Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κούκις κού-κις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. στρογγυλά αφράτα μπισκότα: ~ βανίλιας. ~ με σοκολάτα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αρχεία κειμένου που πιστοποιούν την ταυτότητα υπολογιστή, επιτρέποντας στον διακομιστή να απομνημονεύει τα προσωπικά δεδομένα, να συγκρατεί τις προτιμήσεις και να καταγράφει τη διαδικτυακή συμπεριφορά του χρήστη. [< 1: αγγλ. cookies 2: αμερικ. ~, 1987, γαλλ. ~, 1996]