Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • κορδέλα κορ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή λωρίδα με την οποία δένεται ή διακοσμείται κάτι και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: αποκριάτικη/δαντελένια/δερμάτινη/μεταξωτή/πλαστική/υφασμάτινη/χάρτινη/χρωματιστή ~. ~ περιτυλίγματος. ~ για τα μαλλιά (βλ. στέκα). Δένω την ~ φιόγκο. Φοράει ~. Την ~ των εγκαινίων έκοψε ο δήμαρχος. Πβ. ταινία.|| (προφ.) Οι ~ες του δρόμου. Πβ. ζιγκ-ζαγκ, φουρκέτα. 2. ΑΘΛ. όργανο της ρυθμικής γυμναστικής, που αποτελείται από μπαγκέτα στην άκρη της οποίας είναι στερεωμένη μακρόστενη ταινία· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. Βλ. ανσάμπλ, κορύνα, μπάλα, στεφάνι, σχοινάκι. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (προφ.) πριονοκορδέλα. ΣΥΝ. πριονοταινία 4. (προφ.) (κυρ. ως όργανο τοπογραφίας) μετροταινία. ● Υποκ.: κορδελίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: και τράβα κορδέλα/κορδόνι (λαϊκό): και ούτω καθεξής. ΣΥΝ. και πάει λέγοντας, πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες βλ. φύκια [< μεσν. κορδέλα 2: αγγλ. ribbon]
  • Σκέρτσο

    κορ-δε-λά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): μικρή κορδέλα. ● κορδελάκια (τα) (μτφ.-λαϊκό): νάζια, τσαλιμάκια: Του κάνει ~. Άσε τα ~! Πβ. καμώματα, κόλπα, πείσματα, σκέρτσα, τζιριτζάντζουλες.

ανσάμπλ

ανσάμπλ[ἀνσάμπλ] αν-σάμπλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό αγώνισμα της ρυθμικής γυμναστικής, με πέντε αθλήτριες να αγωνίζονται σε δύο προγράμματα (στο πρώτο με ένα όργανο και στο δεύτερο με συνδυασμό δύο οργάνων): η εθνική ομάδα του ~. Βλ. κορδέλα, κορύνα, μπάλα, στεφάνι, σχοινάκι. [< γαλλ. ensemble]

φύκια

φύκιαφύ-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {-ιών | σπάν. στον εν. φύκι} & (επίσ.) φύκη {-ών | σπάν. στον εν. φύκος, -ους}: ΒΟΤ. φωτοσυνθετικοί φυτικοί οργανισμοί, κυρ. υδρόβιοι, χωρίς ρίζες, φύλλα και βλαστούς, οι οποίοι ανήκουν στα κρυπτόγαμα και παρουσιάζουν εξαιρετική μορφολογική ποικιλία: θαλάσσια/μικροσκοπικά (βλ. διάτομα)/μονοκύτταρα/τοξικά ~. Ερυθρά/(συχνότ.) κόκκινα (= ροδοφύκη)/πράσινα (= χλωροφύκη) φύκη (βλ. κυανο-, φαιο-φύκη). Η θάλασσα ξέβρασε ~. Βλ. άγαρ, άλγη, λαμινάρια, λειχήνας, ποσειδωνία, τραγάνα, φυτοπλαγκτόν.|| ~ για σούσι.|| (στην κοσμετολογία:) Εκχύλισμα ~ιών. Θεραπεία/μασάζ με ~.|| Βιοκαύσιμα από ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυανοπράσινα φύκη βλ. κυανοπράσινος ● ΦΡ.: πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες (προφ.): εμφανίζει το ασήμαντο ως σπουδαίο, εξαπατά με υπερβολές και ψέματα: ~ ~ και εκμεταλλεύεται τους ανυποψίαστους πελάτες. Βλ. χάντρες και καθρεφτάκια. ΣΥΝ. πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα [< αρχ. φύκιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.