κουνουπίδι κου-νου-πί-δι ουσ. (ουδ.) {κουνουπιδ-ιού}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea) με πλατιά φύλλα και κεφαλή με μεγάλα υπόλευκα άνθη, τα οποία δημιουργούν καρπούς με πολλούς μικρούς μαύρους σπόρους: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστό/γιαχνί/κοκκινιστό/σαλάτα/στιφάδο. Κροκέτες ~ιού. Η άσχημη μυρωδιά του ~ιού (: όταν βράζεται). Βλ. κράμβη, λάχανο, μπρόκολο. ● Υποκ.: κουνουπιδάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< μεσν. κουνουπίδι(ν)]
κράμβη
κράμβηκράμ-βη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (Brassica) που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το λάχανο, το κουνουπίδι και το γουλί. Βλ. ελαιο~, κραμπολάχανο, λαχανίδα, μπρόκολο. [< αρχ. κράμβη ‘λάχανο’]
στουπί
στουπίστου-πί ουσ. (ουδ.) 1. μάζα υφαντικών ινών από λινό ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρ. για τον καθαρισμό λαδιών, γράσων, χρωμάτων από τις μηχανές και το δέρμα ή για άναμμα φωτιάς: αναμμένο ~. ~ ποτισμένο με πετρέλαιο. Πβ. τίλμα.|| (μτφ. για οτιδήποτε τραχύ, σκληρό ή στεγνό) Τα μαλλιά μου έχουν γίνει σαν ~ από τη βρόμα. Το κοτόπουλο είναι σαν ~ (βλ. άνοστο).2. (σπάν.) βούλωμα για βαρέλι κρασιού. Πβ. πώμα. ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι (αργκό): έχω μεθύσει υπερβολικά: ~ ~ από το ποτό. Είναι στουπί/σκνίπα/φέσι/λιώμα στο μεθύσι. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι πίτα (1), γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι [< μεσν. στουπί(ον) < αρχ. στυππεῖον]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.