Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κολυμβήθρα κο-λυμ-βή-θρα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κολυμπήθρα: ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικό σκεύος με τη μορφή βαθιάς λεκάνης, το οποίο χρησιμοποιείται για την τέλεση του μυστηρίου της βάφτισης: εκκλησιαστική/χάλκινη ~. Ο ιερέας βούτηξε το μωρό στην ~.|| (μτφ.-λόγ., ιδεολογικός ή πνευματικός χώρος:) Αναβάπτιση (μέσα) στην ~ της παράδοσης/της πίστης. Βλ. -ήθρα. ● ΦΡ.: κολυμβήθρα του Σιλωάμ (μτφ.): μέσο εξιλέωσης, εξαγνισμού. Βλ. καθαρτήριο. [< μεσν. κολυμβήθρα]

-ήθρα

-ήθραεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. όργανο: δαχτυλ~/καντηλ~/ουρ~. 2. τόπο: κηρ~/κολυμπ~/(νερο)τσουλ~.

καθαρτήριο

καθαρτήριοκα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. Κ, κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο. Βλ. κόλαση, λοιμο~, -τήριο. ΣΥΝ. πουργκατόριο 2. (σπάν.-μτφ.) κατάσταση ψυχικής δοκιμασίας: ~ της συνείδησης. [< ιταλ. purgatorio]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.