κόρηκό-ρη ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό παιδί, κυρ. σε σχέση με τους γονείς του: θετή (πβ. ψυχο~)/μονάκριβη/υιοθετημένη/φυσική ~. Η μεγαλύτερη/μικρότερη ~ τους. Η ~ του αδερφού (= ανιψιά)/της θείας (= ξαδέρφη)/του παιδιού (= εγγονή) μου. Την αγαπάει σαν ~ του. Σχέση μητέρας/πατέρα-~ης. Έχει δύο ~ες κι έναν γιο. Έχω ~ της παντρειάς. Ζήτησε το χέρι της ~ης τους. Πβ. θυγατέρα, κορίτσι. Βλ. κοπέλα, νέα, παρα~.2. ΑΝΑΤ. το άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας, από το οποίο εισέρχεται το φως στον οφθαλμό: διαστολή/συστολή της ~ης του ματιού. Πβ. μαυράδι.3. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αρχαϊκή πλαστική) νεανικό γυναικείο άγαλμα, ντυμένο, σε όρθια μετωπική στάση: αναθηματικές/μαρμάρινες ~ες. Επιτύμβιο ανάγλυφο ~ης. Βλ. κούρος. ● Υποκ.: κορούλα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κοράκλα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ως κόρη(ν) οφθαλμού (λόγ.): ως κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: Προσέχει την υγεία του ~ ~. [< αρχ. κόρη 3: αγγλ. kore, γαλλ. korê, γερμ. Kore]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.