κολυμβήθρα κο-λυμ-βή-θρα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κολυμπήθρα: ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικό σκεύος με τη μορφή βαθιάς λεκάνης, το οποίο χρησιμοποιείται για την τέλεση του μυστηρίου της βάφτισης: εκκλησιαστική/χάλκινη ~. Ο ιερέας βούτηξε το μωρό στην ~.|| (μτφ.-λόγ., ιδεολογικός ή πνευματικός χώρος:) Αναβάπτιση (μέσα) στην ~ της παράδοσης/της πίστης. Βλ. -ήθρα. ● ΦΡ.: κολυμβήθρα του Σιλωάμ (μτφ.): μέσο εξιλέωσης, εξαγνισμού. Βλ. καθαρτήριο. [< μεσν. κολυμβήθρα]
-ήθρα
-ήθραεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. όργανο: δαχτυλ~/καντηλ~/ουρ~.2. τόπο: κηρ~/κολυμπ~/(νερο)τσουλ~.
καθαρτήριο
καθαρτήριοκα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. Κ, κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο. Βλ. κόλαση, λοιμο~, -τήριο. ΣΥΝ. πουργκατόριο 2. (σπάν.-μτφ.) κατάσταση ψυχικής δοκιμασίας: ~ της συνείδησης. [< ιταλ. purgatorio]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.