Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κοκτέιλ κο-κτέ-ιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό που αποτελεί μείγμα αλκοολούχων ή/και μη αλκοολούχων (π.χ. χυμός φρούτων, σόδα, αναψυκτικά) υγρών, το οποίο σερβίρεται συνήθ. κρύο: δροσιστικά/εξωτικά/καλοκαιρινά ~. ~ σαμπάνιας. ~ από/με ρούμι/τζιν. Ποτήρι ~. Ετοιμάζω/πίνω/φτιάχνω (ένα) ~. Βλ. απεριτίφ, μαργαρίτα.|| (ως επίθ.) ~ μπαρ/πάρτι (: κοσμική εκδήλωση με μπουφέ)/φόρεμα (: για απογευματινή έξοδο).|| (ΜΑΓΕΙΡ., ορεκτικό από θαλασσινά ή/και σαλατικά που σερβίρεται συνήθ. σε ποτήρι) Γαρίδες ~ . ~ φρούτων (= φρουτοσαλάτα). 2. (μτφ.) συνδυασμός χημικών ουσιών, συνήθ. φαρμακευτικών, που χορηγούνται ως θεραπεία: ~ βιταμινών/πρωτεϊνών/φαρμάκων.|| ~ τοξικών. 3. (μτφ.) συνδυασμός θετικών ή αρνητικών παραγόντων: εκρηκτικό ~. Μουσικό ~. ~ διασκέδασης και κεφιού/έντασης και γέλιου. ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα μολότοφ βλ. βόμβα [< αγγλ. cocktail, γαλλ. ~]

απεριτίφ

απεριτίφ[ἀπεριτίφ] α-πε-ρι-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ορεκτικό ποτό: αρωματικό/γλυκό/πικρό ~. Βλ. κοκτέιλ.|| Στο ~ (: κατά τη διάρκεια σερβιρίσματός του). [< γαλλ. apéritif]

βόμβα

βόμβαβόμ-βα ουσ. (θηλ.) {βομβών} 1. κοίλο βλήμα με εκρηκτική ύλη και πυροδοτικό μηχανισμό, το οποίο τοποθετείται σε κάποιο μέρος ή ρίχνεται συνήθ. από πολεμικό αεροσκάφος: αυτοσχέδια/εμπρηστική/έξυπνη/θερμοβαρική/τηλεκατευθυνόμενη/χημική/ωρολογιακή ~. ~ κενού. ~ απεμπλουτισμένου ουρανίου. (παλαιότ.) ~ με φιτίλι. Έκρηξη/ρίψη/τοποθέτηση ~ας. ~-φάρσα. Η ~ εξερράγη/έσκασε στα χέρια του τρομοκράτη. Έβαλαν ~. Ο πυροτεχνουργός απενεργοποίησε/εξουδετέρωσε τη ~. Βλ. κροτίδα, οβίδα, ρουκέτα, χειροβομβίδα. ΣΥΝ. μπόμπα (1) 2. (μτφ.) καθετί αρνητικό ή/και αναπάντεχο που προκαλεί μεγάλη έκπληξη, αναστάτωση, αιφνιδιασμό, ανατροπή ή καταστροφή: (ως παραθετικό σύνθ.) αποκάλυψη/δήλωση/έκθεση/επιστολή/παραίτηση-~ (πβ. καταπέλτης). Μεταγραφική/οικολογική/υγειονομική ~. Τοξική/ωρολογιακή ~ η μόλυνση του περιβάλλοντος. Είδηση που έπεσε/έσκασε σαν ~!|| Βλ. σεξο~. ● Υποκ.: βομβίδια (τα) {σπάν. στον εν. βομβίδιο}, βομβίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα βυθού: ΣΤΡΑΤ. ειδικά σχεδιασμένη να εκρήγνυται σε συγκεκριμένο βάθος εναντίον υποβρύχιων στόχων. Βλ. νάρκη, τορπίλη.|| (μτφ.) Χωματερές-~ες ~ού (: για θαλάσσια απόβλητα)., βόμβα διασποράς: όπλο που φέρει πολλά μικρά βομβίδια, τα οποία εκτοξεύονται σε μεγάλη έκταση και εκρήγνυνται στον αέρα ή στο έδαφος. [< αγγλ. cluster bomb, 1967] , βόμβα μολότοφ & (προφ.) μολότoφ & κοκτέιλ μολότοφ: αυτοσχέδια βόμβα από γυάλινο μπουκάλι με εύφλεκτο υγρό και στουπί στο στόμιο ως φιτίλι: Επίθεση με ~ ~ από ομάδα κουκουλοφόρων. Βλ. γκαζάκι. [< αγγλ. molotov (cocktail), 1940, ρωσ. ανθρ. M. W. Molotow] , βρόμικη βόμβα (προφ.): η οποία διαχέει ραδιενεργό υλικό, πυρηνική βόμβα. [< αγγλ. dirty bomb, 1955] , (βόμβα) ναπάλμ βλ. ναπάλμ, ατομική βόμβα βλ. ατομικός, βόμβα (πολλών) μεγατόνων βλ. μεγάτονος, βόμβα κοβαλτίου βλ. κοβάλτιο, βόμβα νετρονίου βλ. νετρόνιο, βόμβα υδρογόνου βλ. υδρογόνο, βραδυφλεγής βόμβα βλ. βραδυφλεγής, μετεωρολογική βόμβα βλ. μετεωρολογικός, πυρηνική βόμβα βλ. πυρηνικός [< ιταλ. bomba (ηχομιμητ.), αγγλ. bomb]