Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κούρος [κοῦρος] κού-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αρχαϊκή πλαστική) γυμνό νεανικό ανδρικό άγαλμα σε όρθια μετωπική στάση: μαρμάρινος ~. Βλ. κόρη. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ ωραίος νέος άνδρας. [< αρχ. κοῦρος 'νέος' 1: γερμ. Kuros, αγγλ. Kouros, 1920, γαλλ. ~, 1934]

κόρη

κόρηκό-ρη ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό παιδί, κυρ. σε σχέση με τους γονείς του: θετή (πβ. ψυχο~)/μονάκριβη/υιοθετημένη/φυσική ~. Η μεγαλύτερη/μικρότερη ~ τους. Η ~ του αδερφού (= ανιψιά)/της θείας (= ξαδέρφη)/του παιδιού (= εγγονή) μου. Την αγαπάει σαν ~ του. Σχέση μητέρας/πατέρα-~ης. Έχει δύο ~ες κι έναν γιο. Έχω ~ της παντρειάς. Ζήτησε το χέρι της ~ης τους. Πβ. θυγατέρα, κορίτσι. Βλ. κοπέλα, νέα, παρα~. 2. ΑΝΑΤ. το άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας, από το οποίο εισέρχεται το φως στον οφθαλμό: διαστολή/συστολή της ~ης του ματιού. Πβ. μαυράδι. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αρχαϊκή πλαστική) νεανικό γυναικείο άγαλμα, ντυμένο, σε όρθια μετωπική στάση: αναθηματικές/μαρμάρινες ~ες. Επιτύμβιο ανάγλυφο ~ης. Βλ. κούρος. ● Υποκ.: κορούλα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κοράκλα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ως κόρη(ν) οφθαλμού (λόγ.): ως κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: Προσέχει την υγεία του ~ ~. [< αρχ. κόρη 3: αγγλ. kore, γαλλ. korê, γερμ. Kore]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.