ~, υπο~.|| (ΜΑΘ.) Διαφορικές εξισώσεις πρώτης/ανώτερης ~ης.|| (ΧΗΜ.) Οργανική ένωση που ανήκει στην ~ των μονοσακχαριτών.|| (γενικότ.) Παρουσίαση εργογραφίας κατά χρονολογική ~ (= σειρά). 5. {συνήθ. στον πληθ.} οργανωμένο σύνολο ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά: διαφωνίες στις ~εις (= στους κόλπους/κύκλους) των εκπαιδευτικών/εργαζομένων σχετικά με ...|| (ειρων.) Η ευγενής/συμπαθής ~ των ... Πβ. σινάφι.|| Οι ~εις των προοδευτικών/συντηρητικών. Πβ. παράταξη.|| Οι ~εις της Ελληνικής Αστυνομίας.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρετεί στις ~εις των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις (= τα τάγματα) των Αγγέλων. 6. {στη γεν.} επίπεδο, είδος: προβλήματα διαφορετικής ~ης. Άλλης ~εως θέμα είναι το ... Πβ. κλάση2. 7. διάταξη, σχηματισμός: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό πολεμούσε σε πυκνή ~. Βλ. παράταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικής τάξης/τάξεως: που σχετίζεται με την ηθική: ζητήματα/θέματα/προβλήματα ~ ~. Για λόγους ~ ~. [< γαλλ. d'ordre moral] , ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη & η-τάξη: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα οργάνωσης και διαχείρισης εκπαιδευτικού υλικού στο διαδίκτυο που επιτρέπει τη συνεχή αλληλεπίδραση εκπαιδευτή και εκπαιδευομένου. Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -εκπαίδευση, -μάθηση, -τάξη. [< αγγλ. e-class] , κοινωνική τάξη & τάξη: καθεμία από τις ομάδες που διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση το οικονομικό ή μορφωτικό επίπεδο των μελών τους, τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία ή/και το επάγγελμα: ανώτερη/μεσαία/κατώτερη ~ ~.|| Η αγροτική/άρχουσα/αστική/εργατική (= ο εργαζόμενος λαός)/κυβερνώσα/κυρίαρχη/λαϊκή ~. Η ~ των μικρομεσαίων. Οι ασθενέστερες (οικονομικά)/εύπορες/παραγωγικές/υψηλές/χαμηλές (εισοδηματικά) ~εις. Σύγκρουση των ~εων. ΣΥΝ. στρώμα (3), νέα τάξη (πραγμάτων): διαμόρφωση νέας κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο μετά από σημαντικές μεταβολές στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα· γενικότ. αλλαγή κατεύθυνσης, πορείας: Δημιουργείται μια ~ ~.|| ~ ~ στην πολιτική. Πβ. νέα εποχή., πάλη των τάξεων & ταξική πάλη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύγκρουση ταξικών συμφερόντων, κυρ. ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, η οποία, σύμφωνα με τον μαρξισμό, βρίσκεται στη βάση της εξέλιξης της ιστορίας., έννομη τάξη βλ. έννομος, η καθεστηκυία τάξη βλ. καθεστηκυία, όργανο της τάξης/τάξεως βλ. όργανο, τάξη μεγέθους βλ. μέγεθος ● ΦΡ.: ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη (επίσ.): του επισημαίνω ότι έχει υπερβεί τα όρια, τον υποχρεώνω να πειθαρχήσει. [< γαλλ. rappeler à l' ordre] , βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη & βάζω/μπαίνει τάξη σε κάτι: τακτοποιώ/διευθετείται: Βάζω σε τάξη τις