Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κολαούζος [κολαοῦζος] κο-λα-ού-ζος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που είναι προσκολλημένος σε ισχυρό πρόσωπο, εξυπηρετώντας με δουλοπρέπεια τα συμφεροντά του, για ιδιοτελείς σκοπούς: ~ της εξουσίας. 2. ΙΧΘΥΟΛ. είδος ψαριού (επιστ. ονομασ. Naucrates ductor) με γκρι-μπλε ράχη, κοιλιά αργυρού χρώματος και κάθετες ραβδώσεις στις πλευρές του, το οποίο ακολουθεί τα μεγαλόσωμα ψάρια, συνήθ. καρχαρίες, για να τρέφεται από τα υπολείμματα της τροφής τους. 3. (κυριολ.-λαϊκό) οδηγός· μόνο στη ● ΦΡ.: χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει (παροιμ.): για κάτι προφανές, αυταπόδεικτο που δεν χρειάζεται ερμηνεία ή διευκρίνιση. [< τουρκ. kιlavuz, πβ. μεσν. κουλαούζης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.