Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κορμοστασιά κορ-μο-στα-σιά ουσ. (θηλ.): το ωραίο παράστημα: αθλητική/λεβέντικη/λεπτή/λυγερή/περήφανη/ψηλή ~. Μπόι και ~. Βλ. θωριά, παρουσιαστικό.

θωριά

θωριάθω-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): όψη, παρουσιαστικό: Τρόμαζαν στη ~ του. Πβ. κοψιά. [< μεσν. θωριά, αρχ. θεωρία ‘όραση, θέαση’