ιδέες/τις σημειώσεις/τις σκέψεις μου. Βάλε τάξη στο δωμάτιο/στη ζωή σου. Το αρχείο μπήκε σε τάξη., πρώτος/δεύτερος τη τάξει (επίσ.): που βρίσκεται στα ανώτερα ιεραρχικά κλιμάκια, κατέχοντας την πρώτη/δεύτερη θέση: πρώτος ~ ~ αξιωματούχος/πολίτης του κράτους (= ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)/υπουργός (πβ. πρωτοκλασάτος)., της τάξεως/τάξης (+ γεν.): του ύψους, του επιπέδου: άνοδος/απώλειες/αύξηση/έλλειμμα/κέρδη/πλεόνασμα ~ ~ του ... %. Ποσό ~ ~ των δύο χιλιάδων ευρώ., διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης βλ. διασάλευση, ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω, μένω στην ίδια τάξη βλ. μένω, πρώτης τάξεως/τάξης βλ. πρώτος [< αρχ. τάξις ‘διάταξη ή γραμμή μάχης, παραγγελία, ρόλος, θέση, κοινωνική τάξη’, γαλλ. ordre, classe]

υπηρεσία

υπηρεσία[ὑπηρεσία] υ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εργασία που ανατίθεται σε δημόσιο συνήθ. υπάλληλο ή στρατιωτικό και ο χρόνος που διαρκεί: ~ γραφείου. Αναλαμβάνω/εκτελώ ~. Άρνηση ~ας.|| Βρίσκεται/είναι/τίθεται εκτός ~ας (: απολύεται ή απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του). Απαγορεύεται η εγκατάλειψη του πόστου σας εν/σε ώρα ~ας. (λόγ.) Σκοτώθηκαν εν ~.|| Αξιωματικός/λοχίας/υπάλληλος ~ας (: που αναλαμβάνει την εκτέλεση μιας εργασίας ανά τακτά διαστήματα και για ορισμένο χρόνο).|| Έχει έξι χρόνια ~ σε τράπεζα. Πβ. προϋπηρεσία.|| Συντάξιμη ~. Αποσύρθηκε από την ενεργό ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Ένοπλη ~. Ελεύθερος ~ας. 2. (συνεκδ.) τομέας ή κλάδος, συνήθ. με ιεραρχική οργάνωση, που είναι επιφορτισμένος με συγκεκριμένο έργο: αρμόδια/διοικητική/ιατρική/νομική/νοσηλευτική/οικονομική/συμβουλευτική/ταμειακή/τελωνειακή/τεχνική/υγειονομική ~. Δημόσιες ~ες (απασχόλησης). ~ ασφαλείας/βιβλιοθήκης/διαμεσολάβησης/διαχείρισης/εκδόσεων/επικοινωνίας/(τηλεφωνικού) καταλόγου/Τύπου/υγείας/χαρτογράφησης. Γραφεία και ~ες του δήμου/κράτους/οργανισμού/πανεπιστημίου/υπουργείου. Διάρθρωση/λειτουργία/οργάνωση της ~ας. Ο προϊστάμενος/το προσωπικό της ~ας. Πβ. Αρχή.|| (σε επωνυμίες κρατικών ~ών, με κεφαλ. Υ) ~ Πολιτικής Αεροπορίας (ακρ. ΥΠΑ). Γεωγραφική ~ Στρατού (ακρ. ΓΥΣ). Μεταφραστική ~ του Υπουργείου Εξωτερικών. Υδρογραφική ~ του Πολεμικού Ναυτικού. Eθνική ~ Πληροφοριών (ακρ. EYΠ). 3. το σύνολο των παροχών που προσφέρει μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση: διαδικτυακή/ηλεκτρονική/νόμιμη/ταχυδρομική/τηλεφωνική ~. Δωρεάν ~ ανταλλαγής άμεσων μηνυμάτων. Έλεγχος/κατάσταση/ποιότητα/χρεώση ~ών. Οι ~ες του ξενοδοχείου είναι άψογες. Βλ. τηλεϋπηρεσίες. 4. προσφορά, συνήθ. χωρίς αντάλλαγμα, υπηρέτηση σκοπού: Του απένειμαν παράσημο για τις εξαίρετες/πολύτιμες ~ες του στο έθνος.|| Η επιστήμη (τίθεται) στην ~ των ανθρώπων. Έθεσε τον εαυτό του στην ~ του Θεού/του κοινωνικού συνόλου/της πατρίδας. Πβ. διακονία. 5. (συνεκδ.-κυρ. παλαιότ.) υπηρέτης ή υπηρετικό προσωπικό: δωμάτιο/είσοδος/σκάλα/στολή ~ας. Πβ. οικιακή βοηθός, παραδουλεύτρα.