Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κουζινικός , ή, ό κου-ζι-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κουζίνα: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: εγκατάσταση. ~ές: συσκευές. ~ά: είδη. ● Ουσ.: κουζινικά (τα) (προφ.): ενν. σκεύη: ανοξείδωτα ~. Πλύσιμο των ~ών. Πβ. κατσαρολικά, τεντζερέδια. Βλ. πιατικά.|| (παιδικό παιχνίδι:) Μικρή έπαιζε με τα ~.

πιατικά

πιατικά πια-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: το σύνολο όλων των ειδών πιάτων και σκευών για το σερβίρισμα φαγητού. Πβ. σερβίτσιο. Βλ. κουζινικά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.