Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κράνος κρά-νος ουσ. (ουδ.): προστατευτικό, σχεδόν σφαιρικό, κάλυμμα της κεφαλής και συνήθ. του προσώπου από ανθεκτικό υλικό: ποδηλατικό/πυροσβεστικό/στρατιωτικό ~. ~ μοτοσικλετιστή. ~ ασφαλείας (: που φορούν συνήθ. εργάτες). Η χρήση ~ους σώζει ζωές. Πβ. κάσκα. Βλ. κουκούλα, μπαλακλάβα. [< αρχ. κράνος]

κουκούλα

κουκούλακου-κού-λα ουσ. (θηλ.) 1. κάλυμμα του κεφαλιού ραμμένο στο πίσω και πάνω μέρος ενός ρούχου για προστασία κυρ. από τη βροχή και το κρύο: αποσπώμενη/ενσωματωμένη/ρυθμιζόμενη ~. ~ αδιάβροχου/μπουφάν. Μπλούζα/μπουρνούζι/φούτερ με ~. ~ με κορδόνι/με φερμουάρ/που διπλώνει μέσα στον γιακά. Βάζω/βγάζω την ~. Βλ. σκούφος.|| Στολή κατάδυσης με ~.|| Υπνόσακος με ~. 2. εφαρμοστό περίβλημα της κεφαλής και του προσώπου με ανοίγματα για τα μάτια, τη μύτη και το στόμα, το οποίο φοράει κάποιος για να μην αναγνωρίζεται, κυρ. κατά την τέλεση αξιόποινης πράξης: μάλλινη/μαύρη ~. Ληστές/τρομοκράτες με ~ες. Κρύβονται κάτω/πίσω από τις ~ες. Πβ. μπαλακλάβα.|| (παλαιότ.) Καταδότης/δήμιος με ~. 3. προστατευτικό κάλυμμα οχήματος ή σκάφους: πολυεστερική ~. (Αδιάβροχη) ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας. ~ πάρκινγκ. 4. (σε κάμπριο) πτυσσόμενη οροφή: ηλεκτρική/υφασμάτινη ~. Αναδίπλωση/άνοιγμα της ~ας. Ανεβάζω/κατεβάζω/μαζεύω/σηκώνω την ~. [< μεσν. κουκούλ(λ)α < λατ. cuculla]