υπηρεσίες (οι): μη υλικά αγαθά που προσφέρονται από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς και συγκροτούν τον τριτογενή τομέα παραγωγής. ● ΣΥΜΠΛ.: καλές υπηρεσίες: ΠΟΛΙΤ. διπλωματική παρέμβαση τρίτου προσώπου ή κράτους για την ειρηνική επίλυση διαφορών., κινητές υπηρεσίες: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που προσφέρει ένα κινητό τηλέφωνο στον χρήστη εκτός από τις υπηρεσίες φωνής και γραπτών μηνυμάτων: ~ ~ δεδομένων. [< αγγλ. mobile services] , κοινωνικές υπηρεσίες: παροχές που δίνονται από ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς για την οικονομική, ψυχολογική ή πνευματική στήριξη των μελών μιας κοινωνίας· συνεκδ. οι αντίστοιχοι φορείς: ~ ~ του δήμου/κοινής ωφέλειας. [< αγγλ. social services] , υπηρεσία μιας στάσης: εταιρεία ή γραφείο που προσφέρει γρήγορα και άμεσα ποικιλία υπηρεσιών στους πελάτες, όπως συμβουλές, πληροφόρηση ή χορήγηση βεβαιώσεων και δικαιολογητικών. [< αγγλ. one-stop shop] , υπηρεσία υπαίθρου (επίσ.): αγροτικό: γιατρός υπόχρεος ~ας ~., (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία βλ. μετεωρολογικός, ανάληψη υπηρεσίας βλ. ανάληψη, Αρχαιολογική Υπηρεσία βλ. αρχαιολογικός, αστυκτηνιατρική υπηρεσία βλ. αστυκτηνιατρικός, δελτίο παροχής υπηρεσιών βλ. δελτίο, διατεταγμένη υπηρεσία βλ. διατάσσω, Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία βλ. εθελοντικός, καθολική υπηρεσία βλ. καθολικός, μυστικές υπηρεσίες βλ. μυστικός, Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα βλ. πυροσβεστικός, στολή υπηρεσίας βλ. στολή, υπηρεσία δωματίου βλ. δωμάτιο ● ΦΡ.: είμαι/έχω υπηρεσία: είναι η σειρά μου να εκτελέσω μια εργασία, η οποία ανατίθεται συνήθ. διαδοχικά σε άτομα ανά τακτά χρονικά διαστήματα., εξέρχομαι της υπηρεσίας (επίσ.): φεύγω, αποχωρώ από δημόσια υπηρεσία, κυρ. λόγω συνταξιοδότησης: Ο Νόμος ισχύει για όσους υπαλλήλους ~ονται ~ από ... [< 1,2,3: γαλλ. service 4: αρχ. ὑπηρεσία 5: γαλλ. femme de service]

υποχρέωση

υποχρέωση[ὑποχρέωση] υ-πο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε επιβάλλεται από τον νόμο ή από κοινωνική, ηθική επιταγή: αδήριτη/αναγκαία/επιτακτική ~. ακαδημαϊκές/επαγγελματικές/επείγουσες/μακροπρόθεσμες/οικονομικές/πολλές/στοιχειώδεις ~ώσεις. Ανέλαβε/έχει την ~ να ... Εκπληρώνει τις ~ώσεις του. Δεν έχεις μόνο δικαιώματα, αλλά και ~ώσεις. Κάνω ταξίδια, όταν μου το επιτρέπουν οι ~ώσεις μου (: όταν βρίσκω ελεύθερο χρόνο). Δεν θα έρθω μαζί σας, έχω άλλες ~ώσεις. (ως έκφραση ευγένειας:) ~ή μου! Πβ. καθήκον.|| (ΝΟΜ.) ~ του οφειλέτη.|| (ΣΤΡΑΤ.) Εθελοντές Πενταετούς ~ης (ακρ. ΕΠΥ). 