Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κολονέλος κο-λο-νέ-λος ουσ. (αρσ.) (ειρων.): συνταγματάρχης. [< μεσν. κολονέλος < ιταλ. colonnello]