Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κορμί κορ-μί ουσ. (ουδ.) {κορμ-ιού} 1. το σώμα του ανθρώπου χωρίς το κεφάλι: ανδρικό/γυναικείο/νεανικό/παιδικό ~. (Έχει) αγαλματένιο/γυμνασμένο/καλλίγραμμο/λυγερό/όμορφο/σφιχτό/σφριγηλό/τέλειο/φιδίσιο ~. (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) ~-λαμπάδα (= ίσιο, στητό)/-λάστιχο (= ευλύγιστο).|| Ίσιωσε/τέντωσε το ~ σου (= τον κορμό)! 2. (συνεκδ.) ο άνθρωπος, κυρ. ως σωματική υπόσταση, σε αντιδιαστολή προς την ψυχή: βασανισμένο ~. Σήκωσε το γέρικο ~ του (: σηκώθηκε). Πού να ξεκουράσει το κουρασμένο του ~; Βλ. κορμάκι. ● Μεγεθ.: κορμάρα (η) (προφ.): πολύ ωραίο, εντυπωσιακό σώμα: Έχει κάνει ~!|| (συνεκδ.) Τι ~ είναι αυτή (πβ. γκομεν-, γυναικ-, κουκλ-άρα, παίδαρος)! (ειρων.) Ας απλώσουμε/βγάλουμε τις ~ες μας στον ήλιο! ● ΦΡ.: θα πέσουν κορμιά: η αναμέτρηση θα είναι σκληρή ή θα γίνει μεγάλος τσακωμός: ~ ~ στον αγώνα! Πέφτουν ~ για την πρωτιά.|| Έπεσαν ~ στη συνεδρίαση. Πβ. θα κλάψουν(ε) μανούλες., χαμένο κορμί (μτφ.-υβριστ.): άχρηστος, τιποτένιος. [< μεσν. κορμί(ν)]

κορμάκι

κορμάκικορ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) κορμί, συνήθ. γυναίκας ή παιδιού: λεπτό ~. Το ~ του μωρού.|| (συνεκδ.) Ξάπλωσα να ξεκουραστεί το ~ μου (: εγώ)! 2. ελαστικό, εφαρμοστό ρούχο ή εσώρουχο που καλύπτει τον γυναικείο ή παιδικό συνήθ. κορμό και ενίοτε τα χέρια ή/και τα πόδια: δαντελωτό/ολόσωμο ~. ~ γυμναστικής/μπαλέτου. ~ με τιράντες. Βλ. κολάν.|| Βρεφικά/μπεμπέ ~ια (πβ. φορμάκι). [< 1: μεσν. κορμάκι(ν) 2: αγγλ. body, 1986]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.