2. αίσθημα ευγνωμοσύνης και οφειλής απέναντι σε κάποιον, για ωφέλεια, εξυπηρέτηση, βοήθεια: Αισθάνομαι/έχω/νιώθω μεγάλη ~ απέναντί του. Τους κάλεσε σπίτι της για να βγάλει την ~/βγει από την ~ (: για να ανταποδώσει την ~). Το θεωρώ ~ή μου να … ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικές υποχρεώσεις: που ορίζονται από τους κοινωνικούς κανόνες, όπως προσφορά δώρων ή παρουσία σε εκδηλώσεις ή εκκλησιαστικά μυστήρια. [< γαλλ. obligations sociales] , οικογενειακές υποχρεώσεις: δεσμεύσεις που αναλαμβάνει κάποιος απέναντι στην οικογένειά του, όπως οικονομική ή ηθική στήριξη, φροντίδα ανήλικων μελών, συμμετοχή σε δραστηριότητες· ειδικότ. το να έχει κάποιος σύζυγο και κυρ. παιδιά: Δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στην εκδήλωση λόγω ~ών ~ώσεων.|| Εργαζόμενοι με/χωρίς ~ ~. Πβ. οικογενειακά βάρη., στρατιωτικές υποχρεώσεις: στρατιωτική θητεία., ανειλημμένες υποχρεώσεις βλ. ανειλημμένος, συγγραφή υποχρεώσεων βλ. συγγραφή ● ΦΡ.: από υποχρέωση: για κάτι που κάνει κάποιος από αίσθηση ηθικού ή κοινωνικού χρέους, συνήθ. χωρίς να το θέλει πραγματικά: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~. [< γαλλ. obligation]

φύλο

φύλο[φῦλο] φύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. καθεμιά από τις δύο κατηγορίες, αρσενικό-θηλυκό, των ζωντανών οργανισμών και το σύνολο των χαρακτηριστικών που τις διακρίνουν με βάση τον αναπαραγωγικό τους ρόλο: το ανδρικό/γυναικείο ~. Βλ. χρωμόσωμα.|| Βιολογικό ~. Ο κοινωνικός ρόλος του ~ου. Στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα δύο ~α. Η ισότητα/μάχη των δύο ~ων. Βλ. έμφυλος.|| Διαταραχή ταυτότητας ~ου (: του εσωτερικού και προσωπικού τρόπου με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από τα βιολογικά του χαρακτηριστικά). Βλ. δυαδικός. 2. ΑΝΘΡΩΠ. ομάδα ανθρώπων με κοινά εθνολογικά ή ανθρωπολογικά γνωρίσματα: αρχαία ελληνικά/ινδοευρωπαϊκά/νοµαδικά ~α. Πβ. φυλή. 3. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, ανάμεσα στην υπερκλάση και το υποφύλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό φύλο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθένα από τα δύο φύλα σύμφωνα με τα συμπεριφορικά, ψυχολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που του αποδίδονται: διακρίσεις με βάση το ~ ~. Ιατρική του ~ού ~ου. Βλ. αρρενωπ-, θηλυκ-ότητα, φεμινισμός. [< αγγλ. gender, 1963] , το άλλο/αντίθετο φύλο: οι άντρες ή οι γυναίκες, αντίστοιχα: Η σχέση με το ~ ~., το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο: οι γυναίκες. [< γαλλ. le sexe faible, le beau/deuxième sexe] , το ισχυρό φύλο: οι άντρες. [< γαλλ. le sexe fort] , το τρίτο φύλο: οι ομοφυλόφιλοι. [< γαλλ. le troisième sexe] , αλλαγή φύλου βλ. αλλαγή [< αρχ. φῦλον ‘φυλή, λαός, γένος’, γαλλ. sexe]

οικονομία

