Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κουνιάδος, κουνιάδα κου-νιά-δος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αδελφός, αδελφή του ή της συζύγου. Πβ. γυναικάδελφος. Βλ. μπατζανάκης, συννυφάδα. ● Υποκ.: κουνιαδάκι (το), κουνιαδούλα (η) [< μεσν. κουνιάδος < βεν. cognado]

μπατζανάκης

μπατζανάκηςμπα-τζα-νά-κης ουσ. (αρσ.) {μπατζανάκηδες κ. μπατζανάκια (τα)} (προφ.): καθένας από τους συζύγους δύο αδελφών. Βλ. συννυφάδα. ΣΥΝ. σύγγαμπρος [< τουρκ. bacanak]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.