κουμπάρος, κουμπάρα κου-μπά-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που παντρεύει ένα ζευγάρι ή βαφτίζει το παιδί κάποιων ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο· γενικότ. που συνδέεται με κουμπαριά με κάποιον: Ο ~ που τους βάφτισε το μωρό (βλ. νονός)/τους στεφάνωσε ... Μου ζήτησε να γίνω ~. Πβ. παράνυμφος, σύντεκνος.2. (λαϊκό) ως οικεία προσφώνηση: ~ε, κάνεις λίγο στην άκρη; ● κουμπάρες (οι) (παλαιότ.): κοριτσίστικο παιδικό παιχνίδι. ● Υποκ.: κουμπαρούλης, κουμπαρούλα (ο/η) ● ΦΡ.: παίζουμε τις κουμπάρες (μτφ.-προφ.): για ασχολία με ασήμαντα πράγματα ή για επιπόλαιη αντιμετώπιση ενός θέματος., παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο & με παπά και με κουμπάρο: παντρεύομαι με κάθε τύπο και επισημότητα. [< μεσν. κουμπάρος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.