οικονομία[οἰκονομία] οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) {οικονομιών} 1. ΟΙΚΟΝ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) το σύστημα παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης υλικών αγαθών και υπηρεσιών μιας κοινωνίας, η οικονομική κατάσταση και δραστηριότητα κράτους ή περιοχής καθώς και η βέλτιστη κατανομή πόρων· γενικότ. κάθε οικονομικό σύστημα: ανταγωνιστική/βιομηχανική/βιώσιμη/γεωργική/δημόσια (ή κρατική)/δικτυακή/δυναμική/εθνική/ενεργειακή/ευρωπαϊκή (/κοινοτική)/εύρωστη/ισχυρή/ναυτιλιακή/παγκόσμια/παράνομη (= παρα~)/πραγματική (ΑΝΤ. εικονική)/πράσινη/τοπική/τουριστική/υγιής/φτωχή ~. Η ~ της αγοράς. Αναθέρμανση/ανάκαμψη/δείκτες/διάρθρωση/θωράκιση/συρρίκνωση/σχεδιασμός/ύφεση της ~ας. Νόμπελ ~ας. Αναδυόμενες/αναπτυγμένες/αναπτυσσόμενες/περιφερειακές/υπανάπτυκτες ~ες. ~ες του πλανήτη/υπό μετάβαση. Η πορεία της ~ας. Προώθηση του εμπορίου και άνοιγμα της ~ας. Μέτρα ενίσχυσης/στήριξης/τόνωσης της ~ας. Επιβραδύνθηκε/επιταχύνθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης της ~ας της ευρωζώνης στο ... τρίμηνο του έτους ... Διεθνείς ~ες και Χρηματιστήριο. 2. (κατ' επέκτ.) η οικονομική επιστήμη, τα τμήματα διδασκαλίας της και το αντίστοιχο μάθημα· το σύνολο των σχολών και των δογμάτων της οικονομικής σκέψης: Σπουδές στην ~. Σχολή ~ας και Διοίκησης. Πβ. (χρηματο)οικονομικά, οικονομολογία. Βλ. μακρο~, μικρο~, νευρο~.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ.) Καπιταλιστική/κλασική/μαρξιστική/σοσιαλιστική ~. Βλ. -νομία. 3. περιορισμός εξόδων, αποφυγή σπατάλης και γενικότ. συνετή διαχείριση, χρήση ή δραστηριότητα με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα: σκληρή ~ (= λιτότητα). ~ στο ηλεκτρικό/στα καύσιμα/στο νερό/στο χαρτί/στα χρήματα. ~ στην κατανάλωση ενέργειας. Κάνει ~, για να πάει διακοπές. (ΤΕΧΝΟΛ.) Λάμπα ~ας (= εξοικονόμησης ενέργειας).|| (μτφ.) ~ γλώσσας/δυνάμεων/λόγου/χρόνου/χώρου. Πβ. φειδώ. Βλ. εξοικονόμηση. 4. διάταξη και κατανομή των επιμέρους διαφορετικών στοιχείων ενός καλλιτεχνικού συνήθ. έργου με στόχο τη δημιουργία οργανωμένου, λειτουργικού συνόλου: αφηγηματική/θεατρική/σκηνική ~. Παράκαμψη δευτερευόντων ζητημάτων για λόγους ~ας του κειμένου. Βλ. προ~.οικονομίες (οι): αποταμιευμένο απόθεμα χρημάτων: αιματηρές ~. Χρόνια έκανε ~. Έχω μερικές ~ στην άκρη/στην τράπεζα. Χάθηκαν οι ~ μιας ζωής. [< αγγλ. savings] ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη οικονομία (κυρ. παλαιότ.): στην οποία το κράτος παρεμβαίνει και κατευθύνει την οικονομική δραστηριότητα: κεντρικά ~ ~. Η μετάβαση από την αυστηρά ~ ~ στην οικονομία της αγοράς. [< αγγλ. managed economy, 1969] , ελεύθερη οικονομία & οικονομία της (ελεύθερης) αγοράς: κατά την οποία ελαχιστοποιείται ο κρατικός παρεμβατισμός και επιτρέπεται η ελεύθερη σχετικά δράση της ιδιωτικής επιχείρησης, ο ανταγωνισμός και η ελεύθερη αγορά, ενώ αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία: ανάπτυξη/αρχές/καθεστώς/σύστημα της ~ης ~ας. Ανοικτή και ~ ~. Η οικονομία της αγοράς διέπεται από το νόμο της προσφοράς και της ζ΄ητησης. Βλ. ελεύθερος ανταγωνισμός, καπιταλ-, φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free economy, 1946, free-market economy, 1947, market economy, 1918] , θεία οικονομία: ΘΕΟΛ. το θείο σχέδιο για την σωτηρία του κόσμου: Η ~ ~ εκφράζεται μέσα από