κουβέρ κου-βέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κάθε παροχή που ένα κέντρο εστίασης, αναψυχής και διασκέδασης είναι υποχρεωμένο να προσφέρει στους πελάτες του, χωρίς αυτοί να τη ζητήσουν (δηλ. σερβίτσια, μαχαιροπίρουνα, πετσέτες, ψωμί)· το πάγιο ποσό με το οποίο επιβαρύνονται οι πελάτες για τις συγκεκριμένες παροχές. 2. στρογγυλό ή μακρόστενο ψωμάκι (ως ατομική μερίδα): ~ ολικής άλεσης/πολύσπορο. [< γαλλ. couvert]
κουβερλί κου-βερ-λί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουβρ λι: λεπτό κάλυμμα του κρεβατιού: ~ διπλό/μονό. Νυφικά ~. Σετ ~ και μαξιλαροθήκες. ~ από σατέν και βαμβάκι. Πβ. κουβερτόριο. Βλ. κουβέρτα, πάπλωμα, ριχτάρι, σεντόνι. [< γαλλ. couvre-lit]
κουβέρτα κου-βέρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κλινοσκέπασμα από μαλλί, βαμβάκι ή συνθετικό υλικό, για προστασία από το κρύο· κατ' επέκτ. κάλυμμα για την κατάσβεση μικρών εστιών φωτιάς ή την προστασία από τη θερμότητα: ελαφριά/ζεστή/ισοθερμική/λεπτή/παιδική/στρατιωτική/υπέρδιπλη/χοντρή ~. ~ βελουτέ/πικέ/φλις. ~ αγκαλιάς (: για βρέφη). Ακρυλικές ~ες. Σκεπάζομαι/τυλίγομαι με την ~. Χώθηκε κάτω από την ~. Πβ. βελέντζα, μπατανία. Βλ. λευκά είδη, πάπλωμα.|| Αντιπυρική/πυρίμαχη ~. Δύσφλεκτη ~ διάσωσης. ~ες πυρόσβεσης.2. ΝΑΥΤ. κατάστρωμα (σκάφους): πλήρωμα ~ας. ΣΥΝ. ντεκ (1) ● Υποκ.: κουβερτούλα (η) & κουβερτάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική κουβέρτα: ΤΕΧΝΟΛ. που θερμαίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα. [< αγγλ. electric blanket, 1930] ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα βλ. αβέρτα [< μεσν. κουβέρτα < βεν. coverta]
κουβερτόριο κου-βερ-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): λεπτό πάπλωμα που χρησιμοποιείται και ως διακοσμητικό κάλυμμα του κρεβατιού: νυφικό/υπέρδιπλο ~. ~ μονό με μαξιλαροθήκη. Πβ. κουβερλί.
κουβερτούρα1 κου-βερ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. σοκολάτα επικάλυψης γλυκισμάτων, που έχει πικρή γεύση και υψηλή περιεκτικότητα σε βούτυρο κακάο: πλάκα/τριμμένη ~. ~ υγείας. Κομματάκια/νιφάδες/ξύσμα ~ας. ~ λιωμένη σε μπεν-μαρί.|| Λευκή ~. ~ γάλακτος. [< γαλλ. chocolat de couverture]
αβέρτα[ἀβέρτα] α-βέρ-τα επίρρ. (λαϊκό-προφ.) 1. χωρίς φειδώ, χωρίς μέτρο: Δίνει/ξοδεύει/πουλάει ~. Μοιράζει ~ υποσχέσεις (πβ. απλόχερα).2. (σπάν.) ελεύθερα, φανερά, απροκάλυπτα: Συζητούσαν ~. Δεν μάσησε τα λόγια του· τους τα 'πε ~. Πβ. καθαρά και ξάστερα, ορθά κοφτά, σταράτα. ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα (εμφατ.): σε μεγάλο βαθμό και χωρίς μέτρο: Κάνει παρανομίες/πίνει ~ ~. [< βεν. averto]
κουβέρτακου-βέρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κλινοσκέπασμα από μαλλί, βαμβάκι ή συνθετικό υλικό, για προστασία από το κρύο· κατ' επέκτ. κάλυμμα για την κατάσβεση μικρών εστιών φωτιάς ή την προστασία από τη θερμότητα: ελαφριά/ζεστή/ισοθερμική/λεπτή/παιδική/στρατιωτική/υπέρδιπλη/χοντρή ~. ~ βελουτέ/πικέ/φλις. ~ αγκαλιάς (: για βρέφη). Ακρυλικές ~ες. Σκεπάζομαι/τυλίγομαι με την ~. Χώθηκε κάτω από την ~. Πβ. βελέντζα, μπατανία. Βλ. λευκά είδη, πάπλωμα.|| Αντιπυρική/πυρίμαχη ~. Δύσφλεκτη ~ διάσωσης. ~ες πυρόσβεσης.2. ΝΑΥΤ. κατάστρωμα (σκάφους): πλήρωμα ~ας. ΣΥΝ. ντεκ (1) ● Υποκ.: κουβερτούλα (η) & κουβερτάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική κουβέρτα: ΤΕΧΝΟΛ. που θερμαίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα. [< αγγλ. electric blanket, 1930] ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα βλ. αβέρτα [< μεσν. κουβέρτα < βεν. coverta]
λεύκα
λεύκαλεύ-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (γένος Populus) με ευθύ, ψηλό κορμό και μικρά φύλλα που κρέμονται από μακρύ μίσχο· συνεκδ. το ελαφρύ, μαλακό ξύλο του: άσπρη ή λευκή/μαύρη ~. Πβ. καβάκι. ΣΥΝ. λεύκη (2) [< αρχ. λεύκη]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.