Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κουμπάρος, κουμπάρα κου-μπά-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που παντρεύει ένα ζευγάρι ή βαφτίζει το παιδί κάποιων ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο· γενικότ. που συνδέεται με κουμπαριά με κάποιον: Ο ~ που τους βάφτισε το μωρό (βλ. νονός)/τους στεφάνωσε ... Μου ζήτησε να γίνω ~. Πβ. παράνυμφος, σύντεκνος. 2. (λαϊκό) ως οικεία προσφώνηση: ~ε, κάνεις λίγο στην άκρη;κουμπάρες (οι) (παλαιότ.): κοριτσίστικο παιδικό παιχνίδι. ● Υποκ.: κουμπαρούλης, κουμπαρούλα (ο/η) ● ΦΡ.: παίζουμε τις κουμπάρες (μτφ.-προφ.): για ασχολία με ασήμαντα πράγματα ή για επιπόλαιη αντιμετώπιση ενός θέματος., παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο & με παπά και με κουμπάρο: παντρεύομαι με κάθε τύπο και επισημότητα. [< μεσν. κουμπάρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.