το μυστήριο της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού. Πβ. θεία πρόνοια., κοινωνική οικονομία & (κοινωνική) αλληλέγγυα οικονομία & οικονομία της αλληλεγγύης: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. τομέας της οικονομίας στον οποίο δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμοί με στόχο την κοινωνική και οικονομική ένταξη των ευπαθών ομάδων, την καταπολέμηση της ανεργίας, την προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και των εναλλακτικών μορφών επιχειρηματικότητας: Ανάπτυξη/προγράμματα της ~ής ~ας., κρυφή οικονομία 1. ΟΙΚΟΝ. τομέας της οικονομίας που περιλαμβάνει συναλλαγές οι οποίες (παρανόμως) δεν δηλώνονται στην Εφορία και δεν λαμβάνονται υπόψη στις επίσημες στατιστικές: Η ~ ~ αφορά πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες. 2. (σπάν.) οικονομία ή αποταμίευση που δεν είναι άμεσα εμφανής. [< αγγλ. hidden economy, 1930] , κυκλική οικονομία & πράσινη οικονομία: (ως πράσινο μοντέλο ανάπτυξης) παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με ελαχιστοποίηση των αποβλήτων σε όλα τα στάδια παραγωγής. ΑΝΤ. γραμμική οικονομία. [< αγγλ. circular/green economy] , μικτή οικονομία: οικονομικό σύστημα στο οποίο ο δημόσιος τομέας συνυπάρχει με τον ιδιωτικό, κυρ. στον κλάδο των επιχειρήσεων., νέα/ψηφιακή οικονομία: που βασίζεται στον παγκόσμιο ιστό· το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που υλοποιούνται με βάση την αμφίδρομη ψηφιακή επικοινωνία· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα: ~ ~ της γνώσης και της πληροφορίας. ~ ~ και παγκοσμιοποίηση. Βλ. ηλεκτρονικό επιχειρείν. [< αγγλ. new/digital economy] , περιβαλλοντική οικονομία & οικονομία του περιβάλλοντος: κλάδος της οικονομικής επιστήμης που εστιάζει κυρίως σε περιβαλλοντικά θέματα. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. [< αγγλ. environmental economics] , αγροτική οικονομία βλ. αγροτικός, ανοιχτή οικονομία βλ. ανοιχτός, γραμμική οικονομία βλ. γραμμικός, ιδιωτική οικονομία βλ. ιδιωτικός, κλειστή αγροτική οικονομία βλ. κλειστός, κλειστή οικονομία βλ. κλειστός, οικιακή οικονομία βλ. οικιακός, οικονομίες κλίμακας βλ. κλίμακα, πολιτική οικονομία βλ. πολιτικός, υπερθέρμανση της οικονομίας βλ. υπερθέρμανση ● ΦΡ.: κατ' οικονομία(ν) (λόγ.): με σχέδιο και συγκεκριμένο στόχο: ~ ~ διευθέτηση/λύση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~ Θεού. Πβ. κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης. [< 1: μτγν. οἰκονομία, γαλλ. économie, αγγλ. economy 3: αρχ. οἰκονομία 4: μτγν. ~]

ίνσταγκραμ

ίνσταγκραμ[ἴνσταγκραμ] ιν-στα-γκραμ (ουδ.) & (προφ. ίνστα) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης για λήψη, επεξεργασία και κοινοποίηση φωτογραφιών και πολύ σύντομων βίντεο. Βλ. βάιμπερ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Instagram < insta(nt camera) + (tele)gram, 